Έντυπη Έκδοση

Ιούδας και Αντιγόνη

Ρέα Γαλανάκη

Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 270, 18, 81 ευρώ

Μάιο 1989 εισέρχεται στον χώρο της μυθιστοριογραφίας η Ρέα Γαλανάκη, όντας ήδη καταχωρισμένη στις ποιητικές φωνές της γενιάς του '70. Εκτοτε παραμένει σε αυτόν, ανεξάρτητα αν ενδιαμέσως τιμάται με ένα κρατικό βραβείο διηγήματος. Η γενέθλια νήσος, η Κρήτη, και η γυναικεία της φύση κερδίζουν συν τω χρόνω τη μυθιστοριογραφία της. Οσον αφορά το δεύτερο σκέλος, δεν εννοούμε ότι γενικώς στα μυθιστορήματά της πρωταγωνιστούν γυναίκες, αλλά ότι όλα χαρακτηρίζονται από τη γυναικεία οπτική. Το πρόσφατο μυθιστόρημα είναι το τέταρτο κρητικό επί συνόλου έξι εντός της παρελθούσης εικοσαετίας. Αποτελεί, όμως, το τρίτο στη σειρά μέσα στην τελευταία επταετία, δείχνοντας έτσι πως η Μεγαλόνησος έχει πλέον μονοπωλήσει το ενδιαφέρον της. Σε αυτό φαίνεται να συνετέλεσε η μετοίκησή της από την Πάτρα στην Αθήνα, η οποία την απομάκρυνε από έναν τόπο που την τροφοδότησε μυθοπλαστικά για κάμποσα χρόνια.

Με σπουδές ιστορικού η Γαλανάκη, την περίοδο της Πάτρας, συνθέτει τους μυθιστορηματικούς βίους τριών ιστορικών προσώπων του 19ου αιώνα: του Λασιθιώτη Εμμανουήλ Καμπάνη Παπαδάκη, του επιλεγόμενου Ισμαήλ Φερίκ, και δύο σπουδασμένων στην Ιταλία, του Πατρινού Ανδρέα Ρηγόπουλου και της Σπετσιώτισσας Ελένης Αλταμούρα-Μπούκουρα. Στη συνέχεια, η ιστορικός φαίνεται να παραχωρεί την πρωτοκαθεδρία στην κοινωνικά ευαίσθητη συγγραφέα, που οι κεραίες της συλλαμβάνουν τις τρέχουσες τάσεις. Στα τρία πρόσφατα μυθιστορήματα είναι προφανής η διάθεση, με την αναδιήγηση και το πλάσιμο νέων ιστοριών, να προβληθεί μια οπτική, που, με την πειθώ της λογοτεχνίας, να καταπολεμά μισαλλόδοξες αντιλήψεις.

Στα τρία αυτά μυθιστορήματα την απασχολεί το παρελθόν ολόκληρης της Κρήτης. Ως μυθιστοριογράφος, όμως, είναι δεμένη με μία περιοχή του νησιού. Οι συναρπαστικότερες σκηνές εκτυλίσσονται στη γενέθλια πόλη του Ηρακλείου και, κυρίως, στα ορεινά του Ψηλορείτη. Εκεί περιφέρουν, μετά την τελευταία μάχη του κρητικού «Εμφυλίου», την κομμένη κεφαλή του καπετάνιου Γιάννη Ποδιά, ηρωική φιγούρα στο «Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων». Εκεί, επίσης, σε ένα «μιτάτο», καταφεύγουν ο Κουντόκωστας και η Τασούλα στο «Αμίλητα, βαθιά νερά». Εκεί, ακόμη, σε ένα χωριό, που μένει ανώνυμο, διαδραματίζεται το πρόσφατο. Ενώ, και πάλι σε ένα «μιτάτο», η ηρωίδα σμίγει με τον κρητικό «αγροτοποιμένα». Κατά τα άλλα, το πρώτο γεννήθηκε στο ξεκίνημα του καινούριου αιώνα, στοχεύοντας σε ένα κρητικό πανόραμα της παρελθούσης εκατονταετίας. Το δεύτερο, με έναυσμα το ημερολόγιο και τις επιστολές του μοιραίου ζεύγους, ζητούσε να υψώσει τον έρωτα πάνω από την τοπική βεντέτα. Ενώ το πρόσφατο, περισσότερο επίκαιρο, επικεντρώνεται, όπως και πλείστα άλλα βιβλία, εντός κι εκτός Ελλάδος, στον Εβραίο ως προεξάρχουσα εκδοχή του Αλλου και στον αντισημιτισμό, όπως τον αναρριπίζουν και στην Ελλάδα οι πολεμικές επιχειρήσεις στην Παλαιστίνη.

Τα περισσότερα μυθιστορήματα γύρω από τους Εβραίους συμπλέκουν, κατά κανόνα, δύο χρόνους: τον παρόντα και τα εμπόλεμα χρόνια του '40. Επιζητώντας η Γαλανάκη να δώσει στο θέμα διαχρονική διάσταση, προσθέτει έναν τρίτο: τα χρόνια του Ιησού και των μαθητών του. Προς τούτο ανασύρει ένα κρητικό θρησκευτικό ποίημα, σύγχρονο του «Ερωτόκριτου», αγνώστου συγγραφέα, το «Παλαιά και Νέα Διαθήκη», που φτάνει τους 5.329 στίχους. Μόνον, όμως, 77 στίχοι, τοποθετημένοι περίπου στο μέσο του ποιήματος, αφορούν τον Ιούδα. Αφηγούνται το «απόκρυφο» μέρος του βίου του, πριν ακολουθήσει τον Ιησού, που δείχνει σαν δάνειο από τον γνωστό μύθο του Οιδίποδα. Το μυθιστόρημα της Γαλανάκη προβάλλει δυο κρητικές παραλλαγές, τη λόγια και μια προφορική. Ωστόσο, το «δέσιμο» των δύο μυθικών μορφών, Οιδίποδα και Ιούδα, ανάγεται σε παλαιότερους αιώνες και δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Κρήτη. Πολλές είναι οι πηγές του κρητικού ποιήματος, όμως, οι συγκεκριμένοι στίχοι βρίσκονται σχεδόν απαράλλακτοι στη συναγωγή βίων αγίων, «Legenda aurea», που συνέταξε λίγο πριν από τον θάνατό του, το 1298, ο αρχιεπίσκοπος της Γένοβας Ιάκωβος Βοράτζινε (όχι Volgarine, όπως εκ παραδρομής, αναφέρεται στις «σημειώσεις» του μυθιστορήματος). Το ίδιο παλαιά και εντελώς ανεξάρτητη από τη δυτική εμφανίζεται και η ορθόδοξη συναξαριστική παράδοση. Οι μελετητές συγκλίνουν στην άποψη ότι οι δύο παραδόσεις προέρχονται από ένα παλαιότερο, λανθάνον βυζαντινό πρότυπο. Μέσα στη χιλιετία του Βυζαντίου, τα δύο πρόσωπα συνδέονται στον μύθο ενός τραγικού ήρωα, δέσμιου του πεπρωμένου του. Αυτός ο μύθος, μαζί με άλλους «απόκρυφους» βίους, περνάει στη Δύση την εποχή των Σταυροφοριών ή και νωρίτερα. Οσο για την Κρήτη, κατέχει το προνόμιο μιας λογοτεχνικής του απόδοσης και τώρα πλέον με τη Γαλανάκη, μιας πρώτης μυθοπλαστικής του εκδοχής.

Με την τέχνη και την τεχνική των μυθιστορηματικών της βιογραφιών, η Γαλανάκη απλώνει τους 77 στίχους, με ουρά την προφορική παραλλαγή τους, σε έξι κεφάλαια και 80 σελίδες, όπου το κύριο πρόσωπο δεν είναι ο Ιούδας αλλά η μητέρα του. Αυτά τα παρενθέτει, με διαφορετικά τυπογραφικά στοιχεία, στα είκοσι κεφάλαια της κυρίως αφήγησης, που αναπτύσσεται σε 180 σελίδες, ακολουθώντας μια σταθερή δομή στην εναλλαγή των κεφαλαίων μυθικής και παροντικής αφήγησης. Η συγγραφέας, για να δημιουργήσει μια κάποια αντιστοιχία ανάμεσα στις δύο ιστορίες, πλάθει μια ηρωίδα, με επιβαρημένο γενεαλογικό δέντρο. Εβραίος της Θεσσαλονίκης ο πατέρας της, από τους λιγοστούς που βγήκαν στο βουνό κι επέζησαν. Παιδί ενός αμαρτωλού ή, ακριβέστερα, αιμομικτικού έρωτα η κρητικιά μητέρα της. Πρωτοξάδελφα οι γονείς τής τελευταίας, έσμιξαν στο αντάρτικο του Ψηλορείτη, με τη μάνα της κατά πολύ μεγαλύτερη του πατέρα της, ώστε η σχέση τους να προσομοιάζει με τον απαγορευμένο έρωτα μάνας και γιου. Ο έρωτάς τους είναι το μεγάλο μυστικό της οικογένειας, που αγνοεί η ηρωίδα, μια αθηναία δασκάλα. Κι αν επιλέγει το γενέθλιο χωριό τους για τον πρώτο της διορισμό, είναι γιατί η μητέρα της, πνέοντας τα λοίσθια, ανέφερε το όνομά του.

Τις δύο ιστορίες, του Ιούδα και της γιαγιάς της, η ηρωίδα τις πληροφορείται από δυο γερόντισσες του χωριού: μια που πλέκει μαντινάδες, και μια δεύτερη που κουβαλά κι εκείνη έναν αιμομικτικό έρωτα. Αυτές οι ανιστορήσεις, κυρίως όμως η νοερή συνομιλία της κοπέλας με την ψυχή της μητέρας της, που παρεμβάλλεται συστηματικά, με μια τρίτη οικογένεια τυπογραφικών στοιχείων, καταλαμβάνουν τον ζωτικό χώρο του μυθιστορήματος, περιορίζοντας, δεδομένης και της σχετικά μικρής έκτασης του βιβλίου, το μυθοπλαστικό στήσιμο της ορεινής κοινότητας. Μόλις με πέντε πρόσωπα συναναστρέφεται η δασκάλα. Τις δύο γερόντισσες, τον δάσκαλο, έναν «αγροτοποιμένα», που ερωτεύεται, και τον δήμαρχο, που μένει μια σκιώδης παρουσία. Οι δύο πρώτοι συνιστούν το δίπολο του «κακού» και του «καλού». Χάρακας είναι το παρωνύμιο του δασκάλου, λόγω της μεθόδου διαπαιδαγώγησης που εφαρμόζει. Καταδιώκει, επίσης, τους ξένους και ανακατεύεται σε σκοτεινές υποθέσεις. Αντιθέτως, ο «αγροτοποιμένας» έχει έφεση στη μόρφωση και εμφανίζεται πολέμιος των ποικίλων παρανομιών που γίνονται στο χωριό. Αυτές οι επιλήψιμες δοσοληψίες αναφέρονται αόριστα και συνοπτικά, αναπαράγοντας την εικόνα μιας μικρής κοινότητας, ενδοτικής στον εύκολο πλουτισμό. Ετσι, μάλιστα, όπως μορφοποιείται, μέσα από τη στάση των παιδιών απέναντι στο «αλβανάκι» της τάξης, που είναι και ο καλύτερος μαθητής, δεν κατορθώνει να ξεφύγει από τα τρέχοντα στερεότυπα.

Ομως η Γαλανάκη δεν γράφει κοινωνικά μυθιστορήματα, ούτε, κατά βάθος, ενδιαφέρεται να γράψει. Στο πρόσφατο μυθιστόρημα, δένει το μυθικό με το χριστιανικό, θυμίζοντας τον Νίκο Καζαντζάκη, συντοπίτη της και «δάσκαλο», όπως τον αποκαλεί σε παλαιότερο βιβλίο της. Προς τούτο, στους μύθους του Ιούδα και του Οιδίποδα προσθέτει έναν τρίτο, αυτόν της Αντιγόνης. Συμπληρώνει, δηλαδή, τον «απόκρυφο» βίο του Ιούδα με το τέλος τής μητέρας του, για το οποίο αδιαφόρησαν οι βυζαντινοί παραμυθάδες. Αντιστοίχως, καταλήγει την κυρίως αφήγηση με το επικείμενο τέλος της γερόντισσας, για το οποίο θα αδιαφορήσουν τα ευδοκιμούντα στην Αθήνα τέκνα της. Ως άλλες Αντιγόνες η συγγραφέας και η ηρωίδα φροντίζουν την κήδευση των νεκρών. Ετσι επιβεβαιώνεται ο Τζορτζ Στάινερ, που πιστεύει ότι εξακολουθούν μέχρι σήμερα να εμφανίζονται νέες Αντιγόνες στη ζωή και στην Τέχνη.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου