Ηλεκτρονική Έκδοση

Όπως κατατέθηκε στη Βουλή

Άρθρο 25: Φορολογία κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών

Τελευταία ενημέρωση:

1. Με την προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 1 περ. α΄ καταργείται η μέχρι σήμερα παρεχόμενη μετάθεση του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης μέχρι του χρόνου της καταβολής της αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα και τα ρυμοτομούμενα ακίνητα στη φορολογία κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών, ώστε οι φορολογούμενοι να μην έχουν σε εκκρεμότητα τις υποθέσεις αυτές και να μην επιβαρύνονται με φόρο σε χρόνο κατά τον οποίο πιθανόν να έχουν ήδη μεταβιβάσει τα ακίνητά τους.

Παρέχεται μάλιστα μεγάλη, ετήσια προθεσμία σ’ αυτούς, για να υποβάλουν τις αντίστοιχες δηλώσεις στις υποθέσεις στις οποίες, εκ του νόμου, είχε μετατεθεί ο χρόνος φορολογίας. Με την προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 1 περ. β΄ καταργείται η μέχρι σήμερα παρεχόμενη, με απόφαση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, μετάθεση του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, στις περιπτώσεις που ο υπόχρεος σε φόρο, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, διέμενε μόνιμα στην αλλοδαπή, δεδομένου ότι η μετάθεση εν προκειμένω μπορεί να παρατείνει για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα την εκκρεμότητα στις υποθέσεις αυτές. Επιπλέον, η ισχύουσα ρύθμιση δεν κρίνεται αναγκαία, δεδομένου ότι αφενός στην πράξη είχε πολύ περιορισμένη εφαρμογή και αφετέρου γιατί η προθεσμία του ενός έτους που ορίζεται στην παράγραφο 1 περ. β΄ του άρθρου 62 του κώδικα κληρονομιών, για την υποβολή της δήλωσης, αν ο κληρονόμος ή κληροδόχος διέμενε στην αλλοδαπή κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου - η οποία μάλιστα μπορεί να παραταθεί μέχρι τρεις (3) ακόμη μήνες κατά το άρθρο 64 παρ. 1, είναι επαρκής για τον υπόχρεο.

2. Με την προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου γίνεται μια προσπάθεια μείωσης της φοροδιαφυγής που συντελείται μέσω των off shore εταιρειών και ορίζεται ότι, στις περιπτώσεις που θα διαπιστωθεί με οποιονδήποτε τρόπο ότι μεταβιβάστηκαν μερίδια, μερίδες, μετοχές ή οποιοιδήποτε τίτλοι εταιρειών ακινήτων (που υπόκεινται στον ειδικό φόρο επί των ακινήτων) και δεν έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα η οικεία φορολογική δήλωση, η επιβολή του φόρου θα γίνεται επί της αξίας των ακινήτων των εταιρειών αυτών και όχι επί της αξίας των μεταβιβαζόμενων τίτλων. Με τον τρόπο αυτό θα οφείλεται ο ίδιος φόρος με εκείνον που θα οφειλόταν κατά τη μεταβίβαση απευθείας του ακινήτου και όχι της εταιρείας.

3. Με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου τροποποιείται το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του Κώδικα φορολογίας κληρονομιών, δωρεών και με την προτεινόμενη διάταξη ορίζεται ότι, σε μεταβίβαση για αόριστο χρόνο - με χαριστική αιτία ή αιτία θανάτου - του δικαιώματος ενάσκησης επικαρπίας σε άλλο πρόσωπο εκτός του ψιλού κυρίου, η αξία αυτής προσδιορίζεται σε ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας κατά το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης με βάση όχι την ηλικία του επικαρπωτή (δικαιούχου του εμπραγμάτου δικαιώματος της επικαρπίας, ο οποίος μεταβίβαζε την ενάσκηση αυτής) αλλά με βάση την ηλικία του μεγαλύτερου μεταξύ του επικαρπωτή και του προσώπου που αποκτά το δικαίωμα ενάσκησης. Σκοπός της τροποποίησης της διάταξης αυτής είναι η δικαιότερη αλλά και ορθότερη στο πλαίσιο του νόμου φορολογική αντιμετώπιση του αποκτώντος το δικαίωμα ενάσκησης της επικαρπίας, ώστε αυτός να μην φορολογηθεί για χρόνο που υπερβαίνει αυτόν κατά τον οποίο τουλάχιστον συμπίπτει η διάρκεια ζωής του δικαιούχου του εμπραγμάτου δικαιώματος της επικαρπίας με τη διάρκεια της ζωής του ενασκούντος το (ενοχικό) δικαίωμα. Στην πράξη βέβαια τούτο εφαρμοζόταν ήδη, αφού το συνήθως συμβαίνον είναι να παραχωρείται το ενοχικό δικαίωμα της ενάσκησης της επικαρπίας από τον πλήρη κύριο και όχι από τον επικαρπωτή, σε συνδυασμό με τη σχετική ρύθμιση της παραγράφου 7 του άρθρου 15 του Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η αξία της επικαρπίας, όταν αυτή εξαρτάται από τη ζωή τρίτου προσώπου, προσδιορίζεται με βάση την ηλικία του μεγαλύτερου μεταξύ του επικαρπωτή και του τρίτου προσώπου.

4. Με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου τροποποιούνται οι περιπτώσεις δ και ε της παραγράφου 5 του άρθρου 16 του Κώδικα και με τις προτεινόμενες ορίζεται ότι: α) η ψιλή κυριότητα ακινήτων υπόκειται σε φόρο όταν ο ψιλός κύριος αποκτήσει την ενάσκηση του δικαιώματος επικαρπίας και με δωρεά ή γονική παροχή, πέραν της περίπτωσης της εξαγοράς αυτού, δεδομένου ότι δεν συντρέχει λόγος διαφορετικής φορολογικής αντιμετώπισης και διάκρισης μεταξύ εξαγοράς και κτήσης με δωρεά ή γονική παροχή του δικαιώματος ενάσκησης, ούτως ώστε να φορολογηθεί πλήρως ο ψιλός κύριος στο πρόσωπο του οποίου γίνεται ουσιαστικά συνένωση ψιλής κυριότητας και επικαρπίας. β) σε περίπτωση που ο ψιλός κύριος ζητήσει την άμεση φορολόγηση της ψιλής κυριότητας, οπότε χρόνος φορολογίας είναι, όπως ορίζεται στο νόμο, ο χρόνος υποβολής της δήλωσης σε όσες περιπτώσεις το αίτημα για την άμεση φορολόγηση της ψιλής κυριότητας υποβάλλεται με την εμπρόθεσμη δήλωση, χρόνος φορολογίας είναι ο οριζόμενος στα άρθρα 6, 7 και 8 του Κώδικα. Η προσθήκη της διευκρίνισης αυτής στην εν λόγω διάταξη κρίθηκε επιβεβλημένη, προκειμένου να αρθούν αμφισβητήσεις και διχογνωμίες ως προς το χρόνο φορολογίας εν προκειμένω αλλά και ενόψει της ορθής και ομοιόμορφης εφαρμογής της παρούσας διάταξης, η προσθήκη στην οποία δεν συνιστά τροποποίηση επί της ουσίας αλλά διευκρίνιση προς άρση αμφισβητήσεων και αποφυγή εσφαλμένων ερμηνειών. Τούτο δε γιατί, δεν είναι δυνατόν να υποστηρίζεται ότι το δικαίωμα που παρέχει ο νόμος για υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομιάς μέσα σε ένα εξάμηνο από το χρόνο θανάτου, προκειμένου να παρέλθει το πρώτο πένθιμο χρονικό διάστημα αλλά και να συγκεντρωθούν τα απαραίτητα δικαιολογητικά, δεν εφαρμόζεται και για τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αποκτώνται κατά ψιλή κυριότητα και συνεπώς ο ψιλός κύριος να βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση από τον πλήρη κύριο.

5. Με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου προστίθεται παράγραφος 7 στο άρθρο 16 του Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι, σε περίπτωση παρακράτησης ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία ή αιτία θανάτου του δικαιώματος οίκησης, ο κύριος του ακινήτου εξομοιούται με ψιλό κύριο. Η προσθήκη της διάταξης αυτής κρίθηκε αναγκαία, προκειμένου να καλυφθεί το κενό νόμου που υπήρχε εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο νόμος, ενώ ορίζει ρητά ότι η οίκηση εξομοιώνεται φορολογικά με επικαρπία, δεν ρυθμίζει τη φορολόγηση του κυρίου του ακινήτου, με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγχυση και αμφισβητήσεις, οι οποίες αίρονται με την προτεινόμενη διάταξη. Εξάλλου θα διευκολυνθούν σε μεγάλο βαθμό οι καθημερινές συναλλαγές, γιατί η παρακράτηση ή η μεταβίβαση του δικαιώματος της οίκησης συναντάται πολύ συχνά και δεν υπάρχει – μέχρι σήμερα – ομοιόμορφη αντιμετώπιση του κυρίου από τις φορολογικές υπηρεσίες είτε κατά τη χορήγηση απαλλαγής πρώτης κατοικίας είτε κατά την απόσβεση του δικαιώματος της οίκησης.

6. Με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου επαναφέρεται σε ισχύ, ως είχε πριν την τροποποίησή του, το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Κώδικα, το οποίο είχε τροποποιηθεί με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του ν. 3634/2008, λόγω της καθιέρωσης της αυτοτελούς φορολόγησης των ακινήτων με συντελεστή 1% για τους κληρονόμους που υπάγονταν στην Α΄ και στη Β΄ κατηγορία. Η επαναφορά αυτή υπαγορεύτηκε μετά την πρόσφατη τροποποίηση του άρθρου 29 και την καθιέρωση εκ νέου των κλιμάκων υπολογισμού του φόρου κληρονομιών στις κατηγορίες αυτές. Συνεπώς, στις περιπτώσεις που ο βεβαρημένος με καταπίστευμα (ανεξάρτητα σε ποια κατηγορία ανήκει) μεταβιβάζει την καταπιστευτική περιουσία με τη συναίνεση του καταπιστευματοδόχου, οφείλει, κατά το χρόνο αυτό, φόρο για την πλήρη κυριότητα, στον οποίο όμως θα συμψηφισθεί ο φόρος που είχε βεβαιωθεί για την επικαρπία.

7. Με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου καταργείται το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 24, το οποίο αναφερόταν στον τρόπο υπολογισμού των εκπιπτόμενων από την κληρονομιά χρεών και το οποίο είχε προστεθεί με την παράγραφο 5 του άρθρου 1 του ν. 3634/2008, λόγω της καθιέρωσης της αυτοτελούς φορολόγησης για τους κληρονόμους που υπάγονταν στην Α΄ και στη Β΄ κατηγορία ανάλογα με το είδος των κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων. Η επαναφορά αυτή υπαγορεύεται από την τροποποίηση του άρθρου 29 και την επαναφορά ενιαίων κλιμάκων υπολογισμού του φόρου κληρονομιών για όλα τα περιουσιακά στοιχεία στις κατηγορίες αυτές.

8. Με τις προτεινόμενες διατάξεις των παραγράφων 8 και 9 του παρόντος άρθρου περιορίζονται δραστικά οι παρεχόμενες μέχρι σήμερα απαλλαγές από το φόρο κληρονομιών. Οι υποκειμενικές απαλλαγές καταργούνται και παραμένει σε ισχύ μόνο απαλλαγή του Δημοσίου και των λογαριασμών που δημιουργούνται υπέρ του Δημοσίου, αφού έτσι κι αλλιώς, (λόγω σύγχυσης) το Δημόσιο θα ήταν και ο υπόχρεος και ο δικαιούχος του φόρου. Η κατάργηση των απαλλαγών υπαγορεύτηκε τόσο για λόγους ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου, όσο και λόγω της μεγάλης απώλειας εσόδων του Δημοσίου (ενόψει μάλιστα και των δυσχερών οικονομικών συνθηκών που αντιμετωπίζουμε). Μάλιστα, στο τέλος του παρόντος άρθρου, με τη ρύθμιση της ενότητας Β, ρητά ορίζεται ότι οποιαδήποτε άλλη τυχόν απαλλαγή έχει θεσπιστεί μέχρι σήμερα με ειδικό νόμο και υφίσταται, παύει πλέον να υφίσταται και τούτο γιατί, δυστυχώς έχουν θεσπιστεί φορολογικές απαλλαγές με μη φορολογικούς νόμους, με αποτέλεσμα να είναι σχεδόν αδύνατο να καταγραφούν και να μνημονευθούν όλες. Διατηρούνται σε ισχύ μόνο ελάχιστες απαλλαγές όπως π.χ. κοινωνικού χαρακτήρα (όπως για τα περιουσιακά στοιχεία που επανέρχονται στους γονείς μετά το θάνατο των παιδιών ή το ποσό των τετρακοσίων χιλιάδων για σύζυγο και ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου ή η κληρονομία η οποία περιέρχεται σε σύζυγο, τέκνα, γονείς ή αδέλφια στρατιωτικού που απεβίωσε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας) ή οικονομικού χαρακτήρα (η απαλλαγή του κοινού λογαριασμού και των πλοίων άνω των 1.500 κόρων) ή για λόγους διεθνούς δικαίου (αλλοδαποί με τον όρο της αμοιβαιότητας). Από τα λοιπά (πλην του Δημοσίου) απαλλασσόμενα πρόσωπα παραμένει, για λόγους κοινωνικής - κατά κύριο λόγο – πολιτικής, μία κατηγορία προσώπων, τα οποία θα υπόκεινται σε φόρο αυτοτελώς με χαμηλό συντελεστή 10% για τα χρηματικά ποσά που τους περιέρχονται και 5% για τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία (π.χ. ν.π.δ.δ., δήμοι και κοινότητες, νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα, ιδρύματα, ιεροί ναοί κ.λπ.).

9. Με την παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου τροποποιούνται οι παράγραφοι 1 και 2 της ενότητας Α του άρθρου 26 του Κώδικα, που αναφέρονται στην απαλλαγή από το φόρο της πρώτης κατοικίας που αποκτάται με κληρονομιά. Με τις προτεινόμενες διατάξεις: α) καταργείται η απαλλαγή με βάση την επιφάνεια του αποκτώμενου ακινήτου και επανέρχονται τα αφορολόγητα όρια, με διάκριση και διαφοροποίηση των απαλλασσόμενων ποσών μεταξύ κατοικίας και οικοπέδου καθώς και μεταξύ αγάμου και εγγάμου ή (διαζευγμένου, χήρου ή άγαμου) γονέα (για κατοικία:200.000 ευρώ για τον άγαμο και 250.000 ευρώ για τον έγγαμο, και για οικόπεδο:50.000 ευρώ για τον άγαμο και 100.000 ευρώ για τον έγγαμο), ο οποίος λαμβάνει και προσαύξηση για τα ανήλικα τέκνα του, εφόσον όμως ο κληρονόμος αποκτά μία μόνο κατοικία εξ ολοκλήρου και κατά πλήρη κυριότητα και όχι ποσοστό εξ αδιαιρέτου, β) για πρώτη φορά θεσπίζεται απαλλαγή από το φόρο και μιας θέσης στάθμευσης και μιας αποθήκης που βρίσκονται στην ίδια οικοδομή με την κατοικία για την οποία ζητείται η απαλλαγή και κληρονομούνται ταυτόχρονα. Η απαλλαγή παρέχεται για την αξία τους που αναλογεί σε επιφάνεια μέχρι 20 τ.μ. για καθεμία από αυτές. Η συνολική απαλλαγή για την κατοικία, τη θέση στάθμευσης και την αποθήκη δεν μπορεί να υπερβεί τα πιο πάνω ποσά, γ) τροποποιούνται ή διευκρινίζονται οι προϋποθέσεις απαλλαγής. Ειδικότερα: ι) διευκρινίζεται πλέον και ρητά η δυνατότητα απαλλαγής σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου κληρονομιαίου ακινήτου, ιι) διαφοροποιείται ο τρόπος υπολογισμού της κάλυψης ή μη των στεγαστικών αναγκών και για τον προσδιορισμό αυτών αθροίζεται πλέον το εμβαδόν όλων των ακινήτων του δικαιούχου που ήδη έχει (κατά πλήρη κυριότητα, επικαρπία ή οίκηση) καθώς και των λοιπών που ταυτόχρονα κληρονομεί (πλην εκείνου για το οποίο ζητείται η απαλλαγή), δ) ορίζεται ρητά ότι δικαιούχοι της απαλλαγής είναι οι Έλληνες και οι πολίτες κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι δικαιούχοι πρέπει να κατοικούν μόνιμα στην Ελλάδα. ε) ορίζεται ρητά ότι ο σύζυγος που βρίσκεται σε διάσταση και έχει την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων δικαιούται της απαλλαγής του εγγάμου, στ) ορίζεται ότι, τόσο κατά τη χορήγηση της απαλλαγής όσο και κατά τον έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων της απαλλαγής, τα πρόσωπα που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης αντιμετωπίζονται ως σύζυγοι, εφόσον η συμβίωση είχε τουλάχιστον διετή διάρκεια μέχρι το χρόνο θανάτου, ζ) διευκρινίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την απόδειξη της οικοδομησιμότητας του οικοπέδου που αποτελεί αντικείμενο της απαλλαγής ή επί του οποίου βρίσκεται η κληρονομιαία κατοικία και γίνεται παραπομπή για την έννοια αυτού στις πολεοδομικές διατάξεις. Οι ανωτέρω τροποποιήσεις κρίθηκαν επιβεβλημένες, προκειμένου καταρχήν να περιοριστούν οι απώλειες εσόδων από την προηγούμενη - σχεδόν πλήρη στις περισσότερες περιπτώσεις - απαλλαγή από το φόρο κατά την απόκτηση πρώτης κατοικίας. Η θέσπιση ανώτατου ορίου απαλλαγής κρίνεται ορθότερη σε κάθε περίπτωση, επιτρέποντας ταυτόχρονα και την είσπραξη εσόδων από το κράτος και την ελάφρυνση των φορολογουμένων από το φόρο, διατηρώντας με τον τρόπο αυτό στο ακέραιο τον αρχικό σκοπό θέσπισης της απαλλαγής από το φόρο όσων πολιτών στερούνται κατοικίας (λόγοι κοινωνικής μέριμνας). Περαιτέρω εναρμονίζονται σε αρκετά σημεία οι διατάξεις των κληρονομιών (και γονικών παροχών) με τις αντίστοιχες της κτήσης πρώτης κατοικίας με αγοραπωλησία, ενόψει της απλούστευσης και ομοιόμορφης κατά το δυνατόν αντιμετώπισης όλων των περιπτώσεων απαλλαγής και ρυθμίζονται ρητά ζητήματα που είχαν ανακύψει κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας και έχρηζαν αντιμετώπισης, οπότε διευκολύνονται και οι πολίτες και οι υπηρεσίες κατά την εφαρμογή του νόμου.

10. Με την παράγραφο 11 του παρόντος άρθρου προστίθεται εδάφιο στο τέλος της παραγράφου 3 της ενότητας Α του άρθρου 26 του Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι, εάν ο σύζυγος ή ανήλικο τέκνο του δικαιούχου είχε ήδη τύχει απαλλαγής από το φόρο μεταβίβασης ή κληρονομιάς ή γονικής παροχής για την απόκτηση πρώτης κατοικίας, ο αιτών την απαλλαγή κληρονόμος μπορεί να την λάβει μόνο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της χορήγησης νέας απαλλαγής. Η τροποποίηση κρίθηκε επιβεβλημένη ενόψει της εναρμόνισης με τα ισχύοντα κατά την κτήση πρώτης κατοικίας με αγοραπωλησία, αλλά και για την παρεμπόδιση διαφυγής εσόδων.

11. Με την παράγραφο 12 του παρόντος άρθρου προστίθεται εδάφιο πριν από το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 της ενότητας Α του άρθρου 26, με το οποίο ορίζεται για πρώτη φορά ότι, εφόσον είχε χορηγηθεί απαλλαγή σε οικόπεδο και ο οικοπεδούχος, σε εκτέλεση των όρων εργολαβικού προσυμφώνου, μεταβιβάσει μέσα στην πενταετία από την κτήση στον εργολάβο τα υποσχεθέντα σε αυτόν χιλιοστά οικοπέδου, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, δεν αίρεται η χορηγηθείσα απαλλαγή. Η απαλλαγή αίρεται αν μέσα στην πενταετία ο οικοπεδούχος μεταβιβάσει κάποιο από τα ακίνητα που του περιήλθαν κατά τους όρους της αντιπαροχής. Η τροποποίηση κρίθηκε επιβεβλημένη στα πλαίσια τόσο ορθότερης όσο και δικαιότερης για το φορολογούμενο εφαρμογής του νόμου, δεδομένου ότι στις περιπτώσεις εργολαβικών προσυμφώνων, με την ανωτέρω μεταβίβαση χιλιοστών προς τον εργολάβο, δεν αναιρείται ο σκοπός του νόμου, που είναι η υποχρεωτική διατήρηση του αποκτώμενου με απαλλαγή ακινήτου για μία πενταετία - εφόσον ο οικοπεδούχος διατηρεί τα δικά του χιλιοστά και τα εκ της αντιπαροχής ακίνητα - και ταυτόχρονα διευκολύνεται η οικοδομική δραστηριότητα χωρίς τις δυσμενείς για τον οικοπεδούχο συνέπειες της άρσης της απαλλαγής.

12. Με την παράγραφο 13 του παρόντος άρθρου καταργούνται όλες οι παρεχόμενες γεωργικές απαλλαγές από το φόρο κληρονομιών. Η κατάργηση κρίθηκε επιβεβλημένη αφενός μέσα στα πλαίσια της συνταγματικής επιταγής για ισότητα όλων των πολιτών απέναντι (και στο φορολογικό) νόμο, αφετέρου στην προσπάθεια μείωσης των παρεχόμενων απαλλαγών από το φόρο. Εξάλλου, στην πράξη οι παρεχόμενες απαλλαγές δεν θα είχαν και τόσο μεγάλο αντικείμενο, αφού με την πρόσφατη (ν.3815/2010) αύξηση του αφορολογήτου στην Α΄ κατηγορία (από 95.000 σε 150.000 ευρώ), με την απαλλαγή περιουσίας μέχρι 400.000 ευρώ που περιέρχεται σε σύζυγο και ανήλικα τέκνα και με την καθιέρωση φορολογικών κλιμάκων με συντελεστές από 1 έως 10 %, ο οφειλόμενος φόρος θα είναι ασήμαντος. Για παράδειγμα ο σύζυγος δεν θα επιβαρύνεται με φόρο για περιουσία μέχρι 400.000 ευρώ ή το τέκνο για περιουσία 300.000 ευρώ θα επιβαρύνεται μόνο με 1.500 ευρώ. Ενδεικτικά δε αναφέρεται ότι η απαλλασσόμενη αξία των 150.000 ευρώ αντιστοιχεί σε 428,5 στρέμματα αγροτικής έκτασης στο Κάτω Νευροκόπι Δράμας, σε 300 στρέμματα στο νομό Γρεβενών, σε 187,5 στρέμματα στο νομό Καρδίτσας, σε 166,6 στρέμματα στο νομό Λάρισας, σε 83,3 στρέμματα στη Ζαχάρω Ηλείας, σε 312,5 έως 681,8 στρέμματα στο νομό Ευρυτανίας, σε 272,7 στρέμματα στο Δομοκό Φθιώτιδας, σε 187,5 στρέμματα στη Νεμέα Κορινθίας, σε 300 στρέμματα στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας, σε 230,7 στρέμματα στη Σάμο, σε 150 στρέμματα στο Αρκαλοχώρι Ηρακλείου, σε 214,2 στρέμματα στο Οροπέδιο Λασιθίου κ.ο.κ.

13. Η προτεινόμενη ρύθμιση της παραγράφου 14 του παρόντος άρθρου στο μεγαλύτερο μέρος της επαναλαμβάνει τα όσα πρόσφατα θεσπίστηκαν με το ν.3815/2010. Η επανάληψη αυτή κρίθηκε απόλυτα επιβεβλημένη, προκειμένου να μπορεί, ανά πάσα στιγμή, ο κάθε πολίτης να υπολογίζει με ευκολία τον αναλογούντα φόρο κληρονομιών. Ειδικότερα δε, με την παρούσα διάταξη υλοποιείται ένα πάγιο αίτημα, που υποβλήθηκε τόσο κατά τη συζήτηση του πρόσφατου ν.3815/2010 όσο και κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης που διεξήχθη με τους σχετικούς φορείς στα πλαίσια της αναμόρφωσης του φορολογικού συστήματος. Συγκεκριμένα, καταργείται η αυτοτελής φορολόγηση με χαμηλούς συντελεστές (από 0,6 έως 2,4%) που ίσχυε κατά τη μεταβίβαση μετοχών, επιχειρήσεων κ.λπ. Επίσης γίνεται δεκτό το αίτημα να φορολογούνται με βάση τη φορολογική κλίμακα και αφορολόγητο ποσό, και όχι με αυτοτελή συντελεστή, τα χρηματικά ποσά που κληρονομούνται, δεδομένου ότι η μεθόδευση της φοροαποφυγής με τη μέθοδο των άτυπων δωρεών χρηματικών ποσών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκει έδαφος στις κληρονομιές. Στην ίδια αυτή παράγραφο καθορίζονται και οι συντελεστές φορολόγησης (0,5% και 0,5%) που αναφέρθηκαν πιο πάνω, για τις ρυθμίσεις των παραγράφων 8 και 9, και που αφορούν κάποιες κατηγορίες απαλλασσόμενων μέχρι σήμερα προσώπων.

14. Με την παράγραφο 15 του παρόντος άρθρου αντικαθίσταται η ενότητα Α του άρθρου 43 του Κώδικα. Με τις προτεινόμενες διατάξεις: α) τροποποιείται η απαλλαγή πρώτης κατοικίας κατά τη μεταβίβαση με γονική παροχή ακινήτου και ορίζεται ότι χορηγείται αυτή με τους όρους και τις προϋποθέσεις της κτήσης πρώτης κατοικίας αιτία θανάτου. Διαφοροποίηση υπάρχει μόνο ως προς την προϋπόθεση που τίθεται κατά την κτήση αιτία γονικής παροχής, να αποκτάται το ακίνητο εξ ολοκλήρου και κατά πλήρη κυριότητα και όχι κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου, β) θεσπίζεται για πρώτη φορά υποχρέωση του δικαιούχου της απαλλαγής (καθώς και του συζύγου και των ανηλίκων τέκνων του), να μην μεταβιβάσουν, ενόψει της απόκτησης πρώτης κατοικίας με γονική παροχή, και για χρονικό διάστημα 5 ετών πριν την κτήση, την επικαρπία, οίκηση, ιδανικό μερίδιο κατοικίας ή οικοπέδου καθώς και ψιλή κυριότητα οικοπέδου, το εμβαδόν των οποίων πληρούσε τις στεγαστικές τους ανάγκες κατά το χρόνο μεταβίβασης, γ) διευκρινίζεται ότι το τέκνο μπορεί να αποκτήσει ακίνητο από τους δύο γονείς του και να τύχει της απαλλαγής, εφόσον η μεταβίβαση γίνεται ταυτόχρονα και με το ίδιο συμβόλαιο. Οι ανωτέρω τροποποιήσεις κρίθηκαν επιβεβλημένες ενόψει της εναρμόνισης των διατάξεων και στις τρεις φορολογίες (μεταβίβασης ακινήτων, κληρονομιών και γονικών παροχών), για να αποφευχθούν καταστρατηγήσεις του νόμου από τους φορολογούμενους και μεθοδεύσεις, αλλά και ενόψει της ορθότερης εφαρμογής του φορολογικού νόμου.

15. Με τις προτεινόμενες διατάξεις των παραγράφων 16 και 17 του παρόντος άρθρου περιορίζονται δραστικά οι παρεχόμενες μέχρι σήμερα απαλλαγές από το φόρο δωρεών, αντίστοιχα με εκείνες των κληρονομιών και για τους ίδιους λόγους. Ειδικότερα: Παραμένει σε ισχύ μόνο απαλλαγή του Δημοσίου, των λογαριασμών που δημιουργούνται υπέρ του Δημοσίου και ελάχιστες μόνο απαλλαγές όπως π.χ. για τις αποζημιώσεις που καταβάλλονται από τα ασφαλιστικά Ταμεία, για τις παραχωρήσεις κινητών ή ακινήτων του Δημοσίου, δήμων ή κοινοτήτων και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και για τα χρηματικά ποσά μέχρι ογδόντα χιλιάδες που καταβάλλονται σε σύζυγο και ανήλικα τέκνα στρατιωτικού που απεβίωσε κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας. Όπως και στη φορολογία κληρονομιών, υπόκεινται σε φόρο αυτοτελώς με χαμηλό συντελεστή 0,1% για τα χρηματικά ποσά που τους περιέρχονται και 0,5% για τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία μικρή μερίδα απαλλασσόμενων μέχρι σήμερα προσώπων. Οι χρηματικές δωρεές προς ιερούς ναούς, ιερές μονές, το Ιερό Κοινό του Πανάγιου Τάφου, την Ιερή Μονή του όρους Σινά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, την Εκκλησία της Κύπρου και την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας υπόκεινται στο φόρο αυτό (με συντελεστή 0,1%) μετά την αφαίρεση αφορολόγητου ποσού 1.000 ευρώ κατ’ έτος. Οι γεωργικές απαλλαγές καταργούνται όπως και στη φορολογία κληρονομιών και για τους ίδιους λόγους. Με ρητή νέα διάταξη, μετά την κατάργηση των φοροαπαλλαγών, θεσπίζεται ρητά απαλλαγή από το φόρο δωρεάς αλλά και από την υποχρέωση υποβολής των δηλώσεων φόρου οι δωρεές χρηματικών ποσών ή άλλων κινητών περιουσιακών στοιχείων από ανώνυμους και μη δωρητές, εφόσον οι δωρεές αυτές διοργανώνονται σε πανελλαδικό επίπεδο με την πρωτοβουλία φορέων για σκοπούς αποδειγμένα φιλανθρωπικούς (π.χ. ραδιοφωνικοί ή τηλεοπτικοί μαραθώνιοι που οργανώνονται για να αντιμετωπίσουν κάποια έκτακτα και σημαντικά γεγονότα, όπως σεισμοί, πυρκαγιές, πόλεμοι ή ακόμη την ανέγερση κάποιου νοσοκομείου κ.λπ.). Η διάταξη αυτή θεσπίζεται για πρώτη φορά, προκειμένου να μη δημιουργηθούν προβλήματα τόσο πρακτικά όσο και φορολογικά σε τέτοιες διοργανώσεις και δραστηριότητες, μετά τη θέσπιση της αυτοτελούς φορολόγησης των χρηματικών δωρεών. Ομοίως απαλλάσσονται από το φόρο δωρεάς και από την υποχρέωση υποβολής των οικείων δηλώσεων οι δωρεές των κάθε φύσεως περιουσιακών στοιχείων που καταρτίζονται μεταξύ ιερών ναών, ιερών μονών, του Ιερού Κοινού του Πανάγιου Τάφου, της Ιερής Μονής του όρους Σινά, του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, της Εκκλησίας της Κύπρου και της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας.

16. Η προτεινόμενη ρύθμιση της παραγράφου 18 του παρόντος άρθρου στο μεγαλύτερο μέρος της επαναλαμβάνει τα όσα πρόσφατα θεσπίστηκαν με το ν.3815/2010, παραπέμποντας στην αντίστοιχη διάταξη που αναφέρεται στον τρόπο υπολογισμού του φόρου κληρονομιών. Η μόνη διαφοροποίηση στον τρόπο υπολογισμού του φόρου στις δύο αυτές φορολογίες υφίσταται στη φορολόγηση των χρηματικών δωρεών, οι οποίες στη φορολογία δωρεών και γονικών παροχών εξακολουθούν να φορολογούνται αυτοτελώς με τον ανώτερο συντελεστή της κάθε κατηγορίας (10 και 20% αντίστοιχα). Η αυτοτελής φορολόγηση των χρηματικών δωρεών και στη Γ΄ κατηγορία (με τον ανώτερο συντελεστή της κατηγορίας 40%) κρίθηκε επιβεβλημένη, δεδομένης κυρίως της αδικίας που θα υπήρχε και της άνισης μεταχείρισης, αν θα παρέμενε για τις δωρεές αυτές αφορολόγητο ποσό, σε αντίθεση με την Α΄ και Β΄ κατηγορία. Όπως και στη φορολογία κληρονομιών, με την παρούσα διάταξη υλοποιείται το πάγιο αίτημα, που υποβλήθηκε τόσο κατά τη συζήτηση του πρόσφατου ν.3815/2010 όσο και κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης που διεξήχθη με τους σχετικούς φορείς στα πλαίσια της αναμόρφωσης του φορολογικού συστήματος, για την κατάργηση της αυτοτελούς φορολόγησης με χαμηλούς συντελεστές (από 0,6 έως 2,4%) που ίσχυε κατά τη μεταβίβαση μετοχών, επιχειρήσεων κ.λπ.

17. Με την προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 19 του παρόντος άρθρου τροποποιείται η παράγραφος 3 του άρθρου 73 του Κώδικα, που αφορά τον προσδιορισμό προσωρινής αξίας στην αιτία θανάτου κτήση. Σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς, ο προσδιορισμός προσωρινής αξίας στις κληρονομιές μπορεί να γίνει από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., εφόσον το ζητήσει ο φορολογούμενος, ο οποίος εάν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία έξι (6) μηνών από την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης, υποβάλει συμπληρωματική δήλωση σύμφωνη με την αξία που προσδιόρισε ο προϊστάμενος, η συμπληρωματική δήλωση θεωρείται ειλικρινής και δεν επιβάλλεται σε βάρος του πρόσθετος φόρος και πρόστιμο. Στην πράξη ωστόσο δεν είναι συχνή η εφαρμογή της διάταξης αυτής, λόγω φόρτου εργασίας αλλά και αδυναμίας των Δ.Ο.Υ., οι οποίες προβαίνουν - κατά κανόνα - στον έλεγχο των δηλώσεων λίγο πριν την εκπνοή της δεκαετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για επιβολή φόρων και προστίμων, ενώ ένας μεγάλος αριθμός υποθέσεων θα μπορούσε να περαιωθεί άμεσα στα πλαίσια της διαδικασίας της προσωρινής εκτίμησης με σημαντικά οφέλη για τα δημόσια έσοδα. Η εφαρμογή της διάταξης ωστόσο έχει καταδείξει πολλαπλές αδυναμίες, εφόσον στην πράξη σπάνια μπορεί να ολοκληρωθεί η εν λόγω διαδικασία στην προθεσμία των έξι (6) μηνών του νόμου. Περαιτέρω, η έλλειψη προσδιορισμού συγκεκριμένης προθεσμίας στον υπόχρεο για να ζητήσει τον προσωρινό προσδιορισμό περιορίζει ακόμη περισσότερο τις πιθανότητες εφαρμογής της διάταξης, εφόσον το αίτημά του μπορεί θεωρητικά να υποβληθεί μέχρι την εκπνοή της εξάμηνης αποκλειστικής προθεσμίας του νόμου. Με την προτεινόμενη ρύθμιση παρατείνεται η προθεσμία μέσα στην οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί ο προσδιορισμός προσωρινής αξίας από έξι (6) μήνες σε δώδεκα (12) και ορίζεται ότι ο υπόχρεος θα πρέπει να διατυπώνει ρητό περί αυτού αίτημα στην εμπρόθεσμη δήλωση. Αφού δε πραγματοποιηθεί ο προσωρινός προσδιορισμός της αξίας, ο φορολογούμενος θα καλείται με απόδειξη από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. μέσα σε ένα μήνα από τον προσδιορισμό, να προσέλθει μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός (1) μηνός από την πρόσκλησή του, για να υποβάλει συμπληρωματική δήλωση σύμφωνη με την προσωρινή αξία που προσδιορίστηκε. Στην περίπτωση αυτή η συμπληρωματική δήλωση θα θεωρείται ειλικρινής και δεν θα επιβάλλεται σε βάρος του πρόσθετος φόρος και πρόστιμο, εφόσον δεν υφίσταται άλλη ανακρίβεια της δήλωσης. Περαιτέρω ορίζεται ότι, αν ο προϊστάμενος δεν προσδιορίσει προσωρινή αξία, κατά τον έλεγχο της υπόθεσης και τον οριστικό προσδιορισμό του αναλογούντος φόρου δεν επιβάλλεται πρόσθετος φόρος στη διαφορά του φόρου που προκύπτει με βάση την αξία που δηλώθηκε και αυτή που οριστικά προσδιορίστηκε ή πρόστιμο, στην περίπτωση που δεν προκύπτει διαφορά φόρου για καταβολή. Με τον τρόπο αυτό αίρονται οι δυσλειτουργίες οι οποίες εμπόδιζαν μέχρι σήμερα την ουσιαστική ενεργοποίηση της προσωρινής εκτίμησης στις κληρονομιές, εφόσον αυξάνεται αρκετά το χρονικό περιθώριο για την πραγματοποίησή της και επιπλέον προσδιορίζονται επακριβώς οι προθεσμίες των αναγκαίων ενεργειών τόσο για το φορολογούμενο όσο και για τον προϊστάμενο, οπότε καθορίζεται με σαφήνεια το πλαίσιο της διαδικασίας. Η νέα ρύθμιση θα έχει ως αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός υποθέσεων να μπορούν να περαιωθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα - αρκετό ωστόσο για την πραγματοποίηση της διαδικασίας- με σύντομη καταβολή των φόρων αλλά και ελάφρυνση των Δ.Ο.Υ. από μέρος των προς έλεγχο υποθέσεων. Ταυτόχρονα, η νέα ρύθμιση αποτελεί ένα ευεργετικό μέτρο για τους φορολογούμενους, οι οποίοι, εφόσον ζητήσουν με τη δήλωσή τους τον προσωρινό προσδιορισμό, έχουν τη δυνατότητα να απαλλαγούν από πρόσθετους φόρους ή πρόστιμα ακόμη και στην περίπτωση που ο προϊστάμενος δεν προβεί τελικά στην διαδικασία της προσωρινής εκτίμησης.

18. Με την προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 20 του παρόντος άρθρου τροποποιείται η παράγραφος 5 του άρθρου 102 του Κώδικα, που αφορά τη γενική παραγραφή του δικαιώματος του δημοσίου για επιβολή φόρου κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών και παρατείνεται αυτή στις υποθέσεις, στις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι 31/12/1994. Με βάση την τροποποιούμενη διάταξη το δικαίωμα του δημοσίου θεωρείται παραγεγραμμένο μέχρι 31/12/1989, δηλαδή παρατείνεται επί μία πενταετία. Με τη ρύθμιση αυτή διευκολύνονται τόσο οι συναλλαγές (φορολογούμενοι, συμβολαιογράφοι, δικαστήρια κ.λπ.), αφού δεν απαιτείται πλέον πιστοποιητικό φόρου κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών για τις υποθέσεις αυτές, όσο και οι φορολογικές υπηρεσίες, αφού δεν θα σπαταλούν χρόνο για τη χορήγηση πιστοποιητικών σε τόσο παλαιές υποθέσεις, οι οποίες και στην πράξη έχουν παραγραφεί, αφού το δημόσιο δεν μπορεί να προβεί σε κοινοποίηση πράξης μετά την πάροδο δεκαπενταετίας από το χρόνο φορολογίας, αν δεν έχει υποβληθεί η οικεία δήλωση.

Άρθρο 25: Φορολογία κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών

Α. Οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία, ο οποίος κυρώθηκε με το ν.2961/2001 (ΦΕΚ 266 Α΄), αντικαθίστανται, τροποποιούνται και συμπληρώνονται ως εξής:

1.α) Η περίπτωση ι΄ του άρθρου 7 και η περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 40 καταργούνται. β) Μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι φορολογούμενοι υποχρεούνται να υποβάλουν δηλώσεις φόρου κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών στις οποίες, κατά την ημερομηνία αυτή, είχαν εφαρμογή οι καταργούμενες διατάξεις. Για τον υπολογισμό του φόρου στις υποθέσεις αυτές ως χρόνος φορολογίας λαμβάνεται η ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. γ) Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών καταργείται.

2.Στο άρθρο 12 προστίθεται παράγραφος 5 που έχει ως εξής:

«5. Για την επιβολή του αναλογούντος φόρου επί μετοχών, μερίδων ή μεριδίων, ποσοστών συμμετοχής ή λοιπών τίτλων εταιρειών ή λοιπών νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων που έχουν υποχρέωση καταβολής του ειδικού φόρου επί των ακινήτων, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 15 του ν. 3091/2002 (ΦΕΚ Α΄ 330), όπως ισχύει, εφόσον η δήλωση φόρου κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η αξία των ακινήτων επί των οποίων έχουν εμπράγματο δικαίωμα πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας.».

3.Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 15 αντικαθίσταται ως εξής:

«Σε μεταβίβαση για αόριστο χρόνο με χαριστική αιτία ή αιτία θανάτου του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας σε άλλο πρόσωπο εκτός του ψιλού κυρίου, η αξία αυτής προσδιορίζεται σε ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας κατά το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης με βάση την ηλικία του μεγαλύτερου μεταξύ του επικαρπωτή και του προσώπου που αποκτά το δικαίωμα ενάσκησης.».

4.Οι περιπτώσεις δ και ε της παραγράφου 5 του άρθρου 16 αντικαθίστανται ως εξής: «δ) Όταν ο ψιλός κύριος αποκτήσει την ενάσκηση του δικαιώματος της επικαρπίας. ε) Όταν ο ψιλός κύριος, με δήλωση που θα υποβάλει στον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας οποτεδήποτε, ζητήσει την άμεση φορολόγηση της ψιλής κυριότητας. Στην περίπτωση αυτή χρόνος φορολόγησης είναι ο χρόνος υποβολής της δήλωσης. Αν το αίτημα για την άμεση φορολόγηση της ψιλής κυριότητας υποβάλλεται με την εμπρόθεσμη δήλωση, χρόνος φορολογίας είναι ο οριζόμενος στα άρθρα 6, 7 και 8.».

5.Στο άρθρο 16 προστίθεται παράγραφος 7 που έχει ως εξής: «7. Σε περίπτωση παρακράτησης ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία ή αιτία θανάτου του δικαιώματος οίκησης, ο κύριος του ακινήτου εξομοιούται με ψιλό κύριο.».

6.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 17, το οποίο είχε τροποποιηθεί με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του ν.3634/2008 (Α΄ 9), επαναφέρεται σε ισχύ ως είχε πριν την τροποποίησή του.

7.Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 24 καταργείται.

8.α). Καταργούνται οι περιπτώσεις β, γ, ε, στ και ζ της παραγράφου 1 και οι περιπτώσεις β, δ και ε της παραγράφου 2 του άρθρου 25. β). Η περίπτωση α της παραγράφου 1 του άρθρου 25 αντικαθίσταται ως εξής: «α) το Δημόσιο, οι λογαριασμοί που δημιουργούνται υπέρ του Δημοσίου και».

9.Στο άρθρο 25 του Κώδικα προστίθεται παράγραφος 3 που έχει ως εξής: «3. Υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 29, οι κτήσεις, εφόσον δικαιούχοι είναι: α) τα ν.π.δ.δ., οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, οι δήμοι, οι κοινότητες, οι ιεροί ναοί, οι ιερές μονές, το Ιερό Κοινό του Πανάγιου Τάφου, η Ιερή Μονή του όρους Σινά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, η Εκκλησία της Κύπρου, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας και β) τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα, τα οποία υπάρχουν ή συνιστώνται νόμιμα στην Ελλάδα, καθώς και τα αντίστοιχα αλλοδαπά με τον όρο της αμοιβαιότητας και οι περιουσίες του άρθρου 96 του α.ν.2039/1939 (Α΄455), εφόσον επιδιώκουν αποδεδειγμένα σκοπούς εθνωφελείς ή θρησκευτικούς ή σε ευρύτερο κύκλο φιλανθρωπικούς ή εκπαιδευτικούς ή καλλιτεχνικούς ή κοινωφελείς κατά την έννοια του άρθρου 1 του α.ν.2039/1939.».

10.Οι παράγραφοι 1 και 2 της ενότητας Α του άρθρου 26 αντικαθίστανται ως εξής: «1. Κατοικία ή οικόπεδο, που αποκτάται αιτία θανάτου από σύζυγο ή τέκνο του κληρονομουμένου κατά πλήρη κυριότητα, εξ ολοκλήρου ή κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου, απαλλάσσεται από το φόρο, εφόσον ο κληρονόμος ή κληροδόχος ή ο σύζυγος αυτού ή οποιοδήποτε από τα ανήλικα τέκνα αυτού δεν έχουν δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή επικαρπίας ή οίκησης σε κατοικία ή ιδανικό μερίδιο κατοικίας που πληροί τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειάς του ή δικαίωμα πλήρους κυριότητας σε οικόπεδο οικοδομήσιμο ή σε ιδανικό μερίδιο οικοπέδου, στα οποία αντιστοιχεί εμβαδόν κτίσματος που πληροί τις στεγαστικές τους ανάγκες και βρίσκονται σε δημοτικό ή κοινοτικό διαμέρισμα με πληθυσμό άνω των τριών χιλιάδων (3.000) κατοίκων. Οι στεγαστικές ανάγκες θεωρείται ότι καλύπτονται, αν το συνολικό εμβαδόν των ανωτέρω ακινήτων και των λοιπών αντίστοιχων κληρονομιαίων ακινήτων είναι εβδομήντα (70) τ.μ., προσαυξανόμενα κατά είκοσι (20) τ.μ. για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα και κατά είκοσι πέντε (25) τ.μ. για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα, των οποίων την επιμέλεια έχει ο δικαιούχος. Δικαιούχοι της απαλλαγής είναι οι Έλληνες και οι πολίτες κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι δικαιούχοι πρέπει να είναι μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας. Η απαλλαγή παρέχεται για ποσό αξίας: α) κατοικίας μέχρι διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε ανήλικο ή άγαμο κληρονόμο ή κληροδόχο και μέχρι διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ για κάθε έγγαμο και διαζευγμένο ή χήρο ή άγαμο γονέα, που έχουν την επιμέλεια των τέκνων τους. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα αυτών και κατά τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα τους, εφόσον στο δικαιούχο κληρονόμο ή κληροδόχο περιέρχεται μία μόνο κατοικία εξ ολοκλήρου και κατά πλήρη κυριότητα και όχι ποσοστό εξ αδιαιρέτου. Στο ποσό της απαλλαγής περιλαμβάνεται και η αξία μιας θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου και ενός αποθηκευτικού χώρου, για επιφάνεια εκάστου έως είκοσι (20) τ.μ., εφόσον βρίσκονται στο ίδιο ακίνητο και αποκτώνται ταυτόχρονα. β) οικοπέδου μέχρι πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε ανήλικο ή άγαμο κληρονόμο ή κληροδόχο και μέχρι εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για κάθε έγγαμο και διαζευγμένο ή χήρο ή άγαμο γονέα, που έχουν την επιμέλεια των τέκνων τους. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα αυτών και κατά δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα τους, εφόσον στο δικαιούχο κληρονόμο ή κληροδόχο περιέρχεται ένα μόνο οικόπεδο εξ ολοκλήρου και κατά πλήρη κυριότητα και όχι ποσοστό εξ αδιαιρέτου. Η απαλλαγή χορηγείται με τις ίδιες προϋποθέσεις και στην περίπτωση που ο κληρονόμος ή ο κληροδόχος είναι κύριος ποσοστού εξ αδιαιρέτου κατοικίας ή οικοπέδου και κληρονομεί και το υπόλοιπο ποσοστό, ώστε να γίνεται κύριος ολόκληρου του ακινήτου, καθώς και στην περίπτωση συνένωσης ψιλής κυριότητας και επικαρπίας. Την απαλλαγή του άγαμου δικαιούται και ο σύζυγος που βρίσκεται σε διάσταση και έχει καταθέσει αίτηση ή αγωγή διαζυγίου τουλάχιστον έξι (6) μήνες πριν από το χρόνο της αιτία θανάτου κτήσης. Αν έχει την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της οικογένειας, δικαιούται την απαλλαγή του εγγάμου. Αν δεν λυθεί ο γάμος με διαζύγιο μέσα σε πέντε (5) έτη από την αιτία θανάτου κτήση, αίρεται η χορηγηθείσα απαλλαγή και καταβάλλεται ο οικείος φόρος σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού. Κατά τη χορήγηση της απαλλαγής, τα πρόσωπα τα οποία έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης κατά τις διατάξεις του ν.3719/2008 (Α΄ 241), αντιμετωπίζονται ως σύζυγοι, εφόσον το σύμφωνο συμβίωσης είχε καταρτισθεί τουλάχιστον δύο έτη πριν από την αιτία θανάτου κτήση. 2. Το αιτία θανάτου αποκτώμενο οικόπεδο ή το οικόπεδο, στο οποίο έχει ανεγερθεί η αιτία θανάτου αποκτώμενη κατοικία, πρέπει απαραίτητα να είναι οικοδομήσιμο και να βεβαιώνεται τούτο από τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες ή από αντίστοιχη δήλωση μηχανικού, κατά τις διατάξεις του ν.651/1977 και του ν.1337/1983, πάνω στο τοπογραφικό διάγραμμα του μεταβιβαζόμενου ακινήτου. Για την έννοια του οικοπέδου έχουν εφαρμογή οι σχετικές πολεοδομικές διατάξεις.».

11.Στο τέλος της παραγράφου 3 της ενότητας Α του άρθρου 26 προστίθεται τελευταίο εδάφιο, που έχει ως εξής: «Με τις ίδιες προϋποθέσεις παρέχεται απαλλαγή και στην περίπτωση που ο σύζυγος ή οποιοδήποτε από τα ανήλικα τέκνα του κληρονόμου ή κληροδόχου έχουν ήδη τύχει της απαλλαγής σε άλλο ακίνητο.».

12.Πριν από το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 της ενότητας Α του άρθρου 26 προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής: «Δεν υφίσταται η ανωτέρω υποχρέωση κατά τη μεταβίβαση, από τον κληρονόμο ή κληροδόχο σε εργολάβο, των συμφωνηθέντων σε εκτέλεση των όρων εργολαβικού προσυμφώνου χιλιοστών οικοπέδου.».

13.Οι ενότητες Β, Γ, Δ και Ε του άρθρου 26 καταργούνται.

14.Το άρθρο 29 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 29 Κατάταξη φορολογουμένων - Φορολογικές κλίμακες 1. Οι δικαιούχοι της κτήσης, ανάλογα με τη συγγενική τους σχέση προς τον κληρονομούμενο, κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες Α΄, Β΄ και Γ΄. Στην Α΄ κατηγορία υπάγονται: α) ο σύζυγος του κληρονομουμένου, β) το πρόσωπο το οποίο είχε συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με τον κληρονομούμενο κατά τις διατάξεις του ν.3719/2008 και το οποίο λύθηκε με το θάνατο αυτού, εφόσον η συμβίωση είχε διάρκεια τουλάχιστον δύο ετών, γ) οι κατιόντες πρώτου βαθμού (τέκνα από νόμιμο γάμο, τέκνα χωρίς γάμο έναντι της μητέρας, αναγνωρισθέντα εκούσια ή δικαστικά έναντι του πατέρα, νομιμοποιηθέντα με επιγενόμενο γάμο ή δικαστικά έναντι και των δύο γονέων), δ) οι κατιόντες εξ αίματος δεύτερου βαθμού και ε) οι ανιόντες εξ αίματος πρώτου βαθμού. Στη Β΄ κατηγορία υπάγονται: α) οι κατιόντες εξ αίματος τρίτου και επόμενων βαθμών, β) οι ανιόντες εξ αίματος δεύτερου και επόμενων βαθμών, γ) τα εκούσια ή δικαστικά αναγνωρισθέντα τέκνα έναντι των ανιόντων του πατέρα που τα αναγνώρισε, δ) οι κατιόντες του αναγνωρισθέντος έναντι του αναγνωρίσαντος και των ανιόντων αυτού, ε) οι αδελφοί (αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς), στ) οι συγγενείς εξ αίματος τρίτου βαθμού εκ πλαγίου, ζ) οι πατριοί και οι μητριές, η) τα τέκνα από προηγούμενο γάμο του συζύγου, θ) τα τέκνα εξ αγχιστείας (γαμπροί - νύφες) και ι) οι ανιόντες εξ αγχιστείας (πεθεροί - πεθερές). Στη Γ΄ κατηγορία υπάγεται οποιοσδήποτε άλλος εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενής του κληρονομουμένου ή εξωτικός. Σε περίπτωση υιοθεσίας, η κατάταξη στην οικεία κατηγορία του υιοθετηθέντος ή των συγγενών αυτού έναντι του υιοθετήσαντος ή των συγγενών αυτού γίνεται με βάση τη συγγενική σχέση που προκύπτει κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Κατ' εξαίρεση, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μπορεί, για τον υπολογισμό του φόρου, να μην λάβει υπόψη το βαθμό συγγένειας που προκύπτει από την υιοθεσία, αν διαπιστώσει ότι αυτή έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του παρόντος . Σε περιπτώσεις σχολάζουσας κληρονομίας, ο φόρος υπολογίζεται στο σύνολο της αξίας της, με βάση τους συντελεστές της Γ΄ κατηγορίας του άρθρου αυτού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 101 για νέα εκκαθάριση του φόρου. 2. Η αιτία θανάτου κτήση των κάθε φύσεως περιουσιακών στοιχείων υπόκειται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με βάση τις εξής ανά κατηγορία φορολογικές κλίμακες:

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Α΄
Κλιμάκια (σε ευρώ) Συντελεστής κλιμακίου (%) Φόρος κλιμακίου (σε ευρώ) Φορολογητέα περιουσία (σε ευρώ) Φόρος που αναλογεί (σε ευρώ)
150.000 --- --- 150.000 ---
150.000 1 1.500 300.000 1.500
300.000 5 15.000 600.000 16.500
Υπερβάλλον 10      
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Β΄
Κλιμάκια (σε ευρώ) Συντελεστής κλιμακίου (%) Φόρος κλιμακίου (σε ευρώ) Φορολογητέα περιουσία (σε ευρώ) Φόρος που αναλογεί (σε ευρώ)
30.000 --- --- 30.000 ---
70.000 5 3.500 100.000 3.500
200.000 10 20.000 300.000 23.500
Υπερβάλλον 20      
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Γ΄
Κλιμάκια (σε ευρώ) Συντελεστής κλιμακίου (%) Φόρος κλιμακίου (σε ευρώ) Φορολογητέα περιουσία (σε ευρώ) Φόρος που αναλογεί (σε ευρώ)
6.000 --- --- 6 ---
66.000 20 13.200 72.000 13.200
195.000 30 58.500 267.000 71.700
Υπερβάλλον 40      
3. Όταν ο κληρονόμος ή κληροδόχος έχει αναπηρία κατά ποσοστό 67% και άνω, ο φόρος που αναλογεί σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους μειώνεται κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).

4. Αν στο ίδιο πρόσωπο συντρέχουν οι προϋποθέσεις μείωσης του φόρου, έκπτωσης και απαλλαγής, που προβλέπονται από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου και της ενότητας Α του άρθρου 26, οφείλεται ο μικρότερος φόρος που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

5. Η αιτία θανάτου κτήση χρηματικών ποσών από τα πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 25 υπόκειται σε φόρο ο οποίος υπολογίζεται αυτοτελώς με συντελεστή πέντε δέκατα τοις εκατό (0,5%). Η αιτία θανάτου κτήση των λοιπών περιουσιακών στοιχείων από τα πρόσωπα αυτά υπόκειται σε φόρο ο οποίος υπολογίζεται αυτοτελώς με συντελεστή πέντε δέκατα τοις εκατό (0,5%).

6. Για την απόκτηση δικαιωμάτων μεταλλειοκτησίας και δικαιωμάτων που απορρέουν από άδεια μεταλλευτικών ερευνών, ο φόρος υπολογίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο ή κλάσμα αυτού επί της εκτάσεως του μεταλλείου ή του χώρου της άδειας μεταλλευτικών ερευνών.

7. Για τα περιουσιακά στοιχεία, για τα οποία ο φόρος υπολογίζεται αυτοτελώς, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 4 και 36 του παρόντος.

8. Στο ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση τις προηγούμενες παραγράφους περιλαμβάνονται και: α) ποσοστό 3% υπέρ των δήμων και κοινοτήτων, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 50 του β.δ. 24/9-20.10.1958 (ΦΕΚ 171 Α΄) και β) ποσοστό 7% που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν.3155/1955 (ΦΕΚ 63 Α΄). Η απόδοση των ποσοστών αυτών γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 81 του παρόντος .».

1.Η ενότητα Α του άρθρου 43 αντικαθίσταται ως εξής: «Α. Απαλλαγή πρώτης κατοικίας 1. Σε περίπτωση απόκτησης με γονική παροχή εξ ολοκλήρου και κατά πλήρη κυριότητα, με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς της ενότητας Α' του άρθρου 26: α) κατοικίας, δεν υπόκειται σε φόρο ποσό μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ για κάθε ενήλικο άγαμο δικαιούχο. Το ποσό αυτό ανέρχεται σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ, προκειμένου για έγγαμο και διαζευγμένο ή χήρο ή άγαμο γονέα, που έχουν την επιμέλεια των τέκνων τους, και προσαυξάνεται κατά είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα αυτών και κατά τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα τους, β) οικοπέδου, δεν υπόκειται σε φόρο ποσό μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ για κάθε άγαμο δικαιούχο. Το ποσό αυτό ανέρχεται σε εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, προκειμένου για έγγαμο και διαζευγμένο ή χήρο ή άγαμο γονέα, που έχουν την επιμέλεια των τέκνων τους, και προσαυξάνεται κατά δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα αυτών και κατά δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα τους. Στο ποσό της απαλλαγής περιλαμβάνεται και η αξία μιας θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου και ενός αποθηκευτικού χώρου, για επιφάνεια εκάστου έως είκοσι (20) τ.μ., εφόσον βρίσκονται στην ίδια οικοδομή και αποκτώνται ταυτόχρονα. Αν η κατοικία ή το οικόπεδο ανήκει από κοινού στους δύο γονείς, παρέχεται απαλλαγή, εφόσον η απόκτηση γίνεται ταυτόχρονα και με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο.

2. Εάν ο δικαιούχος της απαλλαγής ή ο σύζυγος ή τα ανήλικα τέκνα αυτού είναι κύριοι κατοικίας ή οικοπέδου ή ιδανικού μεριδίου αυτών και μεταβιβάσουν με επαχθή ή χαριστική αιτία την επικαρπία ή το δικαίωμα της οίκησης ή ιδανικό μερίδιο επί της κατοικίας ή του οικοπέδου, το εμβαδόν των οποίων πληρούσε κατά το χρόνο της μεταβίβασης τις στεγαστικές τους ανάγκες, δεν παρέχεται απαλλαγή πριν την παρέλευση χρονικού διαστήματος πέντε (5) ετών από τη μεταβίβαση της επικαρπίας, της οίκησης ή του ιδανικού μεριδίου. Το ίδιο χρονικό διάστημα απαιτείται και όταν μεταβιβάζεται η ψιλή κυριότητα οικοπέδου ή ιδανικού μεριδίου αυτού.» 2.Η ενότητα Β του άρθρου 43 αντικαθίσταται ως εξής: «Β. Ειδικές περιπτώσεις δωρεών α) Οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 25 εφαρμόζονται ανάλογα και στις κτήσεις αιτία δωρεάς. Οι χρηματικές δωρεές προς τα νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 25 υπόκεινται στο φόρο που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 29 μετά την αφαίρεση αφορολόγητου ποσού χιλίων (€1.000) ευρώ κατ’ έτος. β) Απαλλάσσονται από το φόρο δωρεάς και από την υποχρέωση υποβολής των οικείων δηλώσεων φόρου: βα) οι δωρεές χρηματικών ποσών ή άλλων κινητών περιουσιακών στοιχείων από ανώνυμους και μη δωρητές, εφόσον οι δωρεές αυτές διοργανώνονται σε πανελλαδικό επίπεδο με την πρωτοβουλία φορέων για σκοπούς αποδεδειγμένα φιλανθρωπικούς και ββ) οι δωρεές των κάθε φύσεως περιουσιακών στοιχείων που καταρτίζονται μεταξύ των εκκλησιαστικών πρόσωπων της περίπτωσης α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 25». 3.Η περίπτωση δ της ενότητας Γ του άρθρου 43 καταργείται.

4.Το άρθρο 44 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 44 Υπολογισμός του φόρου 1. Το υπόλοιπο της περιουσίας, πλην των χρηματικών ποσών, που αποκτάται αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής, το οποίο απομένει μετά την αφαίρεση των εκπτώσεων και απαλλαγών που προβλέπονται στα άρθρα 41 και 43, υποβάλλεται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29, οι οποίες εφαρμόζονται ανάλογα. Από το φόρο που προκύπτει εκπίπτει: α) ο φόρος που αναλογεί στις προγενέστερες δωρεές, γονικές παροχές ή προίκες, που συνυπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 36, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 και β) ο φόρος που αποδεδειγμένα καταβλήθηκε ή οριστικά και τελεσίδικα βεβαιώθηκε στην αλλοδαπή για τις δωρεές και γονικές παροχές κινητών που έγιναν εκεί, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 32.

2. Η αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής κτήση χρηματικών ποσών υπόκειται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται αυτοτελώς με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στην Α΄ κατηγορία, με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στη Β΄ κατηγορία και με συντελεστή σαράντα τοις εκατό (40%), προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στη Γ΄ κατηγορία.

3. Ο φόρος που προκύπτει για γονική παροχή ακινήτων που βρίσκονται σε νησιά με πληθυσμό, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους, μειώνεται κατά σαράντα τοις εκατό (40%), εφόσον το τέκνο είναι μόνιμος κάτοικος των νησιών αυτών. Η φορολογική αυτή μείωση παρέχεται για γονικές παροχές που συνιστώνται μέχρι τις 18.2.2017. 4. Για την αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής μεταβίβαση εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών, ομολογιών, ιδρυτικών και λοιπών γενικά τίτλων των εμπορικών εταιρειών, δημοσίων χρεογράφων ή άλλων τέτοιας φύσης αξιών, καθώς και μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών και λοιπών τίτλων κινητών αξιών, εταιρικών μερίδων ή μεριδίων, ποσοστών συμμετοχής σε κοινωνία αστικού δικαίου, που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελμα, και συνεταιριστικών μερίδων απαιτείται η σύνταξη ιδιωτικού εγγράφου, το οποίο συνυποβάλλεται με την οικεία δήλωση, ή συμβολαιογραφικού εγγράφου.». 5.Η παράγραφος 3 του άρθρου 73 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Κατ’ εξαίρεση, αν μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων που δηλώθηκαν εμπρόθεσμα περιλαμβάνονται και ακίνητα, ο προσδιορισμός της αγοραίας αξίας τους μπορεί να γίνεται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και προσωρινά, μέσα σε προθεσμία δώδεκα (12) μηνών από την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης, με βάση τα συγκριτικά στοιχεία που έχει, τα βιβλία τιμών που τηρεί ή και άλλα τυχόν στοιχεία που θα αποκτήσει, ύστερα από αίτημα του υπόχρεου που πρέπει να διατυπώνεται ρητά στη δήλωση. Αν η αξία για τα ακίνητα που δηλώθηκε συμπίπτει με την αγοραία αξία τους, η υπόθεση περαιώνεται ως ειλικρινής. Αν δεν συμπίπτει, ο φορολογούμενος, μέσα σε ένα (1) μήνα από τον προσδιορισμό της προσωρινής αξίας, καλείται με απόδειξη από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας να προσέλθει σε ανατρεπτική προθεσμία ενός (1) μηνός από την πρόσκλησή του, να υποβάλει συμπληρωματική δήλωση σύμφωνη με την προσωρινή αξία που προσδιορίστηκε. Στην περίπτωση αυτή και εφόσον όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δήλωση είναι ακριβή, η συμπληρωματική δήλωση θεωρείται ειλικρινής και δεν επιβάλλεται πρόσθετος φόρος και πρόστιμο. Αν δεν υποβληθεί συμπληρωματική δήλωση μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο προηγούμενο εδάφιο ή αν τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δήλωση είναι ανακριβή, ο προσδιορισμός της αγοραίας αξίας των ακινήτων γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2, χωρίς να δεσμεύεται ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας από την προσωρινή αξία που ο ίδιος προσδιόρισε. Αν ο προϊστάμενος δεν προσδιορίσει προσωρινή αξία, δεν επιβάλλεται για τα ακίνητα αυτά πρόσθετος φόρος στη διαφορά του φόρου που προκύπτει με βάση την αξία που δηλώθηκε και αυτή που οριστικά προσδιορίστηκε ή πρόστιμο εφόσον δεν προκύπτει γι’ αυτά διαφορά φόρου για καταβολή. Η διαδικασία της υποβολής συμπληρωματικής δήλωσης μπορεί να αφορά ορισμένο ή ορισμένα μόνο από τα ακίνητα που έχουν δηλωθεί.».

6.Η παράγραφος 5 του άρθρου 102 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή και είσπραξη των φόρων, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, σε υποθέσεις για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και την 31 Δεκεμβρίου 1994, έχει παραγραφεί. Στις υποθέσεις αυτές δεν απαιτείται το πιστοποιητικό του προϊστάμενου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, που προβλέπεται από τα άρθρα 105 έως και 112. Αντί γι’ αυτό, μπορεί να προσκομίζεται: α) για τις κτήσεις αιτία θανάτου, ληξιαρχική πράξη θανάτου, από την οποία να προκύπτει ότι ο θάνατος του κληρονομουμένου ή δωρητή αιτία θανάτου επήλθε μέχρι και την 31.12.1994, καθώς και υπεύθυνη δήλωση του υποχρέου ότι δεν συντρέχει περίπτωση μετάθεσης του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, β) για τις δωρεές εν ζωή, γονικές παροχές και προίκες, αντίγραφο του οικείου συμβολαίου που συντάχθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1994 ή βεβαίωση του συμβολαιογράφου, που συνέταξε το συμβόλαιο, ότι τούτο συντάχθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1994 και δεν συντρέχει περίπτωση μετάθεσης του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης.». Β. Από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δεν έχουν ισχύ απαλλαγές και μειώσεις από το φόρο κληρονομιών και δωρεών που δεν περιλαμβάνονται στα άρθρα 25 και 43 του Κώδικα, όπως τροποποιούνται με τον παρόντα νόμο. Γ. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στις υποθέσεις στις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννιέται από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τo πορτοφόλι μου
Με λέξεις-κλειδιά
Εφορία και φορολογική πολιτική
Υπουργείο Οικονομικών