Έντυπη Έκδοση

3 διέξοδοι από την κρίση

Η κρίση της ευρωζώνης οφείλεται κυρίως στα γερμανικά πλεονάσματα και στα αντίστοιχα ελλείμματα των χωρών της περιφέρειας. Στη ρίζα του προβλήματος βρίσκεται η στρεβλή φύση της νομισματικής ένωσης. Οι λύσεις πρέπει να είναι δραστικές - είτε δομική αλλαγή της ένωσης προς όφελος των εργαζομένων, είτε έξοδος από τη ζώνη του ευρώ με εκτεταμένο δημόσιο έλεγχο της οικονομίας. Η λιτότητα και η φιλελευθεροποίηση θα προκαλέσουν ύφεση και δεν θα φέρουν ανάπτυξη.

Αυτά ισχυρίζεται μελέτη μαρξιστών οικονομολόγων της Σχολής Ανατολικών και Αφρικανικών Μελετών του Πανεπιστήμιου του Λονδίνου. Ανήκουν στην ομάδα Ερευνα για το Χρήμα και τον Χρηματοπιστωτικό Τομέα που συντονίζεται από τον γράφοντα. Στην εκπόνηση της εργασίας, για τη λειτουργία της ευρωζώνης, μετείχαν οι Α. Kaltenbrunner, D. Lindo, J. Michell, J. Painceira, Ε. Pires, J. Powell, Α. Strenfors, Ν. Teles. Τα βασικά σημεία της είναι τα εξής:

Το ευρώ δεν επιτρέπει ανεξάρτητη νομισματική πολιτική και περιορίζει δραστικά τη δημοσιονομική. Αρα οι πιέσεις οικονομικής προσαρμογής μεταβιβάζονται στην αγορά εργασίας. Οι χώρες της ευρωζώνης μπήκαν σε έναν «αγώνα δρόμου προς τα κάτω», ενθαρρύνοντας την ευελιξία, τον περιορισμό μισθών και τη μερική απασχόληση. Τα στοιχεία της μελέτης δείχνουν ότι η εργασία βγήκε χαμένη και το κεφάλαιο κερδισμένο σε ολόκληρη την ευρωζώνη.

Την κούρσα κέρδισε η Γερμανία, ασκώντας τεράστιες πιέσεις στους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας. Οι περιοχές της πρώην Ανατολικής Γερμανίας συχνά δεν έχουν καν συνδικαλιστική εκπροσώπηση, ενώ το ίδιο συμβαίνει όλο και περισσότερο και στην υπόλοιπη χώρα. Η εύκολη πρόσβαση στις ανεξέλεγκτες αγορές εργασίας του πρώην ανατολικού μπλοκ χειροτέρεψε περαιτέρω τη θέση των γερμανών εργαζομένων.

Το αποτέλεσμα ήταν περιορισμός του κόστους εργασίας σε επίπεδα πολύ κάτω των άλλων χωρών της ευρωζώνης, και ειδικά της περιφέρειας. Δεδομένου ότι η ζώνη του ευρώ δεν επιτρέπει υποτιμήσεις, βελτιώθηκε η ανταγωνιστικότητα του γερμανικού κεφαλαίου μέσα στην ευρωζώνη.

Παρ' όλα αυτά, η γερμανική οικονομία γενικά παρουσίασε πολύ μέτριες επιδόσεις, με μικρή ανάπτυξη, αδύναμη ζήτηση, χαμηλές επενδύσεις και υψηλή ανεργία. Εν ολίγοις, η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης φυτοζωεί και παράλληλα ασκεί τεράστιες πιέσεις στους εργαζομένους της.

Στρεβλή ανάπτυξη

Ομως η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας επέτρεψε στο γερμανικό κεφάλαιο να δημιουργήσει μόνιμα εμπορικά πλεονάσματα μέσα στην ευρωζώνη, που αντιστοιχούν σε μόνιμα ελλείμματα της περιφέρειας. Τα γερμανικά πλεονάσματα μετατράπηκαν σε εξαγωγές κεφαλαίου στην ευρωζώνη, είτε ως τραπεζικός δανεισμός είτε ως επενδύσεις.

Η κυριαρχία του γερμανικού κεφαλαίου δεν έχει να κάνει με την αύξηση της παραγωγικότητας ή την εισαγωγή τεχνολογίας. Απεναντίας, οι χώρες της περιφέρειας είχαν γενικά καλύτερες αποδόσεις, της παραγωγικότητας συμπεριλαμβανομένης. Η γερμανική επιτυχία οφείλεται αποκλειστικά στη φοβερή πίεση που ασκήθηκε στους εργαζόμενους.

Η Ελλάδα είναι χαρακτηριστική περίπτωση περιφερειακής χώρας που κινήθηκε μέσα σε αυτές τις στρεβλές συνθήκες. Το ελληνικό κεφάλαιο χάνει συνεχώς ανταγωνιστικότητα και άρα υπάρχουν τεράστια ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών. Παράλληλα, δανείζεται από το εξωτερικό, ενώ μεγάλο μέρος του παραγωγικού δυναμικού της έχει αγοραστεί από γερμανικό και άλλο κεφάλαιο.

Στις συνθήκες αυτές, το ελληνικό κεφάλαιο άσκησε τεράστιες πιέσεις στην αγορά εργασίας, όπου και οι μισθοί είναι χαμηλοί και η εργασία έχει γίνει εξαιρετικά «ευλύγιστη». Από την άλλη, η ιδιωτική κατανάλωση παρέμεινε σε πολύ υψηλά επίπεδα, τροφοδοτούμενη από αυξανόμενο δανεισμό. Η δομική αδυναμία αυτού του μοντέλου ανάπτυξης φάνηκε πεντακάθαρα το 2009-10.

Οταν ξέσπασε η τεράστια αναταραχή του 2007-9 εμφανίστηκε έντονη έλλειψη ρευστότητας των ευρωπαϊκών τραπεζών. Η ΕΚΤ παρείχε αφειδώς ρευστότητα, επιτρέποντας στις τράπεζες να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους. Αυτό σήμαινε ότι οι τράπεζες περιόρισαν την παροχή πιστώσεων προς την οικονομία, επιτείνοντας έτσι την ύφεση.

Ακριβώς τότε επιτάθηκαν οι δανειακές ανάγκες των κρατών της περιφέρειας αλλά και του κέντρου. Το 2009 αναζήτησαν επιπλέον κεφάλαια ύψους περίπου 1 τρισεκατομμυρίου ευρώ λόγω της κρίσης. Τα δημόσια έσοδα κατέρρεαν καθώς η ύφεση βάθαινε, ενώ οι δημόσιες δαπάνες είχαν αυξηθεί λόγω της προσπάθειας διάσωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Ο κρατικός δανεισμός αυξήθηκε τη «χειρότερη στιγμή». Με τις τράπεζες απρόθυμες να δανείσουν, ανέβηκαν οι τιμές των δημόσιων χρεογράφων και δημιουργήθηκε πεδίο κερδοσκοπίας. Η ΕΚΤ ήταν απλός θεατής. Εν ολίγοις, το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα, αφού διασώθηκε από το κράτος, στράφηκε και δάγκωσε τον σωτήρα του.

Οι τρεις επιλογές

Υπάρχουν τρεις εναλλακτικές στρατηγικές λύσεις για τις χώρες της περιφέρειας.

*Η πρώτη είναι λιτότητα και περαιτέρω φιλελευθεροποίηση. Αυτή είναι η χειρότερη επιλογή. Θα επιτύχει σταθεροποίηση μέσω της ύφεσης, επιβάλλοντας τεράστιο κόστος στους εργαζόμενους. Προσφέρει ελάχιστες προοπτικές ανάπτυξης και δεν αντιμετωπίζει τις διαρθρωτικές στρεβλώσεις της ευρωζώνης.

Το πιθανότερο αποτέλεσμα μεσοπρόθεσμα είναι η στασιμότητα. Η ελληνική κοινωνία -η δεύτερη πιο άνιση στην ευρωζώνη- θα οδηγηθεί σε μεγαλύτερη πόλωση και αναλγησία προς τους φτωχούς. Η παραμονή στην ευρωζώνη με οποιοδήποτε τίμημα καθιστά το μέλλον ζοφερό.

*Η δεύτερη λύση είναι το «καλό ευρώ». Θα μπορούσε να περιλαμβάνει δημοσιονομική χαλάρωση, διευρυμένο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, μεταβίβαση πόρων από τους πλούσιους στους φτωχούς, προστασία της απασχόλησης και στήριξη των μισθών. Οι κανονισμοί της ΕΚΤ θα άλλαζαν επιτρέποντας αγορά κρατικών χρεογράφων.

Είναι εμφανές ότι η υλοποίησή της θα αντιμετώπιζε τεράστια πολιτικά προβλήματα. Εκτός όμως αυτού, η στρατηγική αυτή πιθανώς να απειλούσε τον διεθνή ρόλο του ευρώ, οδηγώντας σε πτώση της αξίας του. Υπάρχει δηλαδή ζήτημα συμβατότητας μέσων και σκοπών.

Οσοι απαιτούν «καλό ευρώ» πρέπει να γνωρίζουν τι ζητούν και να προσαρμόζουν αναλόγως τις προτάσεις τους. Η ουσία του θέματος δεν είναι ούτε η κατάργηση του Συμφώνου Σταθερότητας ούτε η υιοθέτηση διευρυμένου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού με αναδιανεμητική εντολή. Είναι η εναρμόνιση της δημοσιονομικής ανεξαρτησίας, και πιθανώς του αυξανόμενου δημόσιου χρέους, με τον διεθνή ρόλο του ευρώ. Το «καλό ευρώ» πιθανότατα θα καταλήξει «μη ευρώ».

Τρίτη διέξοδος

*Η τρίτη λύση είναι η ριζοσπαστική έξοδος από την ευρωζώνη. Θα ακολουθήσει υποτίμηση βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα που τώρα καταρρέει. Παράλληλα, όμως, η εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους θα καταστεί κατά πάσα πιθανότητα αδύνατη, απαιτώντας παύση πληρωμών και αναδιάρθρωση του χρέους. Η πρόσβαση σε διεθνείς κεφαλαιαγορές θα γίνει δυσχερής. Οι τράπεζες θα δεχτούν μεγάλες πιέσεις αντιμετωπίζοντας κατάρρευση.

Για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα αυτά απαιτείται δραστικός οικονομικός και κοινωνικός μετασχηματισμός. Είναι απαραίτητο να κινητοποιηθούν ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις, ικανές να λάβουν οικονομικά μέτρα υπέρ της εργασίας. Αυτά μπορούν να βάλουν τη χώρα σε νέα τροχιά ανάπτυξης.

Συγκεκριμένα, οι τράπεζες πρέπει να εθνικοποιηθούν και να επεκταθεί ο δημόσιος έλεγχος σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, μεταφορών, ενέργειας και τηλεπικοινωνιών. Πρέπει να υπάρξει βιομηχανική πολιτική, καθώς και στρατηγικές αύξησης της παραγωγικότητας. Παράλληλα, πρέπει να γίνει πραγματική «επανίδρυση» του κράτους, με διαφάνεια, δημοκρατικό έλεγχο και ουσιαστική αλλαγή του φορολογικού συστήματος. Για να αποφευχθεί η ροπή προς την εθνική οικονομική αυτάρκεια, πρέπει να διατηρηθούν οι προσβάσεις στο διεθνές εμπόριο, την τεχνολογία και τις επενδύσεις.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Με λέξεις-κλειδιά
Οικονομική και δημοσιονομική πολιτική