Έντυπη Έκδοση

Εμείς, με το σημάδι

(Μέρος 13)

Μείναμε δυο μέρες μαζί και τις νύχτες ακόμα πιο μαζί. Το πρωί της τρίτης μέρας έβαλα κι εγώ το δάχτυλό μου πάνω στο γυμνό της σώμα και άρχισα να γράφω.

Ξεκίνησα από κάτω προς τα πάνω με το πρώτο γράμμα κεφαλαίο, πέρασα στην κοιλιά, ανέβηκα στο στομάχι, στο στήθος, στο στέρνο, όπου πάνω του έγραψα την πιο δυσβάστακτη φράση και φτάνοντας στον μακρύ λαιμό της ζωγράφισα ένα μεγάλο ερωτηματικό. Σε όλη τη διάρκεια αυτής της αόρατης γραφής η Χάριετ, στηριγμένη στους αγκώνες και με ανασηκωμένο κεφάλι, προσπαθούσε παίζοντας να μαντέψει τα γραφόμενά μου και μόλις έβαλα την τελεία στο ερωτηματικό, αναπήδησε. «Αυτό το κατάλαβα, αυτό το κατάλαβα!» φώναξε δείχνοντας τον λαιμό της. «Ρώτησες κάτι - δεν ρώτησες;». Δεν μιλούσα και συνέχισε με τον ίδιο ενθουσιασμό. «Αμα ρωτάς γι' αγάπη, σ' αγαπάω, άμα ρωτάς για καφέ, να μας κάνω, αν θες βόλτα και ρωτάς, θέλω κι εγώ, αν...» σταμάτησε ξαφνικά και χαμογέλασε αμήχανα. «Κι αν ρωτάς πότε θα φύγω, να φύγω...». «Εγώ θα φύγω», μίλησα επιτέλους. «Αυτό έγραφες τόση ώρα στο στήθος μου;» ρώτησε σέρνοντας την παλάμη της πάνω του, σαν να έσβηνε κάποιον λεκέ.

«Υποσχέθηκα σ' ένα φίλο που έρχεται από Ισπανία να τον περιμένω για να πάμε στη Μύκονο. Ακροβάτης είναι...» συμπλήρωσα, για να κάνω πιο πιστευτά τα λόγια μου μ' ένα τόσο σπάνιο επάγγελμα.

Κατέβηκε από το κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται. «Πού πας;» ρώτησα με σφιγμένο το στομάχι. «Είσαι κι εσύ ακροβάτης;» ρώτησε αντί για απάντηση. «Οχι, δεν είμαι. Γιατί ντύνεσαι;». «Γιατί φεύγω. Ξέρεις, από την πρώτη στιγμή ήμουν σίγουρη ότι θα είσαι συγγραφέας», συνέχισε με ύφος απογοητευμένο. «Αλλά και ακροβάτης να είσαι, το ίδιο κάνει· και οι δύο περπατούν σε τεντωμένο σχοινί». «Σου είπα, δεν είμαι ακροβάτης, συγγραφέας είμαι». «Αλήθεια;» σταμάτησε να ντύνεται. «Το πέτυχα, λοιπόν!». «Δηλαδή, δεν είμαι ακόμη, αλλά θα γίνω», εξήγησα με σιγουριά. «Θα γίνεις για μένα;» ήρθε πιο κοντά μου. «Και για σένα». «Και για ποιον άλλο, για τον ακροβάτη;». «Για μένα», είπα και την αγκάλιασα.

Ηπιαμε καφέ σ' ένα γαλακτοπωλείο και φάγαμε φρέσκα τυροπιτάκια, που μόλις τα είχε βγάλει η γυναίκα από τον φούρνο. «Θα μου δώσεις την διεύθυνσή σου στην Αθήνα;» ρώτησε ξαφνικά. «Θα' θελα να σου στείλω καμιά κάρτα από τη Δανία, να δεις σε τι όμορφη χώρα ζω». Το είπε τη στιγμή που ετοιμαζόμουν εγώ να της ζητήσω διεύθυνση. Καθώς της την έδινα, μου έδινε κι εκείνη τη δική της, χωρίς να τη ζητήσω. «Ωραία!» χτύπησε με τα χέρια τα γόνατά της. «Τώρα που έχουμε ο ένας τον άλλο στην τσέπη, μπορούμε να φύγουμε, ε;»

Πήραμε τον δρόμο για τον ξενώνα αμίλητοι. Οσο πλησιάζαμε σ' αυτόν τόσο πιο πολύ ένιωθα ότι απομακρύνομαι από κείνη. Μια-δυο φορές μου ήρθε να της πω, παράτα τον ξενώνα και τους συμφοιτητές, να παρατήσω κι εγώ τα ακροβατικά και να πάμε όπου θες, ακόμη και στη χώρα σου, δεν με νοιάζει. Την άλλη στιγμή όμως σκεφτόμουν τη φίλη μου, που θα ερχόταν και θα μ' έψαχνε και θα 'πρεπε να κρύβομαι συνέχεια, όχι τόσο από κείνη όσο από τον εαυτό μου. Το ότι την έκανα ακροβάτη από ακροβάτισσα έφτανε και περίσσευε, δεν είχα σκοπό να συνεχίσω τη ζωή μου από ψέμα σε ψέμα. Θα μπορούσα να την περιμένω εδώ και μετά ν' αποχωρήσω με χίλιες δυο προφάσεις, ακόμα και λέγοντάς της την αλήθεια, δεν μ' ένοιαζε. Μ' ένοιαζε όμως να κυκλοφορώ με ένα σακίδιο ψέματα και να τα πουλάω στους ανθρώπους.

Η μόνη που χάρηκε βλέποντάς μας ήταν η Ινγκριτ. Τις συνόδευσα στο πλοίο κι έμεινα στο μουράγιο ώσπου εκείνο χάθηκε μαζί με τα κορίτσια.

Το βράδυ ο ιδιοκτήτης του σπιτιού μου έφερε ένα τηλεγράφημα. «Εκανα συμβόλαιο για ένα μήνα. Στοπ. Ελα Μαδρίτη. Στοπ». Το πρωί μπήκα στο πλοίο για την Κρήτη. Βρήκα τους συμφοιτητές τής Χάριετ, την Ινγκριτ, αλλά όχι τη Χάριετ. «Μου είπε ότι πάει στη Μύκονο να σε βρει», ανασήκωσε τους ώμους η φίλη της και ξανασήκωσα κι εγώ το σακίδιο.

Συνεχίζεται

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μερόνυχτα Σαββάτου