Έντυπη Έκδοση

Το κοντινό τέλος

Αυτές τις μέρες διαβάζω το βιβλίο του Χρήστου Τερζίδη «Και το τέλος πάντα κοντά», που αναφέρεται σ' έναν συγγραφέα που επιστρέφει στη γενέτειρά του, στη Θεσσαλονίκη, για να λύσει τελικά τους λογαριασμούς του με την πόλη, το συλλογικό της κλίμα, τον χρόνο, τη φυγή.

Η σκηνογραφία του βιβλίου, μια αναστοχαστική εικόνα της πόλης που υποδέχεται ξανά στην πικρή, σφιχτή και ταυτόχρονα γοητευτική αγκαλιά της τον ήρωα. Ενα σκηνικό λουσμένο στην οδύνη ενός Θεσσαλονικιού που δεν θα ξεχάσει ποτέ τους λόγους για τους οποίους επέλεξε κάποτε να φύγει από την πόλη, ενώ στην πραγματικότητα αυτό που θα επιθυμούσε είναι μια «φυγή με την πόλη». Η εσωτερική ένταση που προσδίδει η νοσταλγία όσων χάθηκαν ερήμην του, η πικρή γεύση της εσωτερικής μετανάστευσης, η ισχυρή έλξη που ασκεί η γενέτειρα του καθενός και, πάνω από όλα, η αδυναμία των λέξεων να εκφράσουν επαρκώς όλα όσα θα 'θελε να πει γι' αυτά που άφησε κάνουν το μοτίβο της «επιστροφής στη Θεσσαλονίκη» να λειτουργεί συνεκδοχικά και να περιγράφει πολύ περισσότερες «επιστροφές» από αυτήν που αποτελεί την αφορμή της ιστορίας, επιστροφή στην αθωότητα, τη νεότητα, τη γειτονιά, την οικειότητα, την οικογένεια κ.ά.

Παρακολουθώ την πορεία του συγγραφέα για περίπου δύο δεκαετίες, από τότε που παθιασμένος με τη ροκ κουλτούρα και την ελληνική σκηνή εξέδιδε ένα μικρό φανζίν που αργότερα μεταμορφώθηκε σε free press. Ηταν από τους πρώτους που διέγνωσαν την ισχύ των στίχων και των απλοϊκών μελωδιών του ελληνικού hip hop και την είχε περιγράψει στο βιβλίο-ντοκιμαντέρ που είχε τίτλο «Το hip hop δε σταματά». Εφυγε στην Αθήνα για να βρει πεδίο δημιουργίας και δραστηριότητας, που η Θεσσαλονίκη δεν μπορούσε να προσφέρει. Αυτή την εμπειρία της φυγής και της αναπόφευκτης εφήμερης επιστροφής, όπου ανακαλύπτει ότι όλα όσα άφησε πίσω τώρα του επιτίθενται, έχω την εντύπωση πως διαπραγματεύεται στην ιστορία που εκτυλίσσεται με αφορμή το βιβλίο. Αυτό που αντικρίζει στην επιστροφή του είναι μια «πόλη-φάντασμα του παλιού της εαυτού, παραδομένη στον νεοσυντηρισμό, στον εθνικισμό και σ' ένα παρακράτος που οργιάζει».

Και παράλληλα με το συλλογικό προκύπτει και το προσωπικό τέλμα που ο αγοραίος έρωτας υπόσχεται ότι μπορεί να το αμβλύνει, ενώ στην πραγματικότητα το παγιώνει και το θωρακίζει, γιατί απομονώνει τα συναισθήματα από τον έρωτα, τον εργαλειοποιεί και φυτεύει την αμφιβολία και την αμφισβήτηση για τον αν τα «αγορασμένα φιλιά» είναι φιλιά.

Ανήμερα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ο ήρωας που πονά επειδή επιστρέφει στην πηγή του πόνου του, «συμπαρασύρεται από την πορεία των αντιεξουσιαστών και βρίσκεται "τυχαία" αντιμέτωπος με μια ομάδα "αγανακτισμένων πολιτών". Η εκπυρσοκρότηση ενός όπλου θα αλλάξει τη ζωή του με δραματικό τρόπο...». Με τον ίδιο τρόπο που η ζωή του ήρωα άλλαξε όταν έφυγε από τη γενέτειρά του παρασυρμένος από το κύμα που έσπρωχνε τα πιο πολύχρωμα και ανήσυχα μυαλά αυτή της πόλης στην Αθήνα ή στο ξόδεμα. Η εκπυρσοκρότηση του όπλου δεν είναι τίποτε άλλο παρά εκείνη η απόλυτη συνθήκη που δεν προσφέρει τη δυνατότητα για καμιά επιστροφή. Ενα τέλος για πάντα, η στιγμή που η ζωή χάνει το δικαίωμα να γυρίσει πίσω.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Οσα παίρνει ο Βαρδάρης