Έντυπη Έκδοση

Η ελληνική πίτα

«Είθε τα χρήματα τα οποία εληστεύθησαν εν ονόματι των Ελλήνων, να επιρρίψουν το ανάθεμα κατά της κεφαλής εκείνων οι οποίοι τα κατέχουν».

Με τα λόγια αυτά κατέληγε το άρθρο των «Τάιμς» του Λονδίνου στις 28 Νοεμβρίου του 1826. Ηταν το τελευταίο μιας σειράς δημοσιευμάτων που, όπως μας λέει ο Τάσος Λιγνάδης στην υποδειγματική διδακτορική του διατριβή για το πρώτο δάνειο της Ανεξαρτησίας, είχε φιλοξενήσει η εφημερίδα αυτή, και που αφορούσαν τη σκανδαλώδη διαχείριση του δανείου αυτού από κάποια μέλη της Φιλελληνικής Εταιρείας. Η εφημερίδα, μάλιστα, έκανε έκκληση προς τους Ελληνες να μη θεωρήσουν υπεύθυνο τον αγγλικό λαό για κάτι που έκαναν κάποιοι επονομαζόμενοι «φιλέλληνες». Η υπόθεση πήρε ακόμα μεγαλύτερη έκταση και οι Αγγλοι βασικοί υπαίτιοι κατηγορήθηκαν ότι έβαλαν χέρι στην «ελληνική πίτα», όπως ονομάστηκε το σκάνδαλο αυτό.

Η «ελληνική πίτα» βρίσκεται και πάλι στο τραπέζι σήμερα. Ομως δεν έχει τη φρεσκάδα (και την ελπίδα) τής άλλης, της παλιάς, γίνεται από προκατασκευασμένο ζυμάρι και μεταλλαγμένα δημητριακά. Και αν ψάχναμε να βρούμε αντιστοιχίες, θα λέγαμε ότι υπάρχουν κάποιοι που διαλέγουν τη δύσκολη ώρα για να τη βάλουν στο χέρι, γιατί γνωρίζουν ότι εκείνη την ώρα γίνονται τα χοντρά λεφτά. Τότε, ο Μπάουριγκ και δυο-τρεις άλλοι, τώρα, οι διάφοροι «οίκοι», «τράπεζες», «αγορές» με καλυμμένα πρόσωπα, μία μακρά σειρά «γνωστών αγνώστων» που απολαύουν, σε αντίθεση με τον Μπάουριγκ, του οποίου οι συνέπειες της πράξης κυνήγησαν και τον γιο του, της διεθνούς ασυλίας. Ολους αυτούς τους μήνες που παίζεται αυτό το παιχνίδι, υποτίθεται μπροστά στα μάτια μας, δεν έχουμε μάθει ούτε ένα όνομα φυσικού προσώπου. Εγκιβωτισμένα στην ανωνυμία τους, μας τροφοδοτούν με τις πληροφορίες που επιθυμούν, έτσι που να κατασκευάζουν τον φόβο μας, την αγωνία μας, την οργή μας, το αυτομαστίγωμα μας, τον θυμό μας και να στρέφουν τον έναν λαό ενάντια στον άλλο.

Φυσικά και τώρα, όπως και τότε, την ευθύνη δεν την έχουν μόνον οι άλλοι. Τότε, κατά τη σύναψη του πρώτου δανείου της ανεξαρτησίας, οι Ελληνες είχαν το δικό τους μερίδιο, με το ελαφρυντικό ότι έκαναν έναν μεγάλο και δύσκολο αγώνα. Τώρα, οι ευθύνες είναι πολύ μεγαλύτερες. Ομως και τότε και τώρα δεν μπορεί η ενοχή να βαραίνει έναν ολόκληρο λαό. Οταν ακούω κάποιους να λένε ότι φταίμε όλοι, ότι όλοι είχαμε βολευτεί με μία κατάσταση, δεν συμφωνώ. Και κάποτε μάλιστα εξοργίζομαι, όταν αυτοί που μιλούν έτσι τυχαίνει να είναι ανάμεσα σε εκείνους που διαχειρίστηκαν σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό τις τύχες αυτού του τόπου. Η θλίψη τους για την κατάντια του δεν αρκεί για να κρύψει τον κυνισμό τους.

Και η Ευρώπη; Πού βρίσκεται; Ποιος την έχει αρπάξει; Γιατί υποκύπτει στον βιασμό των αγορών; Ποια είναι τα πολιτικά σχέδια που εξυφαίνονται στο περιθώριο της οικονομικής κρίσης; Αλλά και ποιος είναι ο νέος ρόλος που καλείται να παίξει η Ελλάδα; Και το πιο σημαντικό, ποια Ελλάδα;

Για να δανειστώ τον τίτλο ενός έργου του Γκογκέν: «Από πού ερχόμαστε, ποιοι είμαστε, πού πάμε;». Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στη σκέψη και τον λόγο πολλών. Ολων αυτών που δεν θέλουν να βλέπουν την Ελλάδα σαν πίτα, και δεν διεκδικούν τα κομμάτια της, αλλά αρνούνται να δώσουν και τα δικά τους, σε κάτι που δεν κατανοούν, σε μία ακόμα αφηρημένη ιδέα. Ολων αυτών που δεν θέλουν να σκέφτονται και να δρουν ετεροπροσδιοριζόμενοι/ες. Που δεν τους αρκεί η σύναψη ενός ακόμα δανείου με απεχθείς όρους, αλλά διερωτώνται τι επιπτώσεις θα έχει η τρελή αυτή κούρσα δανεισμών και ποιοι θα πληρώσουν τις συνέπειες. Κι ενώ γνωρίζουν πως θα τους ρίξουν το ανάθεμα των ρομαντικών, που στη γλώσσα της πολιτικής σημαίνει των ηλιθίων, επιμένουν παρ' όλα αυτά στις μυρωδιές της άνοιξης, γαζία, γιασεμιά, βιολέτες πένθιμες και δοξαστικές, στην άυλη δηλαδή κληρονομιά αυτής της ρημαγμένης Πολιτείας, που δίνει την πρώτη ύλη για να αντέξει κανείς τη ζωή.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Εν-στάσεις