Έντυπη Έκδοση

Εμείς, με το σημάδι

(Μέρος 12)

Τα νερά της βροχής στάζανε από πάνω της και με κοιτούσε ακίνητη στην πόρτα, έτοιμη, όχι να με παρακαλέσει να μπει μέσα, αλλά να με διατάξει να βγω έξω. Οπισθοχώρησα κάνοντας τόπο να περάσει. Τουρτούριζε.

Κοίταξε ολόγυρα σαν να έψαχνε κάτι που είχε ξεχάσει την προηγουμένη, δεν το είδε και κοίταξε εμένα. Εφερα μια πετσέτα και της έτριψα με δύναμη το κεφάλι, το πρόσωπο, τον λαιμό. Φορούσε τα ίδια ρούχα με χθες, αλλά τώρα ήταν κολλημένα πάνω της κι εκείνη κολλημένη πάνω σ' αυτά. Εφερα μια πιο μεγάλη πετσέτα, αλλά δεν την έπαιρνε, κρατούσε τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος κι έτρεμε. Της τράβηξα πάνω απ' το κεφάλι το γαλάζιο της πουκάμισο κι έπειτα κάτω από τα πόδια τη χρωματιστή της φούστα. Ταρακουνιόταν από τρέμουλο. Στο μυαλό μου ήρθανε εικόνες από τα ντοκιμαντέρ στο Αουσβιτς, όπου ρίχνανε τις γυναίκες ολόγυμνες στα κρεματόρια κι εκείνες αγκάλιαζαν το στήθος τους, σαν να βύζαιναν το παιδί τους. Πήρα κι άλλη πετσέτα και την έτριψα από πάνω μέχρι κάτω ακόμη πιο δυνατά, έπειτα την τύλιξα στη μάλλινη κουβέρτα που βρήκα στην ντουλάπα και την ξάπλωσα στο κρεβάτι. Μαζεύτηκε αμέσως γύρω από το σώμα της και σπαρταρούσε χωρίς να μιλάει. Θυμήθηκα ότι κάποιες φυλές στον Βόρειο Πόλο αλληλοζεσταίνονταν αγκαλιάζοντας ολόγυμνοι ο ένας τον άλλο κι έβγαλα τα λίγα που φορούσα. Κόλλησα στη μάλλινη κουβέρτα πίσω της και συνέχισα να τη μαλάζω. Σιγά σιγά ηρεμούσε. Τώρα ακουγόταν ένας ελαφρύς βρυχηθμός, σαν να είχε φτάσει στην κορυφή του βουνού και βαριανάσαινε απ' την προσπάθεια. Το χέρι μου δεν ανεβοκατέβαινε πια πάνω-κάτω για να τη θερμαίνει, αλλά πήγαινε μπρος-πίσω κρατώντας την από τη μέση σαν να τη νανούριζε ή και σαν έμβολο που περίμενε εντολή να εκτοξευτεί.

Απότομα γύρισε στο άλλο πλευρό και με αγκάλιασε κολλώντας το πρόσωπό της στο δικό μου. Μείναμε έτσι ακίνητοι κάμποση ώρα, ώσπου ακούστηκε ένας ελαφρύς ήχος, σαν αεροπλάνο που περνούσε μακριά μας. Την άλλη στιγμή ο ήχος δυνάμωσε, λες και το αεροπλάνο ορμούσε κατά πάνω μας ή γκρεμιζόταν στη γη. Ξαφνικά σταμάτησε.

Ξαφνικά η Χάριετ πετάχτηκε πάνω χωρίς τη μάλλινη κουβέρτα και χτυπώντας με τα χέρια το γυμνό της σώμα. Την άλλη στιγμή πετάχτηκα κι εγώ. «Κουνούπια!», φώναξα αρπάζοντας τη βρεμένη πετσέτα. «Μας επιτέθηκαν κουνούπια!», ξαναφώναξα δίνοντάς της την άλλη.

Εκείνη χοροπηδούσε πάνω στο κρεβάτι κυνηγώντας τα, εγώ είχα αναλάβει τους τοίχους ολόγυρα. Γελούσαμε και χτυπούσαμε. Αυτό κράτησε πάνω από μία ώρα και όταν οι τοίχοι κοκκίνισαν από το αίμα που μας είχαν ρουφήξει, πέσαμε ξανά στο κρεβάτι γελώντας και χωρίς σκεπάσματα. «Τα καημένα...», άκουσα τη Χάριετ, «θα 'πρεπε να τα αφήναμε να πιούνε λίγο αίμα, τι θα παθαίναμε;». «Θα πιούμε ο ένας του αλλουνού, μη στενοχωριέσαι», είπα και την τράβηξα κοντά μου για να συνεχίσουμε τα χουχουλιάσματα και τα τριψίματα από κει που τ' αφήσαμε.

Η Χάριετ είχε έρθει αποφασισμένη, αλλά μέχρι πού έφτανε η απόφασή της και τι είδους ήταν, δεν μπορούσα να καταλάβω. Ισως και να μην ήθελα να καταλάβω. Τη φίλη της την Ινγκριτ δεν την ανέφερε καθόλου πια και η μοναδική φορά που αναφέρθηκε στους συμφοιτητές της ήταν για να πει ότι δεν ξαναγυρίζει κοντά τους και θα τηλεφωνήσει να τους πει ότι θ' ανταμώσουν στην Κοπεγχάγη. Ακόμη κι εμένα μου είπε ότι θ' ανταμώσουμε στην Κοπεγχάγη. Τα έλεγε ενθουσιασμένη όλ' αυτά, σαν κοριτσάκι που μάζευε τουλίπες στο δάσος ή σαν κοπέλα που αποφάσισε ξαφνικά για το μέλλον της. Μιλούσε ξαπλωμένη στο πλάι, με το αριστερό χέρι να στηρίζει το κεφάλι της και με το δεξί να σέρνει πάνω μου το δάχτυλό της σχεδιάζοντας το δρομολόγιο που έμελλε ν' ακολουθήσουμε στο ταξίδι μας - μπορεί και στη ζωή μας.

Η γη κάτω από τα πόδια μου κυλούσε σιγά σιγά κι αναρωτιόμουν αν θέλω στ' αλήθεια να κυλιστώ κι εγώ μαζί της ή αν πρέπει να κρατηθώ από τη φίλη μου την ακροβάτισσα, που πάντα σωζόταν.

Συνεχίζεται

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μερόνυχτα Σαββάτου