Έντυπη Έκδοση

ΕΠΙΜΕΤΡΟ στην «Επινόηση της πραγματικότητας» του Β. Ραπτόπουλου*

ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ που ξαναβγαίνει, όπως αυτή η τρίτη έκδοση της «Επινόησης της πραγματικότητας», συνήθως δεν βρίσκεται στις πρώτες ζητήσεις των κριτικών.

Ο φετιχισμός τού αμέσως επόμενου βιβλίου, δηλαδή του νεότερου που διαδέχεται τάχιστα το νέο, είναι τόσο διαδεδομένος στα επαρχιακά λογοτεχνικά μας ήθη, ώστε όχι τυχαία οι εκδότες που «σέβονται τον εαυτό τους» αποφεύγουν, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, να επανεκδίδουν βιβλία όταν θεωρούν ότι αυτά έχουν κατά κάποιον τρόπο κάνει τον κύκλο τους. Επομένως, η «Επινόηση» είναι μία από τις εξαιρέσεις, αν και ο Ραπτόπουλος δεν είναι η πρώτη φορά που δείχνει ότι νοιάζεται για τα πεζά που κατά καιρούς διέσπειρε σε διάφορους εκδοτικούς οίκους. Γιατί είναι κυριευμένος βασανιστικά από το όραμα «του έργου». Αναφέρεται σ' αυτά στις συνεντεύξεις του, τα συγκεντρώνει, και, επειδή είναι ένας συγγραφέας αυτοαναφορικός, όχι σπάνια θυμίζει πλαγίως στον αναγνώστη του ότι αυτό που διαβάζει ανήκει σε μια γενεαλογία μυθιστορηματική και ότι καλό είναι να προσέξει τις υποδόριες ή τις σαφείς συγγένειες που διακρίνονται με άλλα, προηγούμενα πεζά του. Θα έλεγα μάλιστα, χωρίς να πιστεύω πως υπερβάλλω ιδιαίτερα, ότι έτσι που ξανασυναντούμε τα μυθιστορηματικά του πρόσωπα, ανδρικά ή γυναικεία, σε διαφορετικά βιβλία του, έτσι όπως ξαναβρίσκουμε τα ίδια περιβάλλοντα, και, ιδίως, έτσι όπως δείχνουν να συνδέονται πολλά από τα πρόσωπα με ψυχικούς δεσμούς (εννοώ προπάντων ότι σέρνουν μαζί όπου και να πάνε τον σάκο των υποσυνείδητων τερατογενέσεών τους), σχηματίζουν στην πινακοθήκη της νεότερης πεζογραφίας μας μια μικρή κοινωνία ευδιάκριτων και αλλόκοτων τύπων. Ολοι τους, θα έλεγε κανείς, είναι σφραγισμένοι από κάτι το μοιραίο, κάτι που λοξεύει από την καθημερινότητα και τον μέσο όρο, και, όχι τυχαία, ο νους μας πηγαίνει, ψάχνοντας συγγένειες και κοινές ρίζες, τόσο σε αμερικανούς μάστορες της αφήγησης που ο Ραπτόπουλος τους είχε ανέκαθεν στο εικονοστάσι του: τον Ουίλιαμ Φόκνερ, τον Τζον Στάινμπεκ, τον Ρέιμοντ Κάρβερ, τον Τζέρομ Ντέιβιντ Σάλιντζερ, τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, τον Στίβεν Κινγκ, όσο και σε κάποιους έλληνες: τον Μένη Κουμανταρέα και τον Δημήτρη Νόλλα.

*****************

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΓΚΗ σ' ένα τέτοιο, πολυσέλιδο, πεινασμένο για τα πάντα, σχεδιασμένο και ξανασχεδιασμένο μυθιστόρημα, να έχει για ουρά ένα επίμετρο ή έναν επίλογο; Μήπως έτσι εξισορροπείται ο επίσης σχοινοτενής πρόλογος που προϊδεάζει τον αναγνώστη και που μαρτυρεί ίσως κάποια αμφιβολία του ίδιου του συγγραφέα για το αν είναι δεμένοι ή όχι οι αρμοί του βιβλίου του; Δεν ξέρω, υποθέσεις κάνω περισσότερο. Ενδεχομένως ο πρόλογος να θέλει να ειδοποιήσει τον αναγνώστη για τα όρια μεταξύ οριζόντιας και κάθετης αφήγησης, για το ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν συνεχώς όπως αρχίζουν. Ομως, ανεξάρτητα από όλα αυτά, ό,τι μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι πως η «Επινόηση» ανήκει στα μυθιστορήματα που δεν έχουν και πολλές σκιές. Επομένως, δεν θα βρούμε σ' αυτό αρκετούς χώρους που μπορεί να τους χρησιμοποιήσει ο αναγνώστης, ώστε να ανασκευάσει, να ανασυνθέσει και να φτιάξει ή, τέλος πάντων, να επινοήσει, τη δική του εικονική πραγματικότητα. Ούτε αλληγορίες ούτε σύμβολα βλέπω εδώ, όπως υπήρχαν στην «Αυτοκρατορική μνήμη του αίματος» ή στο «Παιχνίδι». Ούτε ακραίες φαντασιώσεις και σχιζοειδείς καταστάσεις, όπως στις «Εμμονες ιδέες», ένα από τα σπονδυλωτά πεζά του Ραπτόπουλου όπου φάνηκαν η επίδραση του Στίβεν Κινγκ και η χρησιμοποίηση του ψυχολογικού σοκ. Στην «Επινόηση» τα πάντα μοιάζουν (για να μην πω «είναι») ξεκάθαρα, οικεία μας, σχεδόν ό,τι θα όριζε με ικανοποίηση ως ιδεώδες της η ρεαλιστική αναπαράσταση. Αν και ουσιαστικά πρόκειται για μια ρεαλιστική απόδοση της ψευδούς συνείδησης που έχει επιβάλει ο θρίαμβος του μέσου πάνω στο μήνυμα. Η ελληνική πραγματικότητα είναι πλήρως αναγνωρίσιμη. Πρώτ' απ' όλα, η αγριότητα του ελληνικού εκσυγχρονισμού, στο βάθος η αποφορά της ανδρεοπαπανδρεϊκής βαρβατίλας και βαθύτερα η ψευδόμορφη ανακατανομή των «τζακιών», η ανισόρροπη άνοδος του χοντροκομμένου αθηναϊκού life style και η ταχύτατη κυριαρχία του κόσμου των έντυπων και των ηλεκτρονικών media. Ενός κόσμου, ωστόσο, σκοτεινού και νοσηρού που η ελληνική (όπως και η παγκόσμια) εκδοχή του βασίζονται ακριβώς στο ψεύτισμα, στο κρύψιμο, στην εκ προθέσεως αλλοίωση κάθε ρεαλιστικής αναπαραστατικής διαδικασίας, έτσι ώστε το λαμπερό παραμύθι να επιβραβεύει την ευπιστία μας.ΚΙ ΟΜΩΣ, η «Επινόηση» εκεί ριζώνει. Είναι ένα έπος της ψευδούς συνείδησης, για τούτο και τον συγγραφέα τον ενδιαφέρει ο εστιασμός σε ανθρώπους που εντελώς απότομα πέρασαν από το περιθώριο στο προσκήνιο της δημόσιας ζωής, από την αφάνεια στη λάμψη των τηλεοπτικών πλατό, κουβαλώντας μαζί τους τα ήθη μιας νέας, διαταραγμένης ώς τη ρίζα της, αταξίας πραγμάτων. Ως τη μέση περίπου του βιβλίου, η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν το αντιλαμβανόμαστε πλήρως. Αρχίζουμε να έχουμε την ξεκαθαρισμένη του εικόνα από τη στιγμή που το βασικό alter ego του συγγραφέα, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Χρήστος Τριανταφυλλόπουλος, εμφανίζεται επί σκηνής και κρατά σημειώσεις από τις οποίες προτίθεται να φτιάξει ένα ρεπορτάζ, για να καταλήξει στην ιδέα του μυθιστορήματος. Θα μπορούσε, με αυτή την έννοια, να είναι η «Επινόηση» ένα μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα, όμως τα πράγματα, καθώς περνούν από το βλέμμα του δημοσιογράφου, δεν χωρούν μόνο στο σχήμα μιας μυθοπλασίας. Αυτό που διαφοροποιεί το «πρώτο» από το «δεύτερο» μέρος του ογκώδους βιβλίου βρίσκεται στο ότι η απλή διακωμώδηση των καταστάσεων, οι ερωτομανείς περιγραφές, τα αισθησιακά και πριαπικά, οι φυγές και οι καταφυγές στην παραδείσια Λίμνη της Αχαΐας, η αρκετή αφέλεια των νεαρών προσώπων, της Ζέτας και του Τσάρλι, μετατρέπονται σε σάτιρα των θεσμών. Η «Επινόηση» ξεκινά από ένα θρίλερ, την αναζήτηση των αιτίων ενός φόνου, με όλα τα προσόντα να γίνει ένα ευπώλητο ρομάντζο, και καταλήγει σε μια κιβωτό οξείας πολιτικής καταγγελίας, που, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, με τη σειρά της δυναμιτίζει κάθε προοπτική του μυθιστορήματος να βρει την ευνοϊκή υποδοχή, την οποία μάλλον ποθεί διακαώς κάθε συγγραφέας, από το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Αν υπάρχει μια αυτοκαταστροφική -ευλογημένη, πάντως- τάση του Ραπτόπουλου σ' αυτά τα πολυσέλιδα έργα του, αρχής γενομένης από την «Αυτοκρατορική μνήμη του αίματος», τη βρίσκουμε εδώ ακριβώς: στο ότι από ένα σημείο και πέρα αυτές οι ανοικονόμητες συνθέσεις του, που αν είναι δυνατόν να τα χωρέσουν όλα, βάζουν τον μεγεθυντικό καθρέφτη της ρεαλιστικής τους μυθοπλασίας μπροστά σ' ένα κοινό (αλίμονο, γυναικείο!) που διαβάζει για να δραπετεύει, και που, γι' αυτό το λόγο, αρνείται κάθετα να βλέπει τον εαυτό του μαζί με άλλα δυσάρεστα απεικάσματα του νεοελληνικού βίου...

ΟΛΑ ΕΙΠΩΜΕΝΑ λοιπόν σ' αυτό το βιβλίο; Ε, όχι κι όλα! Και αν κατά κάποιον τρόπο δικαιολογείται τελικά ο πρόλογος του Ραπτόπουλου στην «Επινόηση της πραγματικότητας», δεν είναι τόσο για να υπογραμμίσει τα αυτονόητα, όσο για να αποτίσει φόρο τιμής στη σκιά ενός από τους ελάχιστους εμβληματικούς ανίερους που έχουν τα γράμματά μας, τους πραγματικά και ουσιαστικά αναρχικούς, τον Ηλία Πετρόπουλο. Ο Τριανταφυλλόπουλος, που συχνά αναφέρεται σ' αυτόν, συνειδητοποιεί απολύτως ότι καταγράφει μια φάρσα που αναπτύσσεται μέσα στην άλλη, μεγάλη φάρσα που παίζεται διαρκώς, εδώ και χρόνια, με τον τίτλο σύγχρονη ελληνική κατάσταση. Στην «Επινόηση», όπως και σε κάποια από τα πρώτα, ίσως τα καλύτερα μυθιστορήματα του Νόρμαν Μέιλερ που είχαν ως θέμα τους τον σκληρό κόσμο των media, των ηθοποιών, των ναρκωτικών, των στάρλετ, του χρηματιστηρίου και των δημοσιογράφων, του γρήγορου πλούτου, της βίας και της αρπαχτής («Το πάρκο των ελαφιών», 1955· «Ενα αμερικανικό όνειρο», 1965), παραδέρνει ένας κόσμος σε αφασική ένταση που όχι μόνο δεν έχει την ελάχιστη επίγνωση της παθογένειάς του, αλλά, αντίθετα, προβάλλει την οίησή του ως εθνικό πρόσημο! Είμαι βέβαιος ότι αν η «Επινόηση της πραγματικότητας» έμενε στα εύληπτα επιφαινόμενα, στις σεξουαλικές μεγεθύνσεις, στις γραφικότητες του αθηναϊκού life style και στα ειδυλλιακά των πρώτων κεφαλαίων της, η τύχη της μάλλον θα ήταν διαφορετική. Βγαίνοντας όμως έξω από τον πολτό και έχοντας, μέσω του Χρήστου Τριανταφυλλόπουλου, μια κριτική πολιτική στάση απέναντι στον γύρω του ξεπεσμό, από χαριτωμένη και ανάλαφρη μεταμορφώνεται σε μαύρη κωμωδία, έστω και αν τα κωμικά της στοιχεία δένονται σαν σπάγκοι ενός θιάσου ανδρεικέλων που χειραγωγούνται από το χέρι ενός αθέατου αλλά χαιρέκακου δημιουργού.

* Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί σε νέα, τρίτη έκδοση, από τον Κέδρο, τη Δευτέρα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία