Έντυπη Έκδοση

Αυτοί, με το σημάδι

(Μέρος 15)

«Κι είναι μακριά, μπρε συ, εκεί που θα πας;», θέλησε να μάθει η γιαγιά μου φέρνοντας τα γράμματα της Χάριετ. «Μακριά, γιαγιά...», είπα κι άπλωσα το χέρι να τα πάρω, όμως κι εκείνη άπλωσε το χέρι της προς τα πίσω.

«Πολύ μακριά; Πιο πολύ από κει που ζει ο μπαμπάς σ' με τη μάνα σ';». «Απ' τη Γερμανία; Πιο μακριά», έκανα πάλι να τ' αρπάξω, αλλά κι εκείνη έκανε πάλι πίσω. «Δηλαδή, πόσο πιο μακριά;», ξαναρώτησε. «Εκεί που τελειώνει η γη κι αρχίζει η θάλασσα», γέλασα και θύμωσε περισσότερο. «Και χάθηκαν, μπρε συ, τόσα καλά κορίτσια στον ντουνιά; Ετσι να κοιτάξεις γύρω σ', εκατό θα βρεις, από μάλαμα είναι η λεγάμενη και πας στην άκρη του κόσμου να τη βρεις; Να, πάρ' και τα γράμματά σ', που να σε πάρει και να σε φέρει... Πάω να ψήσω καφετζίκο, θες;». «Θέλω».

Ωσπου να έρθει με τους καφέδες είχα κιόλας διαβάσει τα μισά. Ηταν είκοσι δύο όλα μαζί, που σήμαινε ότι κάθε μέρα έγραφε κι από ένα. Ανέφερε με λεπτομέρειες πού πήγε, τι είδε, τι άκουσε, τι της είπαν, τι τους είπε, τι της άρεσε περισσότερο και στο τελευταίο έλεγε ότι σε κάθε της βήμα είχε την εντύπωση πως ήμουν πλάι της και την ξεναγούσα. Τελείωνε λέγοντας ότι είναι η σειρά της να με ξεναγήσει στον τόπο της και με περιμένει.

Εφτασα με το τρένο στη Φρανκφούρτη και το βράδυ μπήκα στο δανέζικο τρένο για την Κοπεγχάγη. Μες στον ύπνο μου ένιωσα την αμαξοστοιχία να ταράζεται δυνατά και γέρνοντας στο κρεβάτι κοίταξα έξω. Στους προβολείς που είχαν ανάψει, είδα τα κατάρτια πλοίου, το κατάστρωμα να ταράζεται με θόρυβο από τα βαγόνια κι αυτά να ταρακουνιούνται ομαδικά για να πάρουν τη θέση τους στα έγκατα του βαποριού. Αφήναμε το Αμβούργο και μπαίναμε στη θάλασσα, στη χώρα της Χάριετ. Ενας συμπαθητικός ηλικιωμένος με στολή άνοιξε την πόρτα και χαμογελώντας, σαν να μας καλούσε σπίτι του, μας είπε ότι το πρόγευμα είναι έτοιμο κι όποτε θέλουμε μπορούμε ν' ανέβουμε στο εστιατόριο. Ανέβηκα αμέσως. Ηταν σαν να μπήκα στη σπηλιά του Αλή Μπαμπά, που όμως αντί για λίρες και χρυσάφια είχε ολόγυρα τα καλά του Θεού και τα πιο καλά του Διαβόλου. Ψάρια παστά, ψάρια γλυκά, ξινά, ψημένα κι άψητα, κρέατα ωμά, τηγανητά και βρασμένα, σαλάτες που βγήκανε από τον βυθό της θάλασσας κι από πράσινες πεδιάδες, τυριά φρέσκα και τυριά από τον καιρό των Βίκινγκς, αλλαντικά, μπίρες, φρούτα, φρουτοχυμούς και κάτι ακόμα που δεν το ήξερα, ούτε με ήξερε και γνωριστήκαμε εκεί -Αλμποργκ. Βρισκόταν μέσα σ' ένα μπουκάλι περιμένοντας αυτόν που θα τον βγάλει από κει για να τον οδηγήσει στον σκοπό της ύπαρξής του κι όταν άνοιξα αυτό το μπουκάλι ήταν σαν ν' άνοιγα το λυχνάρι του Αλαντίν για ν' απελευθερωθεί και να δώσει τη χαρά στον κόσμο, σε μένα δηλαδή.

Βγήκαμε στη στεριά όπως το άλογο από τον στάβλο που χτυπάει τις οπλές του χλιμιντρίζοντας και ταρακουνώντας τη χαίτη, ελεύθερο πια να χαρεί και να το χαρούνε. Από δω και πέρα δεν ακουγόταν τίποτε, μόνο ο ελαφρύς καλπασμός του αλόγου, που μπορεί να ήταν και το ελαφρύ βάδισμα της Χάριετ καθώς ερχόταν προς το μέρος μου. Αυτό θα ήταν, γιατί όταν έβγαλα το κεφάλι από το παράθυρο την είδα να στέκει καταμεσής της πλατφόρμας ολομόναχη, χωρίς κανέναν άνθρωπο γύρω της κι ελπίζοντας να καταφτάσει ένας με το τρένο. Εμοιαζε και με άλογο, αλλά ταυτόχρονα και με αναβάτη. Φορούσε καφέ μπότες μέχρι κάτω από το γόνατο, μαύρο βελούδινο παντελόνι μέσα στις μπότες, γαλάζιο μακρύ σακάκι με ζώνη στη μέση και γύρω από τον λαιμό τη μαυρόασπρη παλαιστίνικη μαντίλα, που φορούσαν τότε οι νέοι της Ευρώπης για συμπαράσταση σε μακρινούς λαούς και για γοητεία δική τους.

Οσο πλησίαζα, έμενε ακίνητη χαμογελώντας αμυδρά, με τη σιγουριά ότι αυτός ο άντρας που κατέφτασε από μακριά και βαδίζει στην έρημη πλατφόρμα δεν πρόκειται να την προσπεράσει, δεν πρόκειται να κάνει ποτέ μεταβολή κι ότι ο προορισμός του είναι ένας και μόνο: εκείνη.

Συνεχίζεται

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μερόνυχτα Σαββάτου