Έντυπη Έκδοση

Η εικόνα της κάτοψης ως άσκηση μνήμης

Σε μια πρώτη ανάγνωση, ο θεατής βλέπει μεγάλες επιφάνειες αρχιτεκτονικών αποτυπώσεων του δαπέδου του Αγίου Μάρκου και τα μωσαϊκά, που προσδιορίζουν αρκετές στιγμές της ιστορίας της τέχνης, από τον 12ο έως τον 15ο αιώνα, άρα και της ιστορίας των κοινωνιών, του γούστου και της πολιτικής των ηγετών της Γαληνοτάτης.

Λεπτομέρεια από το δάπεδο, που με άκρα υπομονή και προσήλωση αποτυπώνει ο Ν. Αλεξίου στην έκθεσή του Λεπτομέρεια από το δάπεδο, που με άκρα υπομονή και προσήλωση αποτυπώνει ο Ν. Αλεξίου στην έκθεσή του Η τεχνική του Αλεξίου, βασισμένη στην άκρα υπομονή και βέβαια τις δεξιότητές του, καταπιάνεται με αυτό το περίτεχνο δάπεδο, το οποίο φέρνει στο κέντρο της Αθήνας. Σχεδιαστική ακρίβεια, μαθηματικοί συνδυασμοί και, πίσω από τούτη την ικανότητα, μια ολόκληρη εποχή που επανέρχεται με τα υλικά του σύγχρονου καλλιτέχνη.

Θα ήταν απλοϊκό, ωστόσο, να δούμε το έργο του Αλεξίου ως μια αρχιτεκτονική αποτύπωση, την οποία, εξάλλου, μπορεί και να έκαναν με μεγαλύτερη ακρίβεια οι αρχιτέκτονες, παρ' όλο που στη συγκεκριμένη περίπτωση υπερβαίνει την αρχιτεκτονική ακρίβεια. Τα παραδοσιακά και τα σύγχρονα μέσα του σχεδιασμού τίθενται στην υπηρεσία ενός νοητού εκμαγείου, όπου λίγο ενδιαφέρει η ανθεκτικότητα του υλικού και πολύ ό,τι μπορεί να εμπεριέχει η οικεία εικόνα ως έννοια μιας μνημονικής αποτύπωσης. Η αμεσότητα της οπτικής, δηλαδή, διέγερσης οργανώνει το ταξίδι της εμπειρίας και της γνώσης, έτσι όπως το δάπεδο του Αγίου Μάρκου είναι τα διαβάσματα για τη ζωγραφική και τη φιλοσοφία και οι εμπειρίες από πολλά ταξίδια, συμβατικά και νοηματικά.

Θέλω να πιστεύω ότι το άγγιγμα, εξάλλου, που δημιουργεί στον θεατή το έργο ξεπερνά την αποτύπωση και προσεγγίζει την εμπειρία και τη σκέψη έως το δάπεδο, δηλαδή τη φόρμα που επιλέγει για μια προσωπική άσκηση ύφους με σύγχρονα μέσα, που αναζωογονεί η μνήμη στο ζήτημα τόσο της τεχνικής όσο και της σκέψης. Η παράδοση και η ιστορία ορίζουν τη γνώση ακόμη και όταν ο καλλιτέχνης αυθαδιάζει απέναντί τους, ενώ το ζήτημα της έμμονης-κοπιώδους αφοσίωσης δηλώνει την ταπεινότητα. Ως στοιχείο υπέρβασης και εν τέλει καινοτομία; Νομίζω ότι ο Αλεξίου έχει φτάσει τα όρια μιας προσήλωσης που ασκεί μέσω ταπεινότητας, ακόμη και αν ο ίδιος δεν είναι ταπεινός με την τρέχουσα έννοια του όρου (τι σημαίνει να σχεδιάζεις τόσο λεπτομερειακά, να πλέκεις με τόση υπομονή). Αυτή την προσήλωση την επιβάλλει και στον θεατή, υποχρεώνοντάς τον να στρέφει το βλέμμα χαμηλά και να παρατηρεί.

«Ταπεινωθέντες αναμιμνήσκομεν», κοιτάζοντας ψηλά ή χαμηλά και όχι ευθεία, με τρόπο δηλαδή που διευκολύνει μόνο τον διάλογο με τη μνήμη. Ισως και αυτός είναι ο λόγος που ελάχιστα παρατήρησα τα επιτοίχια.

Ενα άλλο ενδιαφέρον ζήτημα που βάζει ο Αλεξίου στο έργο του είναι η συνεργασία-συζήτηση με τον Μανώλη Ζαχαριουδάκη και η συζήτηση με τη Βίβιαν Ευθυμιοπούλου και κυρίως οι απόψεις του Μανώλη στο έντυπο της έκθεσης, που και πάλι είναι αναπόσπαστο μέλος του έργου. Γράφει ο Μανώλης Ζαχαριουδάκης -και πρέπει να τον πάρουμε σοβαρά υπ' όψιν, ως ομότεχνο που με έναν τρόπο συμμετέχει, δεν παρατηρεί- ότι ο Νίκος επιμένει, δουλεύει, μεγεθύνει τις λεπτομέρειες ξανά και ξανά και στον καιρό του Googlemaps προτρέπει να δούμε ότι υπάρχουν ακόμη πράγματα που πρέπει να δούμε με τα δικά μας μάτια, με το δικό μας μυαλό.

Να προσθέσω ότι το ευαίσθητο έργο του δαπέδου του Αγίου Μάρκου φτάνει συνεπές στο βιογραφικό του Νίκου Αλεξίου μετά τις αποτυπώσεις της Μονής Ιβήρων, τα καλαμάκια με τα οποία αποτύπωσε χώρους και χάρτες, ίσως και τον Κήπο των Βερσαλλιών, αλλά και τις πρώτες δουλειές του με τις πέτρινες γούρνες, το φως και τον ήχο, όπου με έναν τρόπο αποτύπωνε τη μνήμη από ένα σημείο του χάρτη που πιθανώς να γνώριζε μόνο εκείνος.

Με έναν τρόπο, γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο πως μπορεί να κάνει κανείς τομή στην τέχνη (όχι καινοτομία) επανερχόμενος στα απλά μέσα και στην εμμονή της διερεύνησης των ορίων της υπομονής, δηλαδή μιας σύγχρονης θρησκευτικότητας. Είδος που αρνείται το θέαμα στην τέχνη, μπαίνοντας στις επεξεργασίες της λεπτομέρειας σαν τους ζωγράφους του Ορχάν Παμούκ, που αναζητούσαν τα μυστικά των προκατόχων τους και ήταν έτοιμοι να θυσιαστούν για μια ελάχιστη λεπτομέρεια, εκείνη που ορίζει και την αναγνωσιμότητα.

Ενα άλλο σύντομο κείμενο -γι' αυτό υποστηρίζω ότι το ταπεινό έντυπο που κυκλοφορεί είναι μέρος της έκθεσης- καταδεικνύει ακριβώς αυτό που κάνει ο Αλεξίου.

«Σ' εκείνη την Αυτοκρατορία, η Τέχνη της Χαρτογραφίας είχε φτάσει σε τέτοιο βαθμό τελειότητας που ο χάρτης μιας και μόνο επαρχίας έπιανε μια πόλη και ο χάρτης της αυτοκρατορίας μια ολόκληρη επαρχία. Με τον καιρό οι εκτεταμένοι αυτοί Χάρτες θεωρήθηκαν ανεπαρκείς και έτσι το Κολέγιο των Χαρτογράφων σχεδίασε τον χάρτη της Αυτοκρατορίας στην ίδια κλίμακα με την αυτοκρατορία. Με λιγότερο πάθος για τη μελέτη της χαρτογραφίας οι επόμενες γενεές θεώρησαν ότι χάρτης τέτοιου μεγέθους ήταν άχρηστος και με ασέβεια τον άφησαν». (Σουάρες Μιράντα, Ταξίδια Αξιέπαινων Ανδρών, 1658) *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Εικαστικά