Έντυπη Έκδοση

Ο Ζακ Ντεριντά και «το φάρμακον» ενός εκπατρισμένου υποκειμένου

Jacques Derrida

Πλάτωνος Φαρμακεία

εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Χ.Γ. Λάζος

εκδόσεις Αγρα, σ. 265, 16 ευρώ

Δεν είναι καθόλου βέβαιο πως όταν ο Ζακ Ντεριντά σημείωνε στις τελευταίες σελίδες της μονογραφίας του «Πλάτωνος Φαρμακεία»: Αυτή η γραφή (είναι) επέκεινα της ουσίας -παραφράζοντας την πλατωνική ρήση-, είχε στον νου του το δύσκολο και πολύ προβληματικό πεπρωμένο της φιλοσοφίας, όπως τούτο επισημαίνεται από τους συναδέλφους του φιλοσόφους του τέλους τού 20ού αιώνα: η φιλοσοφία θα ξαναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες της, όταν θα σταθεί δυνατόν να ξαναμιλήσουμε δεσμευτικά για την προβληματική της ουσίας. Ο ίδιος, πάντως, μιλώντας για την «παρουσία» είναι της γνώμης πως: μέχρι τον Χούσερλ (και μέχρι τον Χάιντεγκερ ακόμα), η μεταφυσική συνελάμβανε το είναι ως παρουσία - το είναι αποτελεί την «παραγωγή και συγκέντρωση του όντος στην παρουσία ως γνώση και κυριαρχία» (Ζ. Ντεριντά 1961).

Μιλώντας για ένα «αρχικό κείμενο» που ποτέ δεν γράφτηκε ως τέτοιο, μα που ολοένα κωδικοποιείται και αποκωδικοποιείται, συντίθεται και «αποδομείται», μέσα από την ατέρμονη μεταφρασιμότητα των γλωσσικών σημαινόντων, θα επιχειρήσει να ασκήσει κριτική στη δυτική μεταφυσική στο σύνολό της, θίγοντας άμεσα την πολύ επίκαιρη συζήτηση σχετικά με τον θάνατο του υποκειμένου, καθώς προσπαθεί να αξιοποιήσει προς όφελός του και το πρόγραμμα του Μάρτιν Χάιντεγκερ (Martin Heidegger), ο οποίος νωρίτερα είχε θελήσει να υπονομεύσει τη δυτική μεταφυσική στα θεμέλιά της.

Αναμφίβολα, οξυδερκής αναγνώστης κεντρικών κλασικών κειμένων, προτείνει μέσα από «ένα αρχικό κείμενο που ποτέ δεν γράφτηκε ως τέτοιο», ένα μοντέλο επιδεκτικό κι αυτό το ίδιο με τη σειρά του πολλών ενδεχόμενων αποδομήσεων: το ενδεχόμενο μιας ουσίας που ποτέ μέχρι σήμερα δεν μιλήθηκε στην ολότητά της και η οποία συνοψίζει όλη την κρυμμένη δυναμική της πραγματικότητας, καθώς εμφανίζει τον κόσμο «ως φαινόμενό» της στις ανώτερες διαστρωματώσεις της, ουσία που θα επιτρέψει στο γνωστικό και πράττον ιστορικοπολιτικό υποκείμενο να θεσμοθετήσει πάνω της, εγγράφοντας στο σώμα της την εφαρμογή των κατηγοριών της κριτικής δύναμης, είναι μία ενδεχόμενη ανάγνωση του κειμένου τού Ντεριντά.

Ο Ντεριντά απομακρύνεται, πολύ εύστοχα, κατά τη γνώμη μας, από την παραδοσιακή εμμονή στην έννοια της αλήθειας: Η διαφωρά, εξαφάνιση της πρωταρχικής παρουσίας είναι ταυτοχρόνως η προϋπόθεση της δυνατότητας και η προϋπόθεση του αδυνάτου της αλήθειας (Ζ. Ντεριντά, Πλάτωνος Φαρμακεία, σ. 229). Καθώς η ιδεοληπτική εμμονή στην επιδίωξη του αληθούς συνιστά μια κολοσσιαίων διαστάσεων λήψη του ζητούμενου, που εν τούτοις συχνότατα συναντάται - το αληθές δεν είναι παρά το τελικό απαύγασμα μιας επίπονης πορείας και με τη σειρά του αμφισβητήσιμης εγκυρότητας κι αυτό -«η διαφωρά» (la differance) του Ντεριντά περιλαμβάνει συμπυκνωμένο χρόνο και «ενέργεια», ορμή που θα θελήσει να διαρρήξει το συνεχές της φιλοσοφικής παράδοσης.

Ο Ντεριντά εστιάζει πρώτα απ' όλα στο μέσον της γραφής. Ο γάλλος φιλόσοφος είναι της γνώμης πως τούτο το μέσον είναι δυνατόν να αφαιρέσει από την έννοια της αλήθειας την παλιά της αίγλη, να μας απομακρύνει από το χαϊντεγκεριανό πεπρωμένο τού Είναι, καθώς και να προσδώσει στο Ον μια νέα συνοχή. Η γραπτή εκφορά του προφορικού λόγου (discours) αποσπά το εκάστοτε κείμενο από το πλαίσιο γένεσής του. Ο Ντεριντά δεν θα διστάσει, προκειμένου ν' ασκήσει την κριτική του, να προσφύγει στη χουσερλιανή φαινομενολογία και πρώτα απ' όλα στον δεύτερο λόγο των Λογικών Ερευνών του Χούσερλ (Husserl): ο Χούσερλ έχει νωρίτερα κατακυρώσει «τη σημασία στην πλευρά της ιδεατής οντότητας και του νοητού, ώστε να την καθαρίσει από τις εμπειρικές προσμείξεις της γλωσσικής έκφρασης, χωρίς την οποία μας είναι αδύνατον να συλλάβουμε τη σημασία (Γ. Χάμπερμας, Ο φιλοσοφικός λόγος της νεωτερικότητας, σ. 210). Για να πετύχει κάτι τέτοιο, ο Χούσερλ, μεταξύ άλλων, προβαίνει στη διάκριση του σημείου (Zeichen) που εκφράζει μια γλωσσική σημασία, από την απλή ένδειξη (Anzeichen), υλικό που θα αξιοποιήσει και ο ίδιος ο Ντεριντά.

Ο Ντεριντά, καταφεύγοντας στη σημειωτική και όχι στη σημασιολογία «προβάλλει την αδιάλειπτη διαπλοκή κάθε νοητού με το σημειακό υπόστρωμα της γλωσσικής του έκφρασης, και μάλιστα την υπερβασιακή πρωτοκαθεδρία του σημείου έναντι της σημασίας», (Γ. Χάμπερμας, σ. 215). Το όλο στρατήγημά του έχει σκοπό, μεταξύ άλλων, να πλήξει την αντίληψη του Είναι «ως αντιληπτής παρουσίας, ως κάτι που το αναλογιζόμαστε ή που παρευρίσκεται» (Γ. Χάμπερμας, σ. 211), μ' αυτή δε την προσπάθειά του αγγίζει, ίσως και άθελά του, τόσο καίρια το πρόβλημα της ουσίας του δυτικού λογοκεντρισμού.

Η «παρουσία» ως «ο τόπος» της ουσίας -υποχωρεί χάριν περιεχομένων που θα εισδύσουν μέσα από «την εσωτερικά διαφοροποιημένη σχέση μεταξύ έκφρασης, σημασίας και βιώματος» (Γ. Χάμπερμας, σ. 220), μέσα από «τη σχισμή απ' όπου πέφτει το φως της γλώσσας, χάρη στο οποίο και μόνο κάτι μπορεί να είναι αντιληπτά υπαρκτό ή παρόν μέσα στον κόσμο» (Γ. Χάμπερμας, σ. 220). Δραττόμενοι αυτής της επισήμανσης καθώς και από το σχόλιο του Χάμπερμας (Habermas) πως «τα γλωσσικά σημεία "παρά την πλήρη απουσία ενός υποκειμένου και πέρα από τον θάνατό του'', καθιστούν δυνατή την αποκρυπτογράφηση ενός κειμένου και τουλάχιστον υπόσχονται, αν δεν εξασφαλίζουν την κατανοησιμότητά του» (Γ. Χάμπερμας, σ. 222), θα επιχειρήσουμε να διατυπώσουμε μία σειρά από σκέψεις.

Ως επίγονος του Μάρτιν Χάιντεγκερ (Martin Heidegger), ο Ζακ Ντεριντά επιχειρεί να πατήσει πάνω στην «αλήθεια του Είναι» του γερμανού φιλοσόφου, λαμβάνοντας επίσης υπ' όψιν του την έννοια της χαϊντεγκεριανής χρονικότητας. Ως όχημα για τη μεταφύτευση αυτής της έννοιας, θα χρησιμοποιήσει έναν κεντρικό στο έργο του όρο: «τη διαφωρά» (differance). Η διαφωρά εμπεριέχει συμπυκνωμένο χρόνο καθώς λειτουργεί και ως παράγοντας «που μεταθέτει», χρονικά κυρίως, στον χώρο των σημασιών.

Το «α» της differance (ό,τι αποδίδουμε ελληνικά με «ω» στη λέξη διαφωρά) είναι «κέντρο», σημείο που σηματοδοτεί μία αξιοσημείωτη ενεργειακή φόρτιση. Την ορμή που εν πολλοίς επιτρέπει τη μετάβαση από «ένα μη-φιλοσόφημα σε ένα φιλοσόφημα», σε ό,τι μας επιτρέπει να πούμε: Το κείμενο είναι ήδη πάντα εν μεταφράσει: συνελόντι ειπείν, στο πρόβλημα της μετάβασης στη φιλοσοφία. Αν θελήσουμε να ψαύσουμε την υπόρρητη στη χαϊντεγκερική «λήθη τού Είναι» φιλοσοφική πραγματικότητα, ίσως να εντοπίσουμε -και όχι δίχως φιλοσοφικό κόστος - έναν ολόκληρο «οντολογικό χώρο», χώρο στην ουσία δίχως ταυτότητα μέχρι σήμερα, με τους όρους του καθιερωμένου φιλοσοφικού ιδιώματος, χώρο ολότελα πραγματικό και εκατό τοις εκατό υπαρκτό, χώρο ενορμήσεων, σημασιών, παραστάσεων, συμβόλων και παραπομπών, χώρο που υποφώσκει της ρητά διατυπωμένης δυτικής οντολογίας, χώρο όμως στην ουσία άρρητο.

Αποτελεί ένα τεράστιο ερώτημα το κατά πόσον ο Αριστοτέλης ή οι φιλόσοφοι του Μεγάλου ορθολογισμού του 17ου αιώνα (Le grand rationalisme) υποψιάζονταν την ύπαρξη τούτου του χώρου -ο Πλάτων σαφώς την εγνώριζε- καθώς συνιστά επίσης ερώτημα «με τι ματιά» προσβλέπει ο Χάιντεγκερ σ' αυτόν τον σημασιακό χώρο, σ' ετούτη «τη δεξαμενή σημασιών και παραπομπών», όταν τον αφήνει τελικά στην άκρη διατυπώνοντας την «οντολογική διαφορά» και μιλώντας για τη «λήθη τού Είναι» -τούτη η λήθη αφορά στην ουσία έναν «μη εγελιανό χώρο σημασιών», έχουμε όμως να κάνουμε με το Ον κατεξοχήν, με έναν χώρο του Οντος και όχι με το Είναι.

Αν η differance (η διαφωρά) του Ντεριντά είναι μία έννοια όχι μόνο φορτισμένη, μα και προικισμένη με ενόρμηση, τούτη η ενόρμηση -κίνηση νοημάτων, μα και ανθρώπινων αδύτων και παθών- τελικά αναδύεται από τα βάθη της δυτικής μεταφυσικής για να διαρρήξει το πλαίσιο «των φιλοσοφημάτων» και των σημασιών -μια «τρήση ορίζοντα»- και ν' απελευθερώσει πραγματική Αβυσσο άρρητων σημασιακών φορτίων - μια παρακαταθήκη που τρέφει όλη τη μετανεωτερικότητα, άσχετα με το κατά πόσον τούτη συνειδητοποιεί τις πραγματικές καταβολές τούτης της δύναμης.

Ο Ντεριντά επιθυμεί να διαρρήξει το ιστορικό συνεχές της δυτικής μεταφυσικής και μέσα από την «αποδόμηση» (deconstruction), την οποία επιχειρεί στο γραπτό κείμενο, απογυμνώνει το οικοδόμημα του Λόγου, ενός Λόγου που ποτέ δεν μιλήθηκε ως ακέραιος, όπως ίσως θεωρήσουν οι περισσότεροι εκπρόσωποί του σε κομβικές στιγμές της ιστορίας του. Η «διαφωρά» μιλά για το πρόβλημα ενός υποκειμένου που πάσχει κάτω από φορτία ασύλληπτου άρρητου σημασιακού υλικού και κάτω από την πίεση ενορμήσεων, οι οποίες διέρρηξαν τα περιβλήματα των κεντρικών κατηγοριών του αναγγέλλοντας ένα θλιβερό πένθος - πένθος για μια πατρίδα περιορισμένη σε έκταση, μα, εντούτοις, γνωστή που χάθηκε για πάντα.

Η κριτική όμως του Ντεριντά δεν θα ήταν σε τέτοιο βαθμό ενδιαφέρουσα εάν δεν έπληττε κι αυτή καθεαυτήν «την προβληματική της ουσίας» με ιδιαίτερη οξυδέρκεια.

Ο γάλλος φιλόσοφος, αναφερόμενος στην έννοια «της παρουσίας», ισχυρίζεται πως μέχρι τον Χούσρελ και τον Χάιντεγκερ «το Είναι αποτελεί την παραγωγή και συγκέντρωση του όντος στην παρουσία ως γνώση και κυριαρχία». Συχνή, επίσης, είναι η αναφορά του στο «Ονομα του Θεού», μια αναφορά που δύσκολα κρύβει μια νοσταλγία για έναν «τόπο» υπερκόσμιο ενδεχομένως, μα κατακτημένο μια για πάντα «ως εγγυητή» της αλήθειας - αλήθεια την οποία ούτως ή άλλως ο Ντεριντά αποτάσσεται. Θα λέγαμε πως η έννοια της παρουσίας είναι εξόχως σημαίνουσα, μιλώντας μάλιστα με τους όρους του ίδιου του φιλοσόφου. Παρουσία σημαίνει «κοντά στην ουσία» και με την καταγγελία του όρου φτάνουμε σε έναν «μη τόπο»: Αν το είναι μιλήθηκε ως παρουσία, η σημερινή αξιακή ερήμωση μαρτυρεί για ένα «παρά», για ένα «δίπλα», που ο Ντεριντά το θέλει να είναι ρυθμιστικό, καθώς ο αναγνώστης αποκωδικοποιεί με διαφορετικό τρόπο, την κάθε φορά, ένα «αρχικό κείμενο» που ποτέ του δεν γράφτηκε, που ποτέ δεν υπήρξε ως τέτοιο. Ο τόπος της παραδοσιακής ουσίας φαντάζει αποψιλωμένος από οτιδήποτε θα μπορούσε να νοηματοδοτεί. Υπαινιγμός για μία ουσία που δεν μιλήθηκε ποτέ στην ολότητά της, μα που μέσα από τις εκάστοτε εκφάνσεις της παρήγαγε τον κόσμο «ως φαινόμενο», μέσα από τις αλλεπάλληλες διαστρωματώσεις της; Μιας ουσίας που οφείλει να εγγράψει, κάποια στιγμή, τις κατηγορίες της ανθρώπινης κριτικής δύναμης προσδιοριζόμενη για πρώτη ίσως φορά μέσα από τις αμιγείς επιλογές του υποκειμένου και όχι μέσα από τις επιταγές της δεσποτείας της έννοιας.

Δεν πιστεύουμε πως το υποκείμενο έχει όντως πεθάνει. Μάλλον αποκοιμήθηκε εξουθενωμένο από την αναζήτηση μιας πατρίδας που ποτέ δεν του δόθηκε ως πραγματικά κατοικήσιμη. Το γραπτό κείμενο ως «φάρμακον», άλλοτε ίαμα και άλλοτε δηλητήριο, σύμφωνα με τη χρήση που του γίνεται, είναι κατεξοχήν αντικείμενο επιδεκτικό άσκησης της κριτικής δύναμης του ζητούμενου υποκειμένου. Ενός υποκειμένου πως ως «ζώον λόγον έχον», μπορεί να ξανακατοικήσει τον κόσμο και ν' αποτυπώσει πάνω του τις κατηγορίες του και τις σώφρονες επιλογές του.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου