Έντυπη Έκδοση

Μαχητές του μεσαίου χώρου

«Ρε συ, αυτοί οι Γότθοι δεν είχαν γλώσσα». Σχόλιο εκφωνητή σε ραδιοφωνικό σταθμό της Θεσσαλονίκης.

Ξαναπιάνω το νήμα προηγούμενου κειμένου για το φαινόμενο μιας νέας πολιτισμικής Δεξιάς. Επαναλαμβάνω την υπόθεση: όσο λοιπόν γιγαντώνεται η αίσθηση ότι «χάνουμε τον έλεγχο» στον σκληρό πυρήνα της πολιτικής μας ύπαρξης και των βιοτικών μας σχεδίων τόσο πιο ευάλωτοι γινόμαστε σε διάφορες εκδοχές «πολιτισμικού πολέμου». Σε μια τέτοια περίπτωση νομίζω ότι πρέπει να εντάξουμε και τον εθνικισμό του αφρού που εμφανίζεται κατά διαστήματα ως υποκατάστατο κάποιου αντιστασιακού φρονήματος, μαγική αναπλήρωση των μαχών που έπρεπε να δοθούν και φυσικά δεν δόθηκαν. Ας δούμε για παράδειγμα την περισσή αγανάκτηση που προκάλεσε η κυνική και εξυπνακίστικη πρόκληση κάποιων συντακτών του «Focus». Σε μια χώρα στην οποία μεγάλο κομμάτι της ηλεκτρονικής και έντυπης δημοσιότητας ακολουθεί το φωτεινό μονοπάτι της εφημερίδας «Espresso», τον συνδυασμό δηλαδή επαρχιακού life style και ξιπασμένης εθνικοφροσύνης, η εθνική μας αγανάκτηση σημαδεύτηκε από μια ομόλογη ανοησία: ένα κράμα πολιτισμικής αλαζονείας, βάναυσου ισοπεδωτισμού και άσχετου με την περίσταση αντι-ναζισμού.

Τα τελευταία χρόνια αντίστοιχης κοπής κράματα και υβρίδια φτιάχνουν μια δημόσια γνώμη που ισχυρίζεται ότι στρέφεται «κατά της νέας τάξης πραγμάτων». Υπάρχει μια πλευρά της δημοκρατίας της γνώμης που πιστεύει στα σοβαρά ότι εκφράζει την ψυχή του απλού Ελληνα απέναντι στην προδοσία των ελίτ, σε μια παρακμιακή ιθύνουσα τάξη πολιτικών και διανοουμένων. Περιέργως όμως για «κίνημα αντίστασης», η γλώσσα και οι εμμονές του συγκεκριμένου νεφελώματος συγκινούν μεγάλο κομμάτι των πολιτών νέου τύπου, των ανθρώπων του περίφημου μεσαίου χώρου. Αυτοί οι πολίτες είναι πάνω από όλα ρεαλιστές στο πεδίο της οικονομίας και της πολιτικής. Πρώτη και βασική τους έγνοια είναι η σταθερότητα, η κοινωνική γαλήνη, η εγκατάλειψη των κοινωνικών συγκρούσεων και διαιρέσεων. Είναι οι πρώτοι που θα αισθανθούν ανακούφιση από το τέλος των απεργιών, των αντικοινωνικών, όπως λέγεται, διαδηλώσεων, των αναχρονιστικών περισπασμών στη λειτουργία της καθημερινότητας. Συγχρόνως όμως, φέρονται πανέτοιμοι να δώσουν φανταστικές μάχες κατά της αλλοτριωμένης παγκοσμιοποίησης, που την αντιλαμβάνονται όπως περίπου μια μασονική στοά, το εβραϊκό λόμπι ή τους Ιλουμινάτι και τους Ροδόσταυρους. Μπορούν έτσι να είναι ενδοτικοί νοικοκυραίοι στην οικονομία και την πολιτική αλλά εξεγερμένοι και ονειροπότες στον «πολιτισμό». Γι' αυτό και σπεύδουν να απλουστεύσουν μια σύνθετη πραγματικότητα για να δουν σε αυτήν τον πόλεμο των Γερμανών κατά της Ελλάδας, τον φθόνο και την εκδικητικότητα του Δυτικοευρωπαίου για τον ξεχωριστό τρόπο ζωής και τις αξίες του Ελληνα. Προσφεύγουν έτσι σε μια μυθολογία απολύτως συμμετρική με αυτή που καλλιεργεί το «υπερμοντέρνο» τμήμα των ελίτ: αν οι υπερμοντέρνοι εξιδανικεύουν πάντα μια έλλογη, ικανή να λύνει προβλήματα, ευπρεπισμένη και κόσμια Δύση, οι άλλοι εθελοτυφλούν ως προς τα κρυμμένα χαρίσματα και τις μύχιες ποιότητες του ελληνικού τρόπου. Οι υπερμοντέρνοι παραβλέπουν τις παθολογίες της Δύσης και τις νοσηρές όψεις του διεθνικού εμπορευματικού-τεχνοκρατικού πολιτισμού. Και την ίδια στιγμή το «αντιστασιακό» κομμάτι του μεσαίου χώρου απολαμβάνει μια εξίσου ιδεολογική, με την αρνητική έννοια του όρου, ελληνικότητα.

Η καρικατούρα αυτής της διαμάχης αναβιώνει συχνά αντιθέσεις κωμικές: την αντιπαράθεση του ψυχρού Βορρά με το εγκάρδιο βαλκανο-μεσόγειο tempo, την αντίθεση της γκρίζας ευρω-γραφειοκρατίας με το χρώμα του ελληνικού βιώματος, την αντιδιαστολή του κερδώου ατομικισμού με την καθ' ημάς αίσθηση της «παλλόμενης» κοινότητας. Φυσικά τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις δεν έχουν καμία σχέση με την υπαρκτή Ελλάδα, την κοινωνία και τα ενίοτε άγρια ήθη της. Οι οπαδοί της καρικατούρας ανακατεύουν απλώς τα υλικά της υποκειμενικής τους πατριδογνωσίας υποθέτοντας, τελείως αυθαίρετα, ότι απηχεί και το αυθεντικό πνεύμα του λαού και του έθνους. Και βεβαίως η κοινωνική βάση αυτού του ρεύματος πάει πολύ μακρύτερα από τους επίσημους εκφραστές του: βυθίζεται καθημερινά στον άκρατο αυτοθαυμασμό και στον πιο ακατέργαστο ρατσισμό.

Το δυστύχημα με αυτές τις περιοδικές εθνικιστικές εκστάσεις είναι ότι απωθούν την κριτική αμφιβολία και το πνεύμα της ερώτησης. Κατέχονται από τη βεβαιότητα ότι η ουσία του κακού στον κόσμο, αν όχι η καρδιά της νέας τάξης πραγμάτων, είναι μια Θάλεια Δραγώνα, μια Ρεπούση, το τάδε αναγνωστικό, η δείνα δήλωση κάποιου «αποδομιστή». Πάνω σε τέτοια αστεία παραδείγματα στήνουν χορούς επιλεκτικού μίσους, ενώ συγχρόνως είναι μια χαρά συμφιλιωμένοι με τις μικρές και μεγάλες απάτες της έσω Ελλάδας.

Υπάρχει, ωστόσο, έδαφος γόνιμο για την ισχυροποίηση μιας τέτοιας στάσης. Το έχω αναφέρει πολλές φορές: είναι εκείνος ο άλλος κομφορμισμός έτσι όπως εκφράζεται από τη λιτανεία της προσαρμογής και το κόμμα της πενιχρής «ορθολογικότητας». Μιλώ γι' αυτό το κόμμα της λογικής που εμφανίζεται χρόνια τώρα ως ο πιο φανατικός εταίρος της κηδεμονικής εξουσίας της οικονομίας. Πιστεύω ότι αυτή η εκδοχή μιας δογματικής ορθολογικότητας ευνοεί την αποσκίρτηση των ταυτοτήτων, τη θεαματική απογείωση των θεωριών συνωμοσίας, τη φυγή προς τον πολιτισμικό εθνικισμό και τη θαλπωρή που παρέχει αυτός στον μελαγχολικό μεσοαστό.

Είμαστε λοιπόν καταδικασμένοι να ζούμε αυτό το διαρκές σφυροκόπημα της ελληνικής ιδεολογίας; Από μια άποψη αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Και υπάρχουν πολλές αιτίες γι' αυτό που η συζήτησή τους υπερβαίνει τα όρια ενός μικρού σημειώματος. Το μόνο που θα ήθελα, προκαταβολικά, να πω είναι ότι ο ιδεολογικός εξωτισμός μιας «χαρούμενης πολυπολιτισμικότητας» δεν συνιστά απάντηση. Ο εθνικός καταστροφισμός δεν αναχαιτίζεται με κάποιο είδος θετικής σκέψης σε αριστερο-φιλελεύθερη συσκευασία. Θα επανέλθω όμως, γιατί το θέμα το απαιτεί. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Ιδέες Τάσεις