Έντυπη Έκδοση

28 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ/ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΣΠΑΝΙΩΝ ΠΑΘΗΣΕΩΝ

Χρόνια μυελογενής λευχαιμία

Από χρόνια μυελογενή λευχαιμία προσβάλλονται ένας με δύο άνθρωποι ανά 100.000 πληθυσμού κάθε χρόνο σε όλο τον κόσμο, κυρίως ενήλικες. Η χρόνια μυελογενής αναιμία αποτελεί έναν από τους τέσσερις κύριους τύπους λευχαιμιών, η οποία πλήττει το 20-25% του συνόλου των ασθενών που αναπτύσσουν λευχαιμία.

Πρόκειται για μια αιματολογική κακοήθεια, που οφείλεται κυρίως σε μια κυτταρογενετική ανωμαλία -το χρωμόσωμα της Φιλαδέλφειας- η οποία οδηγεί σε υπέρμετρη παραγωγή και κυκλοφορία λευχαιμικών κυττάρων στον μυελό των οστών και στο αίμα των ασθενών αντιστοίχως.

Το χρωμόσωμα αυτό οδηγεί στην παραγωγή μιας νέας, μη φυσιολογικά υπάρχουσας πρωτεΐνης, που ονομάζεται Bcr-Abl και έχει σαν αποτέλεσμα τον ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό των λευκοκυττάρων.

Σύμφωνα με αποτελέσματα κλινικής μελέτης, η ουσία nilotinib υπερτερεί της ουσίας imatinib σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με Χρόνια Μυελογενή Λευχαιμία, όπως ανακοινώθηκε στο 51ο Συνέδριο της Αμερικανικής Αιματολογικής Εταιρείας (ASH) στη Νέα Ορλεάνη.

Στην πρώτη απευθείας συγκριτική μελέτη των δύο αυτών από του στόματος θεραπειών, ως αρχική θεραπεία αυτού του απειλητικού για τη ζωή καρκίνου του αίματος, η nilotinib κατέδειξε μια στατιστικώς σημαντική βελτίωση συγκριτικά με την imatinib σε όλες τις παραμέτρους αποτελεσματικότητας όπως στη μείζονα μοριακή ανταπόκριση (MMR), στην πλήρη κυτταρογενετική ανταπόκριση (CCyR), καθώς και στην πρόληψη της εξέλιξης της νόσου σε επιταχυνόμενη ή βλαστική φάση.

Στους 12 μήνες, σημαντικά λιγότεροι ασθενείς που έλαβαν nilotinib 300 mg δις ημερησίως μετέβησαν στην επιταχυνόμενη φάση της νόσου ή σε βλαστική εκτροπή, συγκριτικά με τους ασθενείς που έλαβαν imatinib 400 mg άπαξ ημερησίως (2 ασθενείς έναντι 11 ασθενών), γεγονός που καταδεικνύει μια στατιστικώς σημαντική βελτίωση στον έλεγχο της νόσου.

«Τα εξαιρετικά καλά ποσοστά ανταπόκρισης που παρατηρήθηκαν με την ουσία nilotinib, σε συνδυασμό με τα πολύ χαμηλά ποσοστά εξέλιξης της νόσου, σαφώς καταδεικνύουν ότι οι ασθενείς που λαμβάνουν αρχική θεραπεία με την ουσία μπορεί να έχουν μακροπρόθεσμα οφέλη σε ό,τι αφορά την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου» δήλωσε ο Giuseppe Saglio, του Πανεπιστημίου του Τορίνο, Νοσοκομείο San Luigi, Orbassano-Torino, Ιταλία, μέλος της επιτροπής διαχείρισης της μελέτης. «Η αποτελεσματικότητα και η ανεκτικότητα του Tasigna ενισχύουν τη χρήση του στους νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς».

Το ποσοστό της μείζονος μοριακής ανταπόκρισης στους 12 μήνες με nilotinib 300 mg δις ημερησίως ήταν διπλάσιο αυτού που παρατηρήθηκε στους ασθενείς που έλαβαν imatinib 400 mg άπαξ ημερησίως (44% έναντι 22%). Επιπλέον, το 80% των ασθενών που έλαβαν nilotinib πέτυχαν πλήρη κυτταρογενετική ανταπόκριση, έναντι του 65% αυτών που έλαβαν imatinib 400 mg άπαξ ημερησίως. Παράλληλα, η ανταπόκριση ήταν πιο άμεση στους ασθενείς που έλαβαν nilotinib συγκριτικά με αυτούς που έλαβαν imatinib.

Η μείζονα μοριακή ανταπόκριση αξιολογείται μέσω εξέτασης αίματος και στη μελέτη ορίζεται, βάσει των διεθνώς συμφωνηθέντων προτύπων, ως μείωση των επιπέδων της πρωτεΐνης Bcr-Abl σε επίπεδα ίσα ή χαμηλότερα του 0,1% αυτών πριν από την έναρξη της θεραπείας. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 1.000 κύτταρα που περιελάμβαναν την πρωτεΐνη Bcr-Abl και υπήρχαν στο αίμα στην αρχή της θεραπείας, παρέμεινε μόνο ένα έπειτα από 12 μήνες θεραπείας. Η πλήρης κυτταρογενετική ανταπόκριση επιτυγχάνεται όταν δεν υπάρχει κανένα ορατό κύτταρο ΧΜΛ θετικό στο χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας σε δείγμα μυελού των οστών που έχει ληφθεί από ασθενή.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Υγεία