Έντυπη Έκδοση

Χορτάστε διάβασμα

Τέσσερα βιβλία μάς ανοίγουν την όρεξη με δεκάδες πληροφορίες για την ιστορία και την κουλτούρα του φαγητού και του κρασιού ανά τους αιώνες αλλά και τη σχέση τους με το σινεμά και την εξουσία

Οσο παλιά είναι η πεποίθηση πως η ψυχή μιας κοινωνίας αποκαλύπτεται από την κουζίνα της άλλο τόσο παλιά κι ανθεκτική είναι η σχέση ανάμεσα στη διατροφή και τη σωτηρία της ψυχής μας. Ολες οι θρησκευτικές και φιλοσοφικές παραδόσεις απεχθάνονται τη συνήθεια του υπερβολικού φαγητού.

Μόνο ο χριστιανισμός, όμως, αντιμετώπισε τη λαιμαργία ως ένα από τα θανάσιμα αμαρτήματα. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον πάπα Γρηγόριο τον Μέγα, που έζησε κατά τον 6ο αιώνα, οι εκδοχές της λαιμαργίας -άρα και του αμαρτήματος- ήταν άφθονες: από την έλλειψη μέτρου και την κατανάλωση τροφής οποιαδήποτε ώρα της μέρας μέχρι την παραπανίσια φροντίδα στην προετοιμασία του φαγητού και την αναζήτηση ακριβών ή πολύ ιδιαίτερων τροφίμων!

* Η παραπάνω πληροφορία είναι μία από τις μυριάδες που προσφέρονται στους σημερινούς... αμαρτωλούς -που ούτε στη Σαρακοστή δεν λένε να νηστέψουν- μέσα από την «Ιστορία της γεύσης» που επιμελήθηκε ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ Πολ Φρίντμαν (μετ. Βίκη Ποταμιάνου, εκδ. Polaris): Ενα ογκώδες συλλογικό έργο, όπου εκατοντάδες έργα τέχνης εικονογραφούν τις ανακαλύψεις της νέας γενιάς ιστορικών της γεύσης γύρω από τα μαγειρικά επιτεύγματα διάφορων πολιτισμών, από τους προϊστορικούς χρόνους ώς τις μέρες μας.

Το «μενού» περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αδυναμία που έτρεφαν για το μέλι οι άνθρωποι πριν ακόμα εξημερώσουν τα ζώα, το πέρασμα από το τελετουργικά αλλά πρωτόγονα ψημένο κρέας των ομηρικών επών στην εξεζητημένη αισθητική της ελληνικής Σικελίας και της αυτοκρατορικής Ρώμης, το πάθος για τα μπαχαρικά που συνεπήρε τη μεσαιωνική χριστιανική Ευρώπη, την επανάσταση που έφεραν στην ευρωπαϊκή διατροφή το καλαμπόκι, η ντομάτα, η σοκολάτα και ο καφές του Νέου Κόσμου, μέχρι τις σύγχρονες καταναλωτικές συνήθειες και την εξέλιξη του εστιατορίου.

* Υπάρχουν όμως κι άλλα μενού να συμβουλευτεί κανείς αυτήν την εποχή, όπως το ολόφρεσκο -εκδοτικά- «Η σάλτσα ήταν σχεδόν τέλεια», με ογδόντα συνταγές από τον Αλφρεντ Χίτσκοκ (μετ. Μ. Κουτάλου, εκδ. Πατάκης). Ενα επίσης πλούσια εικονογραφημένο βιβλίο που συνδυάζει την αφήγηση της ζωής και του έργου του μετρ του σασπένς με συνταγές αντλημένες από σκηνές των ταινιών του και αναμορφωμένες. Το ευφάνταστο εύρημα χρεώνεται στη συγγραφέα Αν Μαρτινετί που διευθύνει το blog μαγειρικής www.cuisineinsolite.com και στον μυθιστοριογράφο και λογοτεχνικό κριτικό Φρανσουά Ριβιέρ, βιογράφο της Αγκαθα Κρίστι και της Πατρίτσια Χάισμιθ.

Γιος ενός παντοπώλη χονδρικής του ανατολικού Λονδίνου και μια ζωή λάτρης του εκλεκτού φαγητού, ο λαίμαργος και υπέρβαρος Αλφρεντ Χίτσκοκ, μολονότι απεχθανόταν την εικόνα του, προτιμούσε να γελάει μαζί της. «Αυτό που με ανησυχεί δεν είναι το βάρος μου, αλλά οι διαστάσεις μου» έλεγε. Οι βιογράφοι του ανέφεραν συχνά την αγάπη του για την αστική γαλλική κουζίνα, τ' αγγλικά εθιμοτυπικά πιάτα και την αφοσίωσή του στα καλά εστιατόρια του Χόλιγουντ, ενώ σε όλη του την καριέρα δεν έπαψε να κάνει μέσω των έργων του αναφορές στην γαστρονομία. Οπως χαριτολογούσε, άλλωστε, «οι πιο πολλοί σκηνοθέτες θέλουν οι ταινίες τους να είναι φέτες ζωής, αλλά οι δικές μου ταινίες θέλω να είναι φέτες γλυκού».

Αν η «Ρεβέκκα» δίνει αφορμή για ένα πιάτο πέρδικας με άσπρη σάλτσα, ο «Σιωπηλός μάρτυς» οδηγεί στη συνταγή γι' αστακό αλ' αμερικέν. Κι όπως η «Φρενίτις» ανοίγει την όρεξη για μια ζεστή ψαρόσουπα, ένα σορμπέ αχλάδι με σιρόπι σοκολάτας ξεπηδά από τη «Θηλιά». Το βιβλίο προσφέρει ιδέες από τη γαστρονομία της ανατολικής ακτής των ΗΠΑ με συνταγές όπως το κουνέλι στην κατσαρόλα (από το «Ποιος σκότωσε τον Χάρι;»), ενώ παράλληλα αναδεικνύει καλιφορνέζικες προτάσεις όπως η τάρτα με κοτόπουλο (από τα «Πουλιά»).

* Σε αντίθεση με το κονιάκ και τη σαμπάνια, το κρασί δεν παίζει κεντρικό ρόλο παρά μόνο σε μία ταινία του Χίτσκοκ, το «Νοτόριους». Οποιος ενδιαφέρεται όμως πραγματικά για το κρασί κι αναρωτιέται ποιος καθορίζει τη γεύση του σήμερα, ας συμβουλευτεί το «Κρασί και εξουσία» του Αμερικανού Τζόναθαν Νόσιτερ (μετ. Μ. Ακριβάκη, Κ. Σαρατσιώτη, εκδ. Vinetum). Πρώην οινοποιός και μετέπειτα σκηνοθέτης ταινιών όπως το βραβευμένο στο φεστιβάλ του Σάντανς «Sunday», το γυρισμένο στην Ελλάδα «Σημάδια και θαύματα» και το πολυσυζητημένο ντοκιμαντέρ για το κρασί «Mondovino», ο Νόσιτερ, στο παρθενικό του βιβλίο, ισχυρίζεται ότι όλα τα κρασιά κινδυνεύουν να γίνουν ίδια, καθώς χάνουν σιγά σιγά την εντοπιότητά τους, προσπαθώντας να γίνουν αρεστά σε όλους.

Το «Κρασί και εξουσία» γεννήθηκε μέσα από τον έρωτα του Νόσιτερ για τη Γαλλία, το κρασί και το σινεμά. Οπως γράφει, «θέλησα να παντρέψω τα ενδόμυχα συναισθήματά μου με σκέψεις που αφορούν την ομορφιά, την εξουσία, τη γεύση και το γούστο. Κατά κάποιο τρόπο το βιβλίο αυτό είναι ένα προσκλητήριο να εξεγερθούμε απέναντι στους φόβους μας, ώστε να ξαναβρούμε την ελευθερία -δηλαδή τη βαθύτερη έννοια- της γεύσης».

Πρόκειται για ένα είδος «αντι-οδηγού κρασιού» που διαβάζεται σαν μυθιστόρημα, μια προσωπική περιπλάνηση του Νόσιτερ σε κάβες, εστιατόρια και μπριστρό του Παρισιού και αμπελοτόπια της Βουργουνδίας. Και μέσα από τις σελίδες του, πέρα από την επανεξέταση της έννοιας του αμπελουργού, γίνεται μια ολομέτωπη επίθεση σε κάθε είδους «απατεωνιά» -οικονομική, πνευματική, γαστρονομική- που διαπράττεται στον συγκεκριμένο χώρο. Στο στόχαστρο του συγγραφέα βρίσκονται τόσο τα κρασιά-πασπαρτού με απλοϊκή γεύση που ξεγελούν τους αδαείς ουρανίσκους, όσο και η «σκανδαλώδης» πολιτική των υπερπολυτελών εστιατορίων ν' ανεβάζουν τις τιμές των κρασιών.

* Υπάρχει τέλος κι ένα βιβλιαράκι, «Η σούπα του Κάφκα» (εκδ. Μεταίχμιο) που φέρει την υπογραφή του βρετανού φωτογράφου Μαρκ Κρικ, ο οποίος δανείζεται το ύφος 17 διάσημων συγγραφέων (ανάμεσά τους οι Ντίκενς, Προυστ, Μπόρχες, Στάινμπεκ, Μαρκές, Τζέιν Οστιν, Βιρτζίνια Γουλφ, Γκράχαμ Γκριν), και δημιουργεί ισάριθμες συνταγές-ιστορίες που λες κι έχουν ξεπηδήσει από τα έργα τους.

«Ηπια το ουίσκι μου, πάντα σάουερ, κι έσβησα το τσιγάρο μου στο ξύλο του ψωμιού με το μάτι καρφωμένο σ' ένα μαμούνι που πολεμούσε να βγει από τον νεροχύτη. Αυτό που μου χρειάζεται, σκεφτόμουνα, είναι ένα γεύμα στου Μαξίμ, καμμιά εκατοστή δολάρια και μια ξανθιά γυναικάρα. Αυτό που έχω είναι ένα αρνίσιο μπούτι και κανένα αποδεικτικό στοιχείο...» Ετσι ξεκινά το κεφάλαιο που αντιστοιχεί στον Ρέιμοντ Τσάντλερ (αρνί με σάλτσα άνηθου). Κι όπως η διαδικασία για ένα «Τοστ με τυρί αλά Χάρολντ Πίντερ» παίρνει τη μορφή θεατρικού έργου, η συνταγή για κουνέλι στιφάδο με τον τρόπο του Ομήρου δίνεται -πώς αλλιώς;- σαν απόσπασμα ομηρικού έπους.

Ο Μαρκ Κρικ μιμείται κι άλλων τη φωνή, όπως του Τόμας Μαν, του Ιταλο Καλβίνο ή και του αθυρόστομου Ιρβιν Γουέλς του «Trainspoting», αλλά με τον Καβάφη δεν καταπιάστηκε. Ενα κενό που φρόντισε να καλύψει η μεταφράστρια του βιβλίου Αθηνά Δημητριάδου, προτείνοντας ως επίμετρο της έκδοσης ένα γλυκό του κουταλιού «κατά τις συνταγές ελληνοσύρων μάγων». Ενα γλυκό που θα μπορούσε ίσως να εμπνεύσει και στον Αλεξανδρινό την έκκληση «επέστρεφε συχνά, γεύση ηδεία, και παίρνε με» φτιαγμένο με μια οκά βύσσινο, μιάμιση οκά ζάχαρη κι ελάχιστο νερό εάν ο χυμός του καρπού είναι ολίγος... *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία