Έντυπη Έκδοση

Εμείς, με το σημάδι

(Μέρος 14)

Μπήκα στο βαπόρι για Μύκονο. Δεν πίστευα ότι θα μπορούσα να τη βρω με τέτοια πολυκοσμία, πράγμα που δεν θα πίστευε και η Χάριετ για μένα, γι' αυτό πήγα κατ' ευθείαν στη Δήλο. Αν υπήρχε μία πιθανότητα να την πετύχω, εδώ θα την έβρισκα.

Της είχα πει για τη Δήλο πολλά, για τη Μύκονο επίσης, γιατί τις ήξερα καλά. Οχι έτσι όπως τις γνωρίζουν οι τουρίστες, αλλά όπως τις ξέρουν αυτοί που ανακατεύονται με τους ντόπιους κι έχουν μαζί τους καθημερινό αλισβερίσι. Πριν από λίγα χρόνια, εκεί προς το τέλος της δεκαετίας του '60, είχα κάνει μερικά φεγγάρια ταμίας στην Αγροτική Τράπεζα της Τήνου και οι Μυκονιάτες, μη έχοντας ακόμη τέτοιο πράμα στο νησί τους, έρχονταν στην Τήνο για τις δοσοληψίες τους. Πολλές φορές όμως πηγαίναμε ο διευθυντής κι εγώ για έλεγχο κι εκκρεμότητες, απλώναμε τα χαρτιά στο καφενείο κι από μπροστά μας περνούσε ο μισός πληθυσμός του τόπου. Την Τήνο την ήξερα ακόμη καλύτερα, αυτή την γνώριζα απ' έξω κι ανακατωτά· κι όχι μόνο την ίδια, αλλά και τους κατοίκους της. Δεν ήξερα μόνο τι καπνό φουμάρει ο καθένας, αλλά σαν ταμίας ήξερα και πόσα λεφτά έχει ο καθένας. Ενα χρόνο ακριβώς έμεινα στο νησί. Είχα πρωτοφτάσει ένα έρημο και βροχερό κυριακάτικο απόγευμα του Σεπτέμβρη κι έφυγα Δεκαπενταύγουστο, τη μέρα της Παναγιάς, με δρόμους κατάμεστους από ανθρώπους που σέρνονταν στην άσφαλτο και κρέμονταν από τα δέντρα.

Είχα μιλήσει γι' αυτά στη Χάριετ και έλπιζα ότι μπορεί και να τη συναντήσω στην Τήνο. Αν πήρε σβάρνα τα νησιά ψάχνοντάς με, θα 'πρεπε να περάσει κι από δω, σκεφτόμουν. Κι αν με αγαπούσε, όπως έλεγε, τότε θα 'πρεπε να έρθει, ακόμα κι αν ήταν σίγουρη ότι εγώ δεν θα 'ρθω, μόνο και μόνο για να δει πώς έζησε ο καλός της έναν ολόκληρο χρόνο στο νησί της Παναγίας. Ομως από αυτό το ελάχιστο που ήξερα τη Χάριετ, την είχα ικανή να την πάω στην εκκλησία και βλέποντας την εικόνα της Παναγιάς φορτωμένη με κοσμήματα και χρυσαφικά, να γελάσει, να κλάψει ή ακόμη και ν' αρνηθεί ν' ασπαστεί το εικόνισμα, με τον ισχυρισμό ότι δεν βλέπει πρόσωπο, παρά μόνο διαμαντικά. Μπορεί ακόμα να φωνάξει μέσα στο εστιατόριο που θα τρώμε ότι αυτό δεν είναι νησί της Παναγίας, αλλά νησί των πειρατών, κι όπως εκείνοι τότε καταμετρούσαν τη χρυσή τους λεία για να τη μοιραστούν, το ίδιο κάνουν και οι σημερινοί ντόπιοι πειρατές. Θα μπορούσε ακόμη σ' αυτό τον ανηφορικό δρόμο, τον κατάμεστο από πάγκους με κρεμασμένες Παναγίτσες και μπιχλιμπίδια, να τα βάλει με τους μικροπωλητές, όπως έκανε κάποτε ο Χριστός στον ναό του Σολομώντα, που πήρε το ραβδί και κυνήγησε τους πραματευτάδες, φωνάζοντας: «Κάνατε τον οίκο του Πατρός μου οίκο εμπορίου».

Εμεινα σχεδόν ένα μήνα στην Τήνο. Ελεγα στον εαυτό μου ότι περιμένω τη Χάριετ, αλλά τριγύριζα στα καφενεία και στις ταβέρνες που σύχναζα τότε. Οι παλιοί μου φίλοι είχαν όλοι πεθάνει. Το καλό στη ζωή μου ήταν που έκανα συνήθως φίλους ηλικιωμένους, γέροντες, αλλά ήταν και το κακό, γιατί τους έχανα γρήγορα και ξαφνικά. Το μικρό σπιτάκι κάτω από τα δέντρα και δίπλα στη θάλασσα που ζήσαμε μ' εκείνο το καλό κορίτσι προτού πάμε στη Γερμανία, είχε χορταριάσει και μαραθεί.

Το πρώτο που έκανα στην Αθήνα φτάνοντας ήταν να τηλεφωνήσω σε μια γειτόνισσα στη Θεσσαλονίκη, για να μάθω πώς είναι η γιαγιά μου. «"Καλά, καλά είναι", όλη μέρα εδώ την έχω και τα λέμε. Σ' επεθύμησε μονάχη. Εχουν έρθει κι ένα σωρό γράμματα για σένα. Από τη Δανία είπε ο παπάς που τα 'δειξα». «Μπορείς, σε παρακαλώ, να μου τα στείλεις;» «Χριστός και Παναγιά!» τρόμαξε η φιλενάδα της. «Θα με σκοτώσει η γιαγιά σου». Της το 'πα κι εγώ και μ' είπε: «Εδώ θ' απομείνουν τα γράμματα, στα τσόπια μου, μέχρι να 'ρθει. Μπορεί να μη έρχεται για τη γιαγιά του, αλλά για τη σκορδόπιστη θα 'ρθει, θα το δεις. Εδώ είσαι κι εδώ είμαι».

Την άλλη μέρα ήμουν κι εγώ εκεί.

Συνεχίζεται

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μερόνυχτα Σαββάτου