Έντυπη Έκδοση

ΤΟ ΕΡΓΟ ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΑΣΕ ΤΟΝ ΛΟΡΚΑ

«Καβαλάρηδες στη θάλασσα», του Τζον Μίλινγκτον Σινγκ, στο θέατρο «Σφενδόνη»

Παρακολουθώντας το τέλος του μονόπρακτου του Ιρλανδού Τζον Μίλινγκτον Σινγκ (1871-1909) με τίτλο «Καβαλάρηδες στη θάλασσα» (που γράφτηκε το 1902, και ανέβηκε πρώτη φορά στο Δουβλίνο στις 25 Φεβρουαρίου του 1904), το οποίο επέλεξε και σκηνοθέτησε ιδιοφυώς η Αννα Κοκκίνου στο συχνά μεταμορφούμενο θέατρο με τον συμβολικό τίτλο «Σφενδόνη», κι ακούγοντάς τη να ερμηνεύει, ως άλλη Παξινού, τον πόνο της μάνας που έχασε όλους τους γιους της, και τώρα δεν έχει κανένα λόγο να φοβάται τη θάλασσα και ν' αγωνιά για τις απότομες μεταβολές του καιρού, ο νους μου πήγε αυτομάτως στον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα, εκεί όπου -απαράλλαχτα- η μάνα δηλώνει ότι θα κοιμάται πλέον ήσυχη τα βράδια, αφού δεν υπάρχει κανένας άντρας στο σπιτικό για να τον φάει ένα μαχαίρι, «ένα τόσο δα μαχαίρι, που ούτε το χέρι δεν το φτάνει».

Διαβάζοντας το - όπως πάντα - άριστα επιμελημένο βιβλίο-πρόγραμμα της παράστασης στο θέατρο «Σφενδόνη», πληροφορήθηκα ότι «Οι καβαλάρηδες στη θάλασσα» επηρέασαν τον μεταγενέστερο (1933) «Ματωμένο γάμο» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (σ. 130). Η Αννα Κοκκίνου είναι μια σπουδαία ηθοποιός στην πιο καλή της ώρα. Πλήρης κάτοχος των εκφραστικών της μέσων, μεταμορφώνεται πρωτεϊκά στη σκηνή, αφήνοντας το σώμα της να ηχήσει μια ουράνια μελωδία, ασύλληπτη για τους κοινούς θνητούς, προσιτή μόνο στην ίδια. Ο βουβός, ζωώδης θρήνος της μάνας που χάνει τον τελευταίο γιο της, το αλάφιασμά της όταν τον ξεπροβοδίζει και ψυχανεμίζεται ότι δεν θα τον ξαναδεί ζωντανό, η πλήρης σωματοποίηση της αισθητικής ερμηνείας τού αφαιρετικά συμβολικού κειμένου, οι ανάσες, οι σιωπές και οι σπασμοί ανέδειξαν τη μουσικότητα αυτού του ξεχωριστού βραχύβιου αναχωρητή συγγραφέα των νησιών Αράν. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε την λαγαρή μετάφραση του έργου από την Ανθή Λεούση, το ερεβώδες σκηνικό και τη λειτουργική διαμόρφωση του σκηνικού χώρου που φιλοτέχνησε η Ισμήνη Καρυωτάκη (που ήταν υπεύθυνη και για τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό), την επιμέλεια των εφιαλτικών φωτισμών από τον Αλέκο Γιάνναρο, την υποβλητική μουσική του Θοδωρή Αμπαζή. Η Αννα Κοκκίνου ως σκηνοθέτρια (με σύμμαχο στην κίνηση τη Σία Σουρέλου και στα κοστούμια την Ιωάννα Τσάμη) δίδαξε ήθος και σκηνική οικονομία στον Φώτη Λαγανόπουλο (που έπαιξε τον μελλοθάνατο Μπάρτλεϊ), στην Τζωρτζίνα Δαλιάνη και στη Φανή Παναγιωτίδου (που υποδύθηκαν τις κόρες της, θυμίζοντας αχνά -και οι δυο τους- τη φιγούρα της Ρούλας Πατεράκη όταν ερμήνευε την Εντα Γκάμπλερ στο ομώνυμο έργο του Ιψεν). Σημαντική ήταν η συμβολή της Μαρίας Κουρκούτα (βίντεο εγκατάσταση) στη διαμόρφωση του αισθητικού αποτελέσματος αυτής της εξαιρετικά στυλιζαρισμένης παράστασης από μια εστέτ ηθοποιό και σκηνοθέτη. Ακόμα και το λεπτεπίλεπτο ραβδί που κράτησε για να στηριχτεί κατά την έξοδό της από το φτωχικό νησιωτικό σπίτι η γριά Μόιρα «έχει» -όπως διαβάζουμε στο ιδιαίτερα προσεγμένο πρόγραμμα- «σκαλιστεί από το χέρι του Χρήστου Καρακόλη» (που δεν προσπάθησε να μιμηθεί με νατουραλιστικό τρόπο ένα χωριάτικο χοντροκομμένο ραβδί). Αν και θα μπορούσε να «διαβαστεί» το έργο αυτό του Σινγκ είτε ως νατουραλιστική «φέτα ζωής» είτε ως συμβολικό σκηνικό ποίημα, η σκηνοθέτρια πέτυχε να αναδείξει τη διαχρονικότητα του κειμένου μέσα από έναν προσεκτικά μετρημένο και σοφά υπολογισμένο ρεαλισμό με μαγικές, απόκοσμες, μεταφυσικές προεκτάσεις. Η «μεταφυσική» άλλωστε, και η ενασχόληση με τους λαϊκούς θρύλους για τις νεράιδες και τα ξωτικά, είναι συστατικό δομικό στοιχείο του έργου και της ψυχοσύνθεσης του ιρλανδού αυτού συγγραφέα, που επηρέασε (εκτός από τον Λόρκα) τον Μπέκετ, τον Μπρεχτ, τον Ο'Νιλ, τον Αρτό κ.ά.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία