Έντυπη Έκδοση

ΖΥΡΑΝΝΑ των παθών και των θρύλων

Η Ζυράννα Ζατέλη, μία από τις πλέον ιδιάζουσες και πρωτοποριακές πεζογραφικές πένες της χώρας μας, συγγραφέας με κύρος και εύσημα αλλά και με τη μοναδική αχλύ μιας μυθώδους αύρας μόνιμη συνοδό της, έρχεται με το πληθωρικό και νευρώδες μυθιστόρημα «Το πάθος χιλιάδες φορές» να συμπληρώσει το δεύτερο μέρισμα της πολυδαίδαλης τριλογίας της. Ευχές από το βάθος της καρδιάς μας οι μοίρες να χαρίζουν στη διαλεχτή τους μέρες πολλές και καλές, και να συμπληρώσει εν καιρώ το επόμενο τρίτο μέρος του απαιτητικού εγχειρήματός της.

Ζυράννα Ζατέλη

Το πάθος χιλιάδες φορές

Εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 768, 26,13 ευρώ

Από τη συσσωρευμένη πείρα ζωής χιλιετηρίδων ιστορίας δεν μοιάζει να διδαχτήκαμε παρά ελάχιστα. Ο πανικός που προκαλεί η συνείδηση της θνητότητας εξωθεί τον άνθρωπο σε απεγνωσμένα εγχειρήματα. Είτε χωρίς μνημούρι, είτε θαμμένοι σε ματαιόδοξα κενοτάφια, είμαστε όλοι μας «γραμμένοι του θανάτου». Η Ζυράννα Ζατέλη κυκλοφορώντας, όπως όλοι οι βροτοί, «ανάμεσα σε πεθαμένες ζωές και σε άταφες μνήμες», όπως σημειώνει ο Κωστής Παπαγιώργης στο έξοχο δοκίμιό του «Ζώντων και τεθνεώτων», αγωνίζεται να βάλει με τον λόγο της μια ψηφίδα παραμυθίας στο ατέλειωτο μωσαϊκό των ζωντανών που στριμώχνονται εκόντες-άκοντες στο γαϊτανάκι του Χάρου. Η Ζυράννα, τρισέγγονη των ομηρικών προφητών και εγγονή των παραλογών και των μοιρολογιών του δημοτικού τραγουδιού, είναι μια χαρισματική νεκρομάντις των ημερών μας, που κυκλοφορεί επιλεκτικά ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως και φορές φορές στέκεται σαν ένας μεταξύ τους κρίκος ασφαλείας, ένας αρραβώνας σφιχτός, ενώ τα παιδιά της, οι ήρωες της μυθοπλασίας της, με τη σειρά τους μπαινοβγαίνουν κι αυτοί με άνεση στις ατέρμονες σήραγγες που οδηγούν από τη μέρα στη νύχτα κι από την ειρκτή της Εκάτης στο χάρμα της ροδαυγής και τανάπαλιν. Οι βαριές απώλειες δεν σηκώνουν παρηγοριά. «Τα δάκρυα μόνο με δάκρυα ξεπλένονται». Η Ζυράννα έχει αποθηκεύσει στα βαθύτερα σεντούκια της ψυχής της πένθη ισόβια, που ούτε τα σκούρα φορέματα τα κάνουν ζάφτι, ούτε και οι καθημερινές οιμωγές τα οδηγούν στον καθαρμό. Η Ζυράννα δεν θα ξεπενθήσει ποτέ. Τα μνημόσυνα που στήνει για τους νεκρούς της και τους νεκρούς μας χρωματίζονται -τονίζοντας την εικαστική αποτύπωση του πένθους της- από τις μοβ και λιλά ονειρικές πινελιές με τις οποίες συνηθίζει να διανθίζει τα κατάμαυρα χιτώνιά της.

Τα διαδοχικά αλληλοεμπλεκόμενα και αλληλοϋπονομευόμενα επεισόδια του μυθιστορήματος της Ζυράννας διαμορφώνουν έναν μυθιστορηματικό κόσμο, όπου όλα μαζί γίνονται ένα, όμως και το καθένα χωριστά διατηρεί την αυτοτέλειά του ισορροπώντας στην κόψη του ξυραφιού: μαγεμένοι εραστές, κάτοικοι του Αδη, φανερώνονται με το απροσδόκητο ξύσιμο μιας αγιάτρευτης πληγής της αδικημένης μνήμης, λουσμένοι σ' ένα νεφελώδες φωτοστέφανο. Υπνοβάτες του «ακοίμητου ύπνου» παγιδεύουν με τις αλλεπάλληλες υπνοβασίες τους την αλλαγή του χρόνου, έτσι ώστε οι λεπτοδείκτες δεν έχουν χρεία, καθώς το μέλλον έχει υποθηκευτεί μέσα στο παρελθόν και τανάπαλιν, αφού οι ζωντανοί έχουν τελειώσει και ξαναρχίσει μια και δυο και χιλιάδες ζωές και ποιος ξέρει αν αυτή που ζούμε εδώ (στο μυθιστόρημα) θα είναι κι η τελευταία. Η πολυσπόνδυλη κοτσίδα της προσφυγοπούλας Μυροφόρας σέρνει ξωπίσω της εκατόμβες λαγγεμένων αρσενικών. Πυρκαγιές εξολοθρεύουν καπναποθήκες, ενώ οι μάνες πετούν απ' το παράθυρο τα φασκιωμένα βρέφη, που σώζονται με ισόβια κουσούρια. Ομως με το κουσούρι της άτυχης ηρωίδας Ωραιοζήλης είναι μασκαρεμένη η ακολουθία των κουσουρλήδων και των ένθεων σαλών που αποτελούν αιώνες τώρα τα πλέον ευάλωτα θύματα χλεύης και βιασμού κυρίως στην ηπειρωτική μας ενδοχώρα, ένα βαθύ και ανίατο κοινωνικό στίγμα, που δε θα εξαλειφθεί όσο υπάρχει αυτό το τέλειο-ατελές πλάσμα, ο άνθρωπος. Στιχάκια, γραμμένα πίσω από ημερολόγια της νοικοκυράς που αναμοχλεύουν την αγιάτρευτη νοσταλγία μιας σειράς σημαδιακών εορτών και συμβάντων. Ποιος είναι ο Αγιος των νερών; Μήπως ο Αγιος της στεριάς είναι ο καλόγνωμος Ντάφκος, μια ολύμπια μορφή, που θα μπορούσε να είναι η σύζευξη σε ένα δύο ηρώων, ενός του Βιζυηνού κι ενός του Παπαδιαμάντη; Ξωτικά κι αλαφροΐσκιωτοι τσαλαπατιούνται για να προμηθευτούν εισιτήριο στο πανηγύρι με τις κούνιες. Οι τυφλοί ξέρουν να βλέπουν, οι κουφοί να ακούν, οι σακάτηδες να βαδίζουν και τα σκυλιά να διαβάζουν το πεπρωμένο ακόμη και θαμμένα κάτω απ' τη γη. «Γλώσσα είν' αυτή, γλιστράει, γιαβρί μου» θα 'λεγε η Ζυράννα. Γλιστράει και γητεύει. Αυτό είναι το μαγικό σύμπαν της Ζυράννας, η δική της «Αυλή των θαυμάτων», το προσωπικό της παιχνίδι με την άβυσσο.

Το οδοιπορικό της Ζυράννας είναι μια δαιδαλώδης και τυραννική αλλά ηδονική περιπέτεια στο μονοπάτι της αυτογνωσίας με στόχο να λουστεί στις αρχέγονες πηγές του άσπιλου νερού, να αξιωθεί να πιεί απ' την πηγή της ζωής. Η Ζυράννα περπατάει από ένστικτο «Στην ερημιά με χάρη» ακροβατώντας στην κόψη ενός αόρατου νήματος, που η μια άκρη του είναι σκαλωμένη στο αραχνοΰφαντο τσιγκέλι της ζωής και η άλλη κρεμασμένη απ' το μοιραίο παραγάδι του Χάρου.

«Τώρα μαθαίνω το αίμα μου

έχοντας το σακούλι

των αναστεναγμών

κι όλο πηγαίνω

πηγαίνω

στις

πηγές»

είπε ο Καρούζος.

«Ψ υ χ ά ρ ι ο ν εί, β α σ τ ά ζ ο ν ν ε κ ρ ό ν» (είσαι μια ψυχούλα που βαστάει ένα νεκρό) είχε πει ο Επίκτητος. Η Ζυράννα «ψυχάριον εστί βαστάζον νεκρούς ικανούς» (είναι μια ψυχούλα που βαστάει αρκετούς νεκρούς).

Η Ζυράννα στοχεύει με τις ακάματες και αιματηρές αναζητήσεις της μέσα από μονοπάτια αδιάβατα να της αποκαλυφθεί το βαθύτερο κέντρο της ψυχής της, να οδηγηθεί στο ξέφωτο της εσώτερης αυτογνωσίας. Ταυτόχρονα όμως με την πρόζα της, μια ποιητική χίμαιρα με τη μορφή επικών πεζών, συνεισφέρει στο επίμαχο και πρωταρχικό για όλους μας ζήτημα της συλλογικής νεοελληνικής αυτογνωσίας.

Η οικογένεια. Ιδού η χώρα, όπου τελούνται αιώνες τώρα, από τότε που υπάρχουν οργανωμένες κοινωνίες, τα μέγιστα δράματα. Η οικογένεια, τόσον αγία μα και τόσο κολασμένη. Η Ζυράννα ξέρει πως η λειτουργία του δράματος επαναλαμβάνεται στο σπίτι του ξυλοκόπου, όπως ακριβώς και στα παλάτια των Ατρειδών. Στήνει λοιπόν ένα κέντημα με βασικό μοτίβο το γενεαλογικό δέντρο μιας βαθύζωνης βορειοελλαδίτικης οικογένειας της επαρχίας με αναγωγή, ίσως, σε βιωματικές (αυτοβιογραφικές και κοινωνικές) καταβολές της. Εχει προμηθευτεί και φυλάει στον κόρφο της από τον καιρό της εφηβείας της τους κατάλληλους σε χρώματα -όπως έλεγαν παλιά- «μουλινέδες» και πλέκει ψιλοβελονιά. Πάθη διαπρύσια, προπατορικές ενοχές, καθηλωμένα οιδιπόδεια, λανθάνουσες και μισοεκφρασμένες αιμομικτικές ορέξεις σμίγουν μ' έναν κυκεώνα συμβατικών ή ρηξικέλευθων σχέσεων στις οποίες διαπλέκονται πατροπαράδοτα ταμπού, ενδοοικογενειακές ίντριγκες, αδελφικές ή συζυγικές ζηλοτυπίες, ασυνείδητες ή καλοστημένες πλεκτάνες.

«Αγριος φονιάς είναι ο έρωτας» πιστεύει η Ζυράννα μέσα απ' τη γλώσσα των ηρώων της. Και η αγαπημένη της Λεύκα, η πρωταγωνιστική, καταλυτική ηρωίδα της, ένα κοπελούδι που, όπως μας λέει ο παππούς της, «για μικρή είναι μεγάλη και για μεγάλη είναι μικρή», είναι η ζωντανή έκφραση της πρωτογενούς μορφής του Ερωτα. Ετσι, με τον τρόπο που χτίζει τη μυθολογία της η συγγραφέας γίνεται έμμεσα η αναγωγή στην ορφική κοσμογονία, στη γέννηση του Ερωτα, ο οποίος πετάχτηκε μέσα από ένα αυγό, που γέννησε από μόνη της η Νύχτα μέσα στην απολυτότητα του ερέβους.

«Το σώμα μου είναι μια λύπη γύρω από την ψυχή μου. Την εμποδίζει» είπε η Θεσσαλονικιά αρχόντισσα Ζωή Καρέλλη. Η ίδια η Ζυράννα μοιάζει να είναι τόσο προσγειωμένη όσο και απογειωμένη ύπαρξη. Σαν να μη χωράει στις γήινες συντεταγμένες η ψυχή της και να βρίσκεται σε μια διηνεκή διαδρομή απόδρασης και υπέρβασης. Οι συνομιλητές της δεν είναι μόνο οι άνθρωποι, είναι μία εύλαλη λεξιθήρας, η οποία χειρίζεται τα λεξικά άλλων φυλών, όπως το γλωσσάρι των φυτών και του δάσους. «Then the trees may touch me for once, and the flowers have time for me», ίσως να έγραψε γι' αυτήν η Σύλβια Πλαθ στο ποίημα «Ι am vertical» (από τη συλλογή «Crossing the water»).

Το μυθολογικό σύμπαν που δημιούργησε η Ζυράννα αποτελείται από ενδιάμεσα της γης και του ουρανού πλάσματα. Η αγγελική εμπειρία τους δεν εμποδίζει τη ζωντανή παρουσία τους, ούτε και η γήινη δράση τους ενοχλεί την ουράνια υπόστασή τους. Η Ζυράννα κατασκεύασε ένα σύστημα το οποίο χαρίζει την ικανότητα στα πιο εξέχοντα από τα επίγεια πλάσματά του να αναλαμβάνονται στους ουρανούς και να μεταμορφώνονται σε ημίθεους. Είναι μια δυνατότητα που συναντάμε σε όλα τα γνωστά συστήματα του μύθου και του μυστικισμού. Και στην αρχαιοελληνική λατρεία της ψυχής, και στον Πλάτωνα, και στην Παλαιά Διαθήκη, και στις μυστικές στροφές του σοφού δερβίση Τζαλαλαντίν Ρουμί, και σε κάποιους Ανατολίτες φακίρηδες και στην περίπτωση του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, που υποτίθεται πως οι εκπεπτωκότες άγγελοι του επιφύλαξαν τον θρόνο του ίδιου του Εωσφόρου.

Τα επικά, λαβυρινθώδη, πολύχρωμα και πολυπρόσωπα μυθιστορήματα της Ζυράννας, προϊόντα μιας συνειδητής, πολύχρονης και πολύμοχθης εγκυμοσύνης, δεν προδιαθέτουν πάντοτε θετικά τον αναγνώστη. Η πλοκή και η τεχνική σε κερδίζουν, όχι τόσο από την αρχή ή κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, αλλα όσο πλησιάζεις προς το τέλος. Εκεί πια μαγεύεσαι, αν είναι για να μαγευτείς. Γιατί με την τέχνη της δεν μπορείς να είσαι χλιαρός, ναι και όχι. Ή την αρνείσαι ή γίνεσαι πιστός της. Η περίπτωση της Ζυράννας μοιάζει λίγο μ' εκείνη του Καζαντζίδη. Ή δεν σου πάει το ύφος της, οπότε αποστρέφεις το πρόσωπό σου και τα παρατάς απ' την αρχή ή έστω στα μισά του δρόμου, ή παθιάζεσαι και γίνεσαι οπαδός. Η Ζυράννα, σαν τον Στέλιο, δεν έχει θαυμαστές, έχει μουτζαχεντίν.

Λάτρις των ευρηματικών γρίφων, γεννάει συνεχώς καινούργιους, όλο και πιο αινιγματικούς, όλο και πιο βασανιστικούς. Οι ατέλειωτοι γρίφοι είναι ένα από τα εργαλεία της αγωνίας που μοιάζει να είναι ένας απ' τους στόχους της και η λύση τους μπορεί να είναι καλά κρυμμένη σε απρόβλεπτες φράσεις-κλειδιά, στην ταυτοσημία των αντιθέτων, όπως: «Το γέλιο είναι κλάμα». Ή σε αποστάγματα σκέψης και περίσκεψης που ξεφυτρώνουν και υψώνονται σαν αγκαθωτά τσαλιά ανάμεσα σε σχοινοτενείς διαλόγους. Οπως: «Μα εγώ δεν το βρίσκω παράξενο πρώτα να κλαίει κανείς για κάτι που δεν του είναι υποφερτό και μετά να το φέρνει η ζωή μπροστά του». Και: «Αν μπει ένα αγκάθι στο χέρι σου, πρέπει να πεις ευχαριστώ που δεν μπήκε στο μάτι σου». Ή: «Το μάτι είναι φοβερό αλλά το χέρι ευλογημένο». Και: «Υπάρχουν πάντα τρεις γνώμες: η δική μου, η δική σου και η σωστή». Ή: «Τη ζωή τη φτιάχνουν τα παιδιά». Και: «Σε βγάζουν απ' την άλλη μεριά του ντουνιά τα όνειρα».

Η αξιολόγηση της μαεστρίας ενός λογοτέχνη εξαρτάται και από τον βαθμό της επιτυχούς σύνδεσης και απορρόφησης των επιρροών και των δανείων από το corpus της παγκόσμιας γραμματείας στο έργο του. Η επίδραση ενός αποφθέγματος, ενός στίχου, μιας λαϊκής ρήσης, μιας παροιμίας, πρέπει με τη διαδικασία της έντεχνης και επιλεκτικής εσωτερίκευσης να γίνεται αντικείμενο επιτυχούς αφομοίωσης, έτσι ώστε να είναι τόσο αναγνωρίσιμη όσο και ταυτόχρονα μη ευδιάκριτη. Μάλλον δεν θα' χε, για παράδειγμα, ο ρεμπέτης Γιάννης Παπαϊωάννου υπ' όψιν του την αρχαϊκή έκφραση «άχθος αρούρης» (αν και ποτέ κανείς σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορεί να είναι σίγουρος). Την αποτύπωσε όμως πολύ εύστοχα στον ελεγειακό ύμνο του «Βγήκε ο Χάρος να ψαρέψει» (με τ' αγκίστρι του ψυχές) ως εξής: «Να μας βρει και μας ο Χάρος που της γης δίνουμε βάρος, να σωθούμε απ' το βραχνά......», έτσι ώστε να συνδέουμε τις δύο εκφράσεις ως νοηματικά ταυτόσημες χωρίς να θεωρούμε τη νεότερη προϊόν ιδιοτελούς δανείου ή κλοπής.

Στις μυθιστορίες της Ζυράννας ανιχνεύονται για τους υποψιασμένους ανάγλυφα αλλά μετουσιωμένα ίχνη από τις διδαχές της ελληνικής μυθολογίας, του Ομήρου, του Αισώπου, του Ηράκλειτου, του Πλάτωνα, βιβλικών χωρίων, σπαράγματα από την αποθησαυρισμένη σοφία των λαϊκών φυλλάδων και της ανατολίτικης λαϊκής παράδοσης καθώς και από όλο το φάσμα της νεοελληνικής προφορικής παράδοσης, ιδίως δε από το λαοφιλές σύμπαν της παροιμίας.

Τα μαθητικά φυτολόγια ανοίγουν τους σφραγισμένους φεγγίτες τους για να αποδράσουν τα φαρμακευτικά βότανα: η μαγκούτα, ο σαμπούκος, η αψιθιά, η μπελαντόνα, ο μανδραγόρας. Τα δαιμονικά ανακατέματα και αναποδογυρίσματα των ονομάτων ακολουθούν στο κατευόδιο των μεταναστών για τις γερμανικές φάμπρικες όλο τον θίασο των ευγενών πλασμάτων που συνοδεύουν τα πετάγματα της λατρεμένης ελαφίνας, της Ταβιθά: τα πουλιά και τ' αλόγατα, τα πετεινάρια και τους τράγους, τα μουλάρια και τ' αλεπουδάκια, τις δεντρογαλιές και τα τρυγόνια, τις γάτες και τους σκύλους, τα τζιτζίκια και τις πέρδικες, τις σφήκες και τους δρυοκολάπτες.

Ανάμεσα σε ψαλμούς του προφητάνακτα, που τους ψελλίζουν στόματα απρόοπτα, φυτρώνουν λαβωματιές της μνήμης από τον καιρό της παρθενίας, καταχνιές της εφηβείας που δεν φωτίστηκαν ποτέ, καθηλωτικές εξομολογήσεις εξαπατημένων, προσευχές καταφρονεμένων που δεν τους δόθηκε ο καιρός να τις απευθύνουν, αγγελοκρούσματα χαροπατημένων και ψυχομαχητά λύκων που σταυρώθηκαν από χέρι ανθρώπινο μαρτυρώντας χειρότερα κι απ' τον Χριστό. Ιδού τα πάθη, τα πάθη ψυχών και σωμάτων, μια και δυο, χιλιάδες και μυριάδες φορές.

Ολα αυτά, πέρα από βαθύτερες, λιγότερο ή περισσότερο αναγνωρίσιμες επιδράσεις από το σώμα της ευρωπαϊκής, της αμερικανικής, της λατινοαμερικάνικης και πρωτίστως της νεοελληνικής λογοτεχνίας με τις σποραδικές καλοστημένες κρυψώνες του Καβάφη, του Βιζυηνού, του Παπαδιαμάντη και τα διδάγματα της σολωμικής ποίησης. Η Ζυράννα φέρει την προίκα μιας ιδιότυπης ελληνοκεντρικής παράδοσης, η οποία συνδυάζει τις βαθύχρονες παραδόσεις των πεδινών της ευρωβαλκανικής κεντρικής Μακεδονίας με τον παροιμιακό λόγο και τους θρύλους των παραλογών, με τα ξέφρενα πανηγύρια, με τα ξόρκια και τα βότανα αλλά και τους θρήνους της Ηλέκτρας και της μάνας του ληστή και του αντάρτη.

Η Ζυράννα Ζατέλη είναι μια ανιδιοτελής, ακάματη, ριζοσπαστική, πρωτογενής, και στον απόλυτο βαθμό ολοκληρωμένη δημιουργός. Η σαγηνευτική λογοτεχνία της, αυτογενής και πρωτότυπη, στοχεύει στην αγάπη. Το έργο της ξεχωρίζει καθώς κομίζει -με ύφος ιδιαζόντως προσωπικό- νέους μύθους, ανάβει τον φακό του σε απάτητους δρόμους και εμπλουτίζει με καίριες και οξυδερκείς καταθέσεις το νεοελληνικό μας λογοτεχνικό και ευρύτερα πολιτιστικό παρόν. Για τη Ζυράννα είμαστε όλοι μας ξεχωριστά περήφανοι. Η αγαπημένη μας Ζυράννα σκάβει υπομονετικά με τη σμίλη του εξαίσιου πνεύματός της τον χρόνο. Κι όπως λέει ο Γουίλιαμ Μπλέικ στους «Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης»: «Η αιωνιότητα πέφτει στα δίχτυα της αγάπης με τα έργα του χρόνου».

Παίρνοντας στα χέρια μου το βιβλίο του πάθους της Ζυράννας και βλέποντας ότι τήρησε την υπόσχεσή της να μου το αφιερώσει κι εμένα (-Σε πειράζει να είσαι μαζί με τους πεθαμένους; με ρώτησε -Τιμή μου, της απάντησα) σκάρωσα αυτό το τραγούδι, όταν διάβασα τον πρώτο αποδέκτη της αφιέρωσης: Στα παιδιά της άλλης όχθης.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΟΧΘΗΣ

Τα παιδιά της άλλης όχθης

που ντυνόντουσαν σειρήνες,

προσκυνούσαν τα φεγγάρια,

σαμποτάραν τις κομπίνες.

Τα παιδιά της άλλης όχθης,

που δεν είναι πια παιδιά,

τα παιχνίδια έχουν πετάξει,

δε με παίζουν άλλο πια.

που με παίζανε τα βράδια

και χαϊδεύανε τον δράκο

μες στα πιο πυκνά σκοτάδια

που μαρμάρωναν στ' αλήθεια

και που βγάζανε τη γλώσσα

σ' όσους λένε παραμύθια

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου