Έντυπη Έκδοση

Οι δυτικές συνοικίες χωρίς κλισέ του Καζαντζίδη

Ενας άνεργος πατέρας σε απόγνωση. Ενας αποθηκάριος σε σουπερμάρκετ ο οποίος, στη μνήμη του φίλου του, κάνει την πιο μοναχική και παράξενη διαδήλωση στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Ενα ζευγάρι γονατισμένο από το τραπεζικό δάνειο, προσπαθεί να επιβιώσει με υπόκρουση τη φωνή του Τζιμ Μόρισον. Ενας ιδιόρρυθμος νεαρός γείτονας που μένει άυπνος κάθε βράδυ.

Ως πολιτικός ρεπόρτερ ο Χρήστος Οικονόμου έχει να κάνει με την «επωνυμία». Για τα διηγήματά του επέλεξε να φωτίσει την καθημερινότητα στις δυτικές συνοικίες των μικρών «ανωνύμων»... Ως πολιτικός ρεπόρτερ ο Χρήστος Οικονόμου έχει να κάνει με την «επωνυμία». Για τα διηγήματά του επέλεξε να φωτίσει την καθημερινότητα στις δυτικές συνοικίες των μικρών «ανωνύμων»... Μια τυχαία συνάντηση συνταξιούχων αξημέρωτα έξω από το ΙΚΑ για να πιάσουν σειρά. Και στο φόντο οι δυτικές συνοικίες της Αθήνας, με τα καφενεία, τα ουζερί, τις τράπεζες, το φουγάρο της ΔΕΗ στο Κερατσίνι, τα κλειστοφοβικά διαμερίσματα της μεγάλης πόλης.

Η γεωγραφία αλλά και η ανθρωπογεωγραφία στα 16 διηγήματα της συλλογής «Κάτι θα γίνει, θα δεις» («Πόλις») του Χρήστου Οικονόμου θα μπορούσαν να κινδυνεύουν από... υπόθαλψη της γραφικότητας ή κι από ένα είδος καταγγελτικού «παλαιοκομματισμού». Κι όμως μόλις στη δεύτερη λογοτεχνική του απόπειρα, ο 40χρονος συγγραφέας κατορθώνει να μην αποστρέφεται το συναίσθημα, αλλά και να μην ολισθαίνει σ' αυτό. Να μην κρύβει τα πάθη μιας σύγχρονης πινακοθήκης προσώπων, αλλά να μη χρίζει τη «φτωχολογιά» ως αυταξία. Να ασχολείται με μια υποβαθμισμένη περιοχή της Αθήνας, αλλά να μην «παγιδεύεται» στα στερεότυπα. Κατορθώνει τελικά, χωρίς να πλατειάζει και να υποπέφτει στο αμάρτημα της προσωπικής εμπλοκής, να λέει τις ιστορίες του απλά, άμεσα, «γυμνά» κι απολύτως λογοτεχνικά. Κι ας είναι άλλη η γλώσσα που απαιτεί η καθημερινότητά του, η καθημερινότητα δηλαδή του πολιτικού ρεπόρτερ στο «Εθνος», όπου εργάζεται εδώ και χρόνια.

Η διττή του ιδιότητα «λειτούργησε», λέει, «ως πρόκληση. Προσπάθησα να φτιάξω ιστορίες κι όχι να αναπαραστήσω πιστά την περιοχή σαν να κάνω ένα λογοτεχνίζον δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Αλλά η δημοσιογραφική μου ιδιότητα νομίζω ότι μου έκανε καλό ως προς την αμεσότητα και την εμπειρία να παρακολουθώ γεγονότα και καταστάσεις εκ του σύνεγγυς. Ισως και στη γλώσσα, γιατί ήθελα να πω τις ιστορίες μου περιεκτικά, χωρίς φλυαρίες και καλολογικά στοιχεία. Στο διήγημα είσαι "γυμνός". Μια περιττή φράση να σου ξεφύγει, το κατέστρεψες».

Εξι χρόνια χρειάστηκε για να γράψει το «Κάτι θα γίνει, θα δεις». Δούλευε βράδια («μέχρι τα ξημερώματα»), από το 2003, που είχε κυκλοφορήσει η προηγούμενη συλλογή του, «Η γυναίκα στα κάγκελα» («Ελληνικά Γράμματα»), μέχρι το 2009. «Δεν θυμάμαι ποιος έχει πει ότι τα βιβλία που διαβάζονται δεν σημαίνει ότι γράφονται κι εύκολα», σχολιάζει.

Χαρτογραφείτε τις δυτικές συνοικίες, με τρόπο που φαίνεται ότι τις έχετε περπατήσει.

«Εχω ζήσει στη Νίκαια, σχεδόν 30 χρόνια. Αρα, ναι, αυτές τις περιοχές τις έχω περπατήσει και νομίζω ότι έχω μια σχετικά καλή εικόνα της καθημερινότητάς τους. Δεν ήθελα όμως να αυτοβιογραφηθώ ή να προσεγγίσω τους χώρους και τους ανθρώπους με νοσταλγική διάθεση. Ενας λόγος που άργησα τόσο να ολοκληρώσω το βιβλίο ήταν ακριβώς ότι προσπαθούσα να αφαιρέσω τον εαυτό μου από μέσα -γιατί είχα την τάση να βάλω και δικές μου ιστορίες».

«Κάτι θα γίνει, θα δεις» είναι ο τίτλος σας. Κι όμως δεν «δωρίζετε» στους ήρωές σας οδούς διαφυγής ή περιθώριο να αλλάξουν τα πράγματα.

«Αλλά τουλάχιστον δείχνουν μια επιμονή να συνεχίσουν να ζουν, να μην παραιτηθούν. Οπως και να 'χει, δεν το επιδίωξα».

Η συλλογή σας επαναφέρει μια αρκετά ξεχασμένη αθηναϊκή ανθρωπογεωγραφία. Συνήθως λέμε «Αθήνα» κι εννοούμε ένα περιγραμμένο κέντρο, ενώ θυμόμαστε αυτές τις συνοικίες όταν π.χ. ξεσπάσει μια αναταραχή στο λιμάνι του Πειραιά.

«Ούτε αυτό το έκανα επίτηδες. Και μάλιστα το γεγονός ότι στρέφομαι στη συγκεκριμένη γεωγραφία, το συνειδητοποίησα στην πορεία. Οι ιστορίες θα μπορούσαν, δηλαδή, να εκτυλίσσονται και σ' άλλες περιοχές της Αθήνας. Απλώς συνέβη να επικεντρώσω την προσοχή μου σε πράγματα που νομίζω ότι ήξερα καλύτερα. Εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι οι δυτικές συνοικίες είναι ένας ολόκληρος κόσμος που, αν και δεν είναι περιθωριοποιημένος, περνά λίγο-πολύ απαρατήρητος. Σαν να είναι μια γκρίζα ζώνη. Αλλά τέτοιες γκρίζες ζώνες υπάρχουν κι άλλες στην Ελλάδα».

Αυτές οι περιοχές έχουν συνδεθεί με το λαϊκό τραγούδι. Αν θα αναζητούσε όμως κάποιος τη μουσική που εκπέμπουν τα διηγήματά σας, θα ήταν η ηλεκτρική κιθάρα και όχι το μπουζούκι.

«Παρ'ότι ακούω πολλή μουσική (από Βιβάλντι μέχρι Βαμβακάρη), το συνειδητοποίησα αργότερα. Μου φαίνεται, όμως, ότι θα ήταν πολύ κλισέ να ακούγεται ο Καζαντζίδης από το μεγάφωνο. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να κάνω τις ιστορίες γραφικές, λέγοντας "φτωχολογιά καταραμένη". Δεν ήθελα να υποβάλω στον αναγνώστη μια ατμόσφαιρα μιζέριας. Κι ύστερα οι δυτικές συνοικίες δεν είναι ένα κομμάτι διατηρητέας μνήμης. Ζουν σήμερα, έχουν κλαμπ και ακούν και ηλεκτρονική μουσική».

Εκδότες και βιβλιοπώλες επισημαίνουν ότι στην Ελλάδα τα διηγήματα δεν πουλάνε.

«Αυτό δεν με απασχόλησε καθόλου. Εγώ και ως αναγνώστης προτιμώ τη μικρή φόρμα. Μου προκαλούν άφατη αγαλλίαση η ένταση και η συμπύκνωση που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι, ανά πάσα στιγμή, επίκειται μια "ανάφλεξη". Κι ύστερα τι να κάνω; Πώς να γράψω ένα μυθιστόρημα αν δεν το πιστεύω;».

Info: Ο Χρήστος Οικονόμου έχει μεταφράσει μυθιστορήματα των Τζόζεφ Κόνραντ, Μαρκ Τουέιν, Τομπίας Βόλφ και τη μελέτη «Ο χορός της Νατάσας: μια πολιτιστική ιστορία της Ρωσίας» του Ορλάντο Φάιτζες (Ηλέκτρα). *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία