Έντυπη Έκδοση

«Ο Αριστοφάνης έκανε διάσημο τον Σωκράτη γελοιοποιώντας τον»

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, ο κατεξοχήν αρχαιολάτρης Ελληνας συγγραφέας -όχι, δεν είναι αυτός που πιστεύει στο δωδεκάθεο- μετά το συναρπαστικό «Μυθιστόρημα του Ξενοφώντα» (2004) επιστρέφει με ακόμα ένα βιβλίο που αντλεί από την αρχαία Αθήνα κι ας μην είναι αμέσως φανερό από τον τίτλο του.

Κι όμως. Το «Ξυπόλητο σύννεφο» (εκδόσεις Ωκεανίδα) έχει ως ήρωες τον Σωκράτη και τον Αριστοφάνη. Μας μεταφέρει την εποχή ακριβώς που ο δεύτερος έγραψε και ανέβασε στα Μεγάλα Διονύσια τις «Νεφέλες» του, την κωμωδία που διασύρει τον Σωκράτη. Πολύχρωμο και πληθωρικό, όπως και η Αθήνα της εποχής, στοχαστικό και ειρωνικό όπως οι κεντρικοί του ήρωες, το βιβλίο, όσο κι αν σέβεται την ιστορική αλήθεια, παίρνει τις απαραίτητες μυθοπλαστικές αποστάσεις για να αφορά τον σημερινό αναγνώστη της καλής λογοτεχνίας. Μερικές, όμως, απορίες μας χρήζουν απαντήσεων.

Γιατί σας ενδιέφεραν τόσο ώστε να τους αφιερώσετε ένα βιβλίο οι «Νεφέλες»;

«Είναι ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά αινίγματα όλων των εποχών. Εχουμε έναν νέο, μόλις είκοσι τριών ετών, ταλαντούχο κωμωδιογράφο, ο οποίος διασύρει και συκοφαντεί κάποιον ονόματι Σωκράτη. Τον εμφανίζει ως πνευματικό απατεώνα, του φορτώνει ό,τι μπορεί να φορτώσει κανείς στους σοφιστές -τη φιλοχρηματία τους και την ανατροπή των αποδεκτών αξιών. Το αίνιγμα δεν θα ήταν αίνιγμα αν ο περί ου ο λόγος Σωκράτης δεν ήταν ο γνωστός Σωκράτης, ένας σοφός ο οποίος δεν εισέπραξε ποτέ δεκάρα από τη σοφία του και ο οποίος επιτέθηκε στους σοφιστές με την ίδια ένταση που τους επιτίθεται και ο Αριστοφάνης. Σημειωτέον ότι το 423 π.Χ., όταν ο Αριστοφάνης παρουσίασε τις "Νεφέλες", τον Σωκράτη τον ήξεραν στην Αθήνα μόνον ελάχιστοι μυημένοι φίλοι του. Η κωμωδία τον κάνει διάσημο γελοιοποιώντας τον. Σκεφθείτε ποια θα ήταν η αντίληψή μας, όχι μόνον για τον Σωκράτη, αλλά και για την Αθήνα ολόκληρη, αν από την εποχή εκείνη είχαν σωθεί μόνον οι κωμωδίες του Αριστοφάνη. Το απόλυτο πρότυπο του πολιτισμού μας θα ήταν ένα πρότυπο προς αποφυγήν. Επειτα είναι και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που με ενδιαφέρει: ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, η δημοκρατία που έχει παραδοθεί στα χέρια των δημαγωγών, ο ανερχόμενος Αλκιβιάδης. Ομως το αίνιγμα παραμένει αίνιγμα. Και τα αινίγματα αυτού του τύπου είναι πρώτης τάξεως πρώτη ύλη για τη φαντασία του μυθιστοριογράφου».

Πιστεύετε ότι το 'βαλε το χεράκι του, τελικά, ο Αριστοφάνης στο τέλος του Σωκράτη;

«Εκείνο που ξέρω είναι πως ο Σωκράτης, στην Απολογία του, λέει ότι δεν φοβάται τόσο τους κατήγορους και τις κατηγορίες τους όσο φοβάται τον κωμωδιογράφο, που τον διέσυρε στη συνείδηση των συμπολιτών του. Αν σκεφθείτε ότι ανάμεσα στη δίκη και στις "Νεφέλες" μεσολαβεί ένα τέταρτο του αιώνα, μπορείτε να υπολογίσετε το βάρος της ζημιάς που ο Σωκράτης θεωρεί ότι του έκανε ο Αριστοφάνης».

Το βιβλίο σας, αν και βλέπει με θαυμασμό τον Σωκράτη, δεν μπορεί να καταδικάσει τον Αριστοφάνη. Διακρίνει στις «Νεφέλες» ακόμα και μια προσπάθειά του να ανοίξει διάλογο με τον Σωκράτη! Ηταν το βιβλίο ένας τρόπος να ξεκαθαρίσετε μέσα σας τη σύγκρουση των δύο ανδρών;

«Μα και βέβαια θαυμάζω τον Σωκράτη, όπως και θαυμάζω και τον Αριστοφάνη! Στο κάτω κάτω και οι δύο μοιράζονται την απογοήτευσή τους από την Αθήνα. Κι εκεί που λέει κανείς ότι κατά βάθος θα έπρεπε να συμφωνούν εμφανίζονται οι "Νεφέλες". Και αναρωτιέμαι: μήπως όντως ο κωμωδιογράφος είχε δίκιο, μήπως ο Σωκράτης τότε ήταν ένας περίεργος τύπος των Αθηνών, ο οποίος τους έλεγε πράγματα ακατανόητα, άρα τους έκανε να υποψιαστούν ότι κάτι έκρυβε; Μήπως ο Αριστοφάνης έχει αντιληφθεί την αξία του Σωκράτη και θέλει να συνομιλήσει μαζί του με τους δικούς του όρους, με τους όρους της κωμωδίας δηλαδή; Το μεγαλείο του Αριστοφάνη είναι ότι πήρε την κωμωδία από ένα είδος βαριετέ, όπως ήταν ώς τότε, και της έδωσε δραματική υπόσταση. Δεν του φτάνει να γελούν με τα αστεία του. Θέλει να τον πάρουν στα σοβαρά. Κι αν αξίζει να σκύψεις λίγο παραπάνω στην εποχή εκείνη είναι γιατί βλέπεις πως οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τα ίδια προβλήματα με εμάς, είχαν τα ίδια διλήμματα και τις ίδιες μικρότητες, απλώς έκαναν τον κόπο να σκεφτούν. Στην πραγματικότητα, μιλώντας για τον Σωκράτη και τον Αριστοφάνη, για το σήμερα μιλάω».

Εχετε ξαναγράψει μυθιστόρημα με αρχαίο ελληνικό θέμα. Σε αυτό εδώ, όμως, μαζί με έναν ανάλαφρο τόνο εισάγετε ως μυθιστορηματικά πρόσωπα θεούς και... δαίμονες. Σε τι βοήθησε αυτή η επιλογή;

«Δεν είμαι ούτε φιλόλογος ούτε ιστορικός ούτε φιλόσοφος. Είμαι μυθιστοριογράφος. Κι αυτό σημαίνει ότι όσο κι αν με ενδιαφέρει εκείνη η εποχή, όσο κι αν αγαπάω την αρχαία ελληνική γλώσσα, όσο κι αν απολαμβάνω όσο τίποτε άλλο την ανάγνωση των πλατωνικών διαλόγων, έχω πάντα τη συνείδηση του ανθρώπου του εικοστού πρώτου αιώνα. Διαβάζω τον Πλάτωνα και τον Αριστοφάνη μέσα από τον Ντοστογιέφσκι και τον Καμί. Και είναι εντυπωσιακό με ποιον τρόπο και σε ποιον βαθμό οι μεν δικαιώνουν τους δε, όσες διαφορές κι αν έχουν. Το ανθρώπινο Σύμπαν που έπλασαν οι Ελληνες εξακολουθεί να είναι ενεργό στο σύγχρονο μυθιστόρημα. Κατά τα άλλα, έπρεπε να περάσω μέσα από το "Μυθιστόρημα του Ξενοφώντα", που ήταν για μένα ένα εργαστήριο, για να φτάσω στο "Ξυπόλητο Σύννεφο" να κατακτήσω αυτήν την "αβάσταχτη ελαφρότητα της αφήγησης", ό,τι πιο σοβαρό έχει να καταθέσει η μυθιστορηματική τέχνη».

Υπάρχει στο βιβλίο, έστω και από τον αφηγητή, μια διάχυτη ειρωνεία απέναντι στην αθηναϊκή δημοκρατία. Γιατί;

«Ο αφηγητής, που είναι ο Δαίμων του Σωκράτη και ζει στις μέρες μας, δεν είναι δυνατόν να μην αντιμετωπίζει με τη σχετική ειρωνεία την αθηναϊκή δημοκρατία, η οποία καταδίκασε σε θάνατο τον προστατευόμενό του. Εξάλλου και οι δύο ήρωες αυτής της ιστορίας τηρούσαν τις αποστάσεις τους από τη δημοκρατία της εποχής. Και, αν μη τι άλλο, τότε η δημοκρατία ήταν ένα ανθρώπινο πείραμα, απαιτούσε και θάρρος και, κυρίως, μια ματιά σε εγρήγορση για να μπορεί να γίνει βιώσιμο. Σήμερα τη θεωρούμε ως κάτι δεδομένο, ένα σύστημα στο οποίο έχουμε φορτώσει όλες τις δυνατές ιδεολογικές αγκυλώσεις με τα γνωστά καταθλιπτικά αποτελέσματα. Σήμερα έχει καταντήσει μια κοινοτοπία σαν όλες τις άλλες. Θα πρέπει να της ξαναδώσουμε τα χαρακτηριστικά της περιπέτειας αν θέλουμε να τη σώσουμε και να σωθούμε κι εμείς από τους τυραννίσκους που τη λυμαίνονται».

Επιμένετε να εμπλουτίζετε με δοκιμιακές σελίδες ένα μυθιστόρημα με συναρπαστικό υλικό και στρατιές από πρόσωπα. Γιατί δεν σας αρκεί πια η «απλή» αφήγηση;

«Ποτέ, σε κανέναν, δεν έφτανε μόνον η αφήγηση. Μην ξεχνάτε ότι ο Βικτόρ Ουγκό τη διακόπτει στους "Αθλίους" για να μιλήσει για είκοσι ολόκληρες σελίδες για τη γέννηση της αργκό. Ή ο Ντοστογιέφσκι για την κατάσταση των σιδηρόδρομων. Κι αυτό δεν είναι θέμα υφολογικής κοκεταρίας. Είναι ζήτημα υπαρξιακό της ίδιας της γραφής: το μυθιστόρημα και το δοκίμιο είναι δύο είδη γραφής που γεννήθηκαν την ίδια εποχή για να ανοίξουν άγνωστους δρόμους στη σκέψη. Προτείνουν μια μόνιμη απορία, μια πλάγια ματιά απέναντι στον κόσμο, εκεί που η φιλοσοφία ή η θεολογία οργανώνουν συστήματα, καταλήγουν σε συμπεράσματα και προβάλλουν λύσεις. Υπάρχει και κάτι ακόμη: η μυθιστορηματική γραφή που κυριαρχεί σήμερα, παραέχει γίνει ευρηματική για να είναι ειλικρινής. Λίγες δόσεις από δοκίμιο βοηθούν την αυτοσυνειδησία της». *

Με σημάδεψαν οι «Ορνιθες» του Κουν

Οι «Νεφέλες» πολύ δύσκολα ανεβαίνουν στο θέατρο, αφού το κοινό δεν μπορεί να γελάσει με τον Σωκράτη. Την ίδια αμηχανία και ανικανότητα έχουν και οι σκηνοθέτες. Εχετε να προτείνετε κάποια λύση;

«Εγώ δεν γελάω με τον Αριστοφάνη. Η δύναμή του είναι στην αμεσότητα και τη σκληρότητα του λόγου του, στην ωμή του ειλικρίνεια. Είναι ένα μεγάλο ζήτημα η παράσταση του αρχαίου δράματος, ειδικά δε του Αριστοφάνη, ο οποίος εμπλουτίζεται με σύγχρονες ατάκες και μπόλικο λαϊκό πανηγύρι λες και δεν μπορεί να σταθεί από μόνος του. Αντιλαμβάνομαι την αμηχανία σκηνοθετών, ηθοποιών και κριτικών. Είναι σαν να βαράς το κεφάλι σου στο μάρμαρο ελπίζοντας πως θα σπάσει το μάρμαρο. Παρ' όλα αυτά δεν ξεχνάω πόσο με σημάδεψαν στην εφηβεία μου οι "Ορνιθες" του Κουν κι ένα θέαμα με τίτλο "Ουτοπία", που είχε κάνει ο Ρονκόνι συνθέτοντας όλα τα "ουτοπικά" χωρία του Αριστοφάνη. Ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίπτωση δεν προσπαθούσαν να σε κάνουν να γελάσεις. Αλλα έψαχναν».

Μήπως τελικά το θέατρο είναι το πραγματικό μεγαλείο των αρχαίων;

«Ε, ναι! Αν σκεφθείτε ότι τη διπλωματική μου την έκανα στον Αριστοφάνη και το διδακτορικό μου, το οποίο δεν ολοκλήρωσα, είχε για θέμα τους γυναικείους χαρακτήρες στην τραγωδία. Πιστεύω ότι η τραγική σκέψη, μαζί με την άλλη της όψη, την κωμική, είναι το κληροδότημα των αρχαίων Ελλήνων που σημάδεψε περισσότερο τον πολιτισμό μας. Στη σκηνή του θεάτρου του Διονύσου γεννήθηκε το πρότυπο του διχασμένου ανθρώπου σε μόνιμη ασυμφωνία με την ανθρώπινη κατάστασή του, άρα σε μόνιμη αναζήτηση της ελευθερίας του. Κι αν με γοητεύει ο Σωκράτης είναι γιατί έβγαλε το ανθρώπινο σύμπαν από τη σκηνή του θεάτρου και το άφησε να κυκλοφορεί ελεύθερο στους δρόμους της πόλης. Αυτό θα είναι και το επόμενο μυθιστόρημά μου, δίδυμο με το "Ξυπόλητο Σύννεφο", με ήρωα τον Σωκράτη, που παλεύει να αποδείξει πως δεν είναι κωμικός, αλλά τραγικός ήρωας».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία