Ηλεκτρονική Έκδοση

Αρθρο 33. Δήλωση νομικών προσώπων - Προθεσμία υποβολής

Το τελικό κείμενο του άρθρου 33 όπως ψηφίστηκε στη Βουλή έχει ως εξής:

1. Όλα τα νομικά πρόσωπα που διαθέτουν ακίνητη πε­ριουσία σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 27 του παρόντος την πρώτη Ιανουαρίου κάθε έτους, υπο­χρεούνται να υποβάλλουν δήλωση φόρου ακίνητης περι­ουσίας ανάλογα με το τελευταίο ψηφίο του Α.Φ.Μ. τους, με αρχή το ψηφίο 1 και ολοκλήρωση μέσα σε έντεκα (11) εργάσιμες ημέρες. Ως καταληκτική ημερομηνία υποβο­λής δήλωσης για το ψηφίο 1 ορίζεται η 15η Μαΐου του οικείου έτους. Ειδικά για το έτος 2010 ως καταληκτική η­μερομηνία υποβολής δήλωσης για το ψηφίο 1 ορίζεται η 15η Ιουνίου 2010.

2. Η δήλωση υποβάλλεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου ή από πρόσωπο που έχει ειδικά προς τούτο εξουσιοδοτηθεί από αυτόν.

3. Σε περίπτωση κληρονομιαίας περιουσίας που τελεί υπό εκκαθάριση, η οποία έχει καταληφθεί υπέρ νομικών προσώπων με τον όρο της εκτέλεσης κοινωφελών ή φι­λανθρωπικών έργων, υπόχρεος για την υποβολή δήλω­σης είναι ο εκτελεστής διαθήκης για το διάστημα που τη διαχειρίζεται και τη διοικεί.

4. Σε περίπτωση που νομικό πρόσωπο έχει τεθεί σε εκκαθάριση ή βρίσκεται κάτω από αναγκαστική διαχείριση, υπόχρεος για την υποβολή της δήλωσης είναι, κατά πε­ρίπτωση, ο εκκαθαριστής ή ο προσωρινός διαχειριστής του νομικού προσώπου.

5. Σε περίπτωση που νομικό πρόσωπο έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, υπόχρεος για την υποβολή της δήλωσης είναι ο σύνδικος της πτώχευσης.

6. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και σε κάθε πε­ρίπτωση πριν από την καταχώριση του φύλλου ελέγχου στο οικείο βιβλίο, επιτρέπεται η επίδοση αρχικής ή συ­μπληρωματικής δήλωσης, για την οποία επιβάλλεται και ο οριζόμενος από τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α), όπως ισχύουν, πρόσθετος φόρος. Αρχική ή συ­μπληρωματική δήλωση για ακίνητα που έχουν περιλη­φθεί στο φύλλο ελέγχου, η οποία επιδίδεται μετά την καταχώρισή του στα τηρούμενα από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας βιβλία, είναι απα­ράδεκτη και δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα.

7. Για το Φόρο Ακίνητης Περιουσίας συμπληρωματική θεωρείται η δήλωση με την οποία προστίθεται φορολο­γητέα ύλη, καθώς και δήλωση που υποβάλλεται μετά την αρχική και δεν εντάσσεται στην κατηγορία των ανακλη­τικών δηλώσεων.
Στην κατηγορία των συμπληρωματικών δηλώσεων ε­ντάσσονται οι κατωτέρω περιπτώσεις:
α) Η προσθήκη ακινήτου που δεν συμπεριλήφθηκε στην αρχική δήλωση του υποχρέου. Συμπληρωματική θε­ωρείται η δήλωση ακόμη και αν το ακίνητο το οποίο προ­στίθεται απαλλάσσεται από το Φόρο Ακίνητης Περιου­σίας.
β) Η τροποποίηση στοιχείων ακινήτου που έχει ήδη δη­λωθεί, βάσει των οποίων επέρχεται αύξηση της αξίας του ακινήτου, ανεξάρτητα αν το ακίνητο φορολογείται ή απαλλάσσεται.
γ) Η αύξηση της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου που οφείλεται σε λανθασμένο συντελεστή εκκίνησης ή χρησιμοποίηση λανθασμένων συντελεστών αυξομείω­σης ή πολλαπλασιαστικό λάθος στη συμπλήρωση του φύλλου υπολογισμού.
δ) Η λανθασμένη μεταφορά αριθμητικών αποτελεσμά­των στην πρώτη σελίδα της δήλωσης από εκείνα που προκύπτουν από το εσωτερικό του εντύπου.
ε) Η επιλογή διαφορετικού φορολογικού συντελεστή επιβολής του φόρου από τον προσήκοντα.
 

8. Η δήλωση αποτελεί δεσμευτικό τίτλο για τον φορο­λογούμενο. Μπορεί για λόγους συγγνωστής πλάνης, να την ανακαλέσει εν όλω ή εν μέρει φέροντας το βάρος της απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που τη συνιστούν. Η ανάκληση γίνεται με την υποβολή δήλωσης μέσα στο οικείο έτος. Στην περίπτωση απόρριψης της α­νάκλησης, επιδίδεται, από τον προϊστάμενο της δημό­σιας οικονομικής υπηρεσίας, με απόδειξη, γνωστοποίησή της στον φορολογούμενο, ο οποίος μπορεί να την προσβάλλει προσφεύγοντας, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 66 του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α'), ε­νώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου. Αν η ανακλητική δήλωση υποβληθεί σε χρόνο μεταγενέστερο του οικείου έτους, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπη­ρεσίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει στον φορολο­γούμενο, επί αποδείξει, ότι η ανάκληση δεν γίνεται δε­κτή λόγω παρόδου του οικείου έτους και ο φορολογού­μενος μπορεί να προσφύγει μέσα στην προθεσμία που ο­ρίζεται στο άρθρο 66 του ν. 2717/1999 κατά της γνωστοποίησής της ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, το ο­ποίο αποφαίνεται στην ουσία. Η συζήτηση της προσφυ­γής προσδιορίζεται κατά προτίμηση μέσα σε τρεις (3) μήνες το αργότερο από την κατάθεση της προσφυγής. Ανάκληση δήλωσης με σκοπό την ανατροπή οριστικής και αμετάκλητης φορολογικής εγγραφής είναι ανεπίτρεπτη.

9. Όταν ο φορολογούμενος έχει αμφιβολίες αναφορι­κά με την υποχρέωση υποβολής δήλωσης για ορισμένα στοιχεία φορολογητέας ύλης, έχει το δικαίωμα να υπο­βάλει δήλωση στην οποία γίνεται ρητή γι' αυτό επιφύλα­ξη, η οποία πρέπει να είναι ειδική και αιτιολογημένη. Κά­θε γενική και αόριστη επιφύλαξη θεωρείται ανύπαρκτη και δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας υποχρεούται να α­παντήσει στην επιφύλαξη μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία υποβολής της δήλωσης ως εξής:
α) είτε να δεχθεί την επιφύλαξη και να διαγράψει το ποσό της φορολογητέας ύλης για το οποίο έγινε η επι­φύλαξη,
β) είτε να απορρίψει την επιφύλαξη και να γνωστοποι­ήσει αυτό στον φορολογούμενο με ιδιαίτερη ανακοίνω­ση, την οποία θα του επιδώσει με απόδειξη ή με το κοινοποιούμενο για την ανακρίβεια της δήλωσης φύλλο ε­λέγχου ή με το φύλλο ελέγχου που εκδόθηκε μετά από τη διενέργεια ελέγχου. Στην περίπτωση αυτή, αν δεν ε­πέλθει διοικητική επίλυση της διαφοράς, ο φορολογού­μενος δικαιούται να ζητήσει από το διοικητικό πρωτοδι­κείο, είτε με την προσφυγή που ασκεί για τυχόν διαφορές που προέκυψαν από τον έλεγχο είτε με αυτοτελή αίτηση που υποβάλλεται μέσα στην προθεσμία για την υ­ποβολή της προσφυγής, τη διαγραφή του ποσού της φο­ρολογητέας ύλης για την οποία έγινε η επιφύλαξη. Η συ­ζήτηση για την προσφυγή ή την αίτηση αυτή ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου προσδιορίζεται, κατά προ­τίμηση, μέσα σε τρεις (3) μήνες το αργότερο από την κα­τάθεση της προσφυγής ή της αίτησης.
Κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να γίνει επιφύλαξη αναφο­ρικά με το χαρακτηρισμό της φορολογητέας ύλης, την υ­παγωγή της σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή κ.λπ.. Η επιφύλαξη δεν συνεπάγεται αναστολή της βεβαίωσης και είσπραξης του αμφισβητούμενου φόρου. Όταν η επι­φύλαξη γίνει δεκτή από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή το διοικητικό δικαστήριο, ενερ­γείται νέα εκκαθάριση του φόρου της δήλωσης και το ε­πιπλέον ποσό αυτού που βεβαιώθηκε ή καταβλήθηκε εκ­πίπτει ή συμψηφίζεται με το φόρο που προκύπτει με βά­ση τα οριστικά στοιχεία, όταν αυτός είναι μεγαλύτερος από το φόρο που προέκυψε με βάση τα στοιχεία της δή­λωσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο επιπλέον φόρος επιστρέφεται.
 

10. Η δήλωση συντάσσεται σε έντυπο που χορηγείται από το Δημόσιο.

11. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμο­γή για το Ελληνικό Δημόσιο και τις αποκεντρωμένες δη­μόσιες υπηρεσίες που λειτουργούν ως ειδικά ταμεία.

12. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορί­ζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης, τα δικαι­ολογητικά ή άλλα στοιχεία που υποβάλλονται μαζί με αυτή και μπορεί να παρατείνεται η προθεσμία υποβολής της δήλωσης.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τo πορτοφόλι μου