Έντυπη Έκδοση

Εμείς, με το σημάδι

(Μέρος 11)

Κάπου μακριά έφεγγε ένα αμυδρό φως, που, αντί να σου δίνει κουράγιο, σε τρόμαζε και σ' έβαζε σε σκέψεις.

«Αστρο λαμπρό μάς οδηγεί», είπα επιχειρώντας να τους δώσω αυτό το κουράγιο, αλλά τα κορίτσια έσφιξαν κι άλλο τα χέρια μου κι ήρθαν πιο κοντά μου. Αναρωτήθηκα αν αυτό το κάνανε από φόβο ή από ευχαρίστηση. Ευτυχώς, τα μπάζα που υπήρχαν το μεσημέρι είχαν εξαφανιστεί, τα φτυάρια επίσης, λες και το σπίτι σουλουπώθηκε από μόνο του για να καλωσορίσει τους ξένους μουσαφίρηδες.

Μπήκαμε σαν τους τρεις μάγους, ο ένας πίσω από τον άλλο, με κάποιο δισταγμό, αλλά και μ' ευχαρίστηση. Εβαλα στο τρανζίστορ μια κασέτα με τον Ντιν Μάρτιν, που την είχα για τέτοιες ώρες, κι όσο γέμιζα με ουίσκι τα ποτήρια, μου ζήτησαν την άδεια να τριγυρίσουν λίγο στο σπίτι.

Δεν ήξερα τι να σκεφτώ, έτσι καθώς τις έβλεπα να ενδιαφέρονται τόσο πολύ για τα ντουβάρια, σαν να 'θέλαν να το αγοράσουν, ενώ στο δίπλα δωμάτιο τις περίμεναν ο Ντιν, το ουίσκι κι εγώ.

Επέστρεψαν μιλώντας η μια στην άλλη και δείχνοντας ακόμη προς τα πίσω. Εξήγησαν και σε μένα το πώς είναι χτισμένοι οι τοίχοι, τα πατώματα, τα ταβάνια και πώς θα 'πρεπε να 'ναι, λες κι εγώ τα 'χτισα κι εγώ θα 'πρεπε να τα διορθώσω. Βλέποντας η Ινγκριντ να μεγαλώνει η αδιαφορία μου όσο μου μιλούσαν, ένωσε τα χέρια στο στήθος κι αναστέναξε. «Αλλά είναι τόσο μεγάλο σπίτι! Τόσο μεγάλο! Οχι σαν το αχούρι που κοιμόμαστε εμείς. Τριάντα κορίτσια σ' ένα δωμάτιο, το πιστεύεις;» στράφηκε σε μένα. Μου εξήγησαν ότι επρόκειτο για ξενώνα που φιλοξενούσε φοιτητές απ' όλο τον κόσμο με ελάχιστα χρήματα, για να γνωρίσουν το νησί και τα αρχαία του. Οι ίδιες σπούδαζαν αρχιτεκτονική και οι συμφοιτητές τους είχαν αναχωρήσει την προηγούμενη μέρα για Κρήτη, εκείνες όμως ζήτησαν από τον καθηγητή τους άλλες δυο μέρες παραμονή, για να μελετήσουν καλύτερα τα σπίτια της Νάξου.

«Δηλαδή το δικό μου», έδειξα ολόγυρα κι επιτέλους τα κορίτσια γελάσανε. «Μπορείτε να κοιμηθείτε εδώ», συνέχισα με την ευκαιρία. «Υπάρχει πολύς χώρος». «Καλή ιδέα!» πετάχτηκε η Ινγκριντ, ενώ η Χάριετ παρέμενε αμίλητη κοιτώντας εμένα. «Ε; Δεν είναι πολύ καλή ιδέα;» συνέχισε κοιτώντας τη φίλη της. Αντί να μιλήσει η Χάριετ, σηκώθηκε σηκώνοντας και το ταγάρι της. Φάνηκε πολύ ψηλή και πολύ όμορφη μέσα στην απόφασή της και με τη σιωπή της έμοιαζε εκείνη τη στιγμή σαν Καρυάτιδα. Για πρώτη φορά την κοίταξα ολόκληρη και, στ' αλήθεια, νόμιζα πως έβλεπα άγαλμα, έτσι όπως στεκόταν μπροστά μου με τον χρωματιστό της χιτώνα από τη μέση ώς τους αστράγαλους, τα πολυφορεμένα σανδάλια, το γαλάζιο διαφανές πουκάμισο και τον κότσο με τα ξανθά μαλλιά πίσω απ' το κεφάλι.

«Αργήσαμε, πρέπει να φύγουμε», είπε κοιτώντας εμένα, αλλά μιλώντας στην Ινγκριντ. Σηκώθηκα κι εγώ και βγήκαμε έξω. Περπατούσα πάλι στη μέση, αλλά τώρα χωρίς να τους πιάνω τα χέρια, παραμένοντας ανάμεσά τους για να τους αγγίζω κάπου κάπου τους αγκώνες μη και σκοντάψουν. «Λοιπόν, καληνύχτα», είπε η Χάριετ, όταν βγήκαμε απ' τα χορτάρια. «Σ' ευχαριστούμε για όλα. Να, εδώ θα έρθουμε αύριο για μπάνιο», έδειξε τη θάλασσα. «Αν θες, έλα».

Πήγα. Τα κορίτσια κολυμπούσαν ήδη και μου κάναν σήμα ότι βγαίνουν.

Στη βιασύνη μου είχα ξεχάσει να πάρω πετσέτα και κάθησα σε μια από τις δύο που ήταν στρωμένες. «Γιατί πήρες την πετσέτα μου;» ρώτησε η Χάριετ κι έσκυψε να την τραβήξει. Νόμιζα ότι αστειεύεται και γέλασα. Την έπιασε από την άκρη και την τράβηξε. «Δεν θέλω να μου παίρνουν την πετσέτα». Οσο σοβαρά μιλούσε τόσο σοβαρά σηκώθηκα κι εγώ κι έφυγα.

Το μεσημέρι έφαγα σ' ένα μακρινό εστιατόριο και το βράδυ σ' ένα πιο μακρινό, για να μην πέσω πάνω τους και νομίσουν ότι τις ακολουθώ. Είχε αρχίσει να βρέχει όταν έφτασα νύχτα στο σπίτι κι έπεσα αμέσως να κοιμηθώ. Σε λίγο χτύπησε η πόρτα. «Ποιος είναι;» φώναξα χωρίς να σηκωθώ. «Εγώ», άκουσα τη Χάριετ και σηκώθηκα ν' ανοίξω. Βαριανάσαινε, ήταν μούσκεμα, μόνη και με κοιτούσε.

Συνεχίζεται

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μερόνυχτα Σαββάτου