Έντυπη Έκδοση
Επτά, Κυριακή 16 Μαΐου 2010
Εγκλημα και κοινωνία
Ληστείες τραπεζών με πολιτικό έρεισμα, νεοναζί και ερωτικές εξορμήσεις στη Βάλια Κάλντα συνθέτουν το πρώτο βιβλίο του Κώστα Μουζουράκη
Μπάρμαν και μουσικός, ηλεκτρολόγος και διακοσμητής, ταχυμεταφορέας και σερβιτόρος, αποθηκάριος και βιβλιοδέτης είναι μόνο μερικά από τα επαγγέλματα που έχει κάνει ήδη στα 36 του ο Κώστας Μουζουράκης.
Και, αν επισήμως το δίπλωμά του από τα ΤΕΙ τον θέλει συντηρητή έργων τέχνης, εκείνος επιμένει να λοξοκοιτάζει επαγγελματικά, αφού ανάμεσα στις άλλες ενασχολήσεις του πρόσθεσε κι αυτή του συγγραφέα, υπογράφοντας τα «Φίδια στο Σκορπιό» (εκδόσεις Καστανιώτη).
Αστυνομικό το μυθιστόρημα αλλά μακράν από τη φόρμα που έχουν συνηθίσει το κοινό οι περισσότεροι έλληνες συγγραφείς που το υπηρετούν, καταιγιστικό συχνά στη δράση του αλλά και με τη χαρά της ζωής να το χαρακτηρίζει, κλείνει το μάτι στα Εξάρχεια και στη γενιά των 700 ευρώ, κλείνοντας παράλληλα την πόρτα στη συντήρηση και στον καθωσπρεπισμό. Εδώ, μια παρέα νέων βγάζει το ψωμί της, όχι τόσο με τον ιδρώτα τους αλλά με τις κάννες των όπλων τους, που συνήθως στρέφουν προς ανυποψίαστους ταμίες τραπεζών. «Το να κάνεις ληστείες», υποστηρίζει ένας από αυτούς, «είναι ηθικά νομιμοποιημένο σε μια κοινωνία-αρένα, όπου το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό και η ηθική με τη νομιμότητα δεν συναντιούνται ποτέ σχεδόν στην ίδια φράση».
Ο Κάρλο είναι το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος. Αυτός που επεξεργάζεται τα σχέδια των ληστειών, αυτός που θα σώσει μια νεαρή Ρωσίδα από τους εκμεταλλευτές της, αλλά κι αυτός που σώζει τον μετέπειτα στενό φίλο και συνεργάτη του, τον Αλβανό Εκτορα, από τα χέρια των νεοναζί, που ένα βράδυ τον είχαν μετατρέψει σε σάκο του μποξ. Ο Κάρλο ακούει συνέχεια μουσική και ο Μουζουράκης δεν παραλείπει να σημειώνει τίτλους και στίχους τραγουδιών. Κατά μία έννοια είναι και το alter ego του συγγραφέα, εργαζόμενος ως μπάρμαν και κάνοντας όνειρα μουσικού.
Παράλληλα μπορεί να γίνει κι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, αφού σίγουρα απολαμβάνει ένα ταξίδι στη Βάλια Κάλντα, όπως και τον έρωτα με τη Ρία που θα συναντήσει εκεί και που θα παίξει καθοριστικό ρόλο στο μπαρουτοκαπνισμένο φινάλε του βιβλίου στο καμπαρετζίδικο «Σκορπιός», όπου τα φίδια δεν είναι άλλα από το αφεντικό και τους μπράβους του.
«Ο ''Σκορπιός'' όντως υπήρχε ως νυκτερινό κέντρο κάπου στην Εθνική Οδό» λέει ο Μουζουράκης αρχίζοντας να λύνει απορίες και ξεκαθαρίζει τη θέση του: «Δεν προτείνω τις ληστείες, αλλά ηθικά τις δικαιολογώ. Δεν νομίζω ότι οι ληστές είναι οι εγκληματίες σήμερα. Και, αν εξαιρέσουμε την ποινική διάσταση των ληστειών, σίγουρα αποτελούν μια μέθοδο για τον αναδασμό του πλούτου. Αυτός που ληστεύει έχει σίγουρα λιγότερα απ' όσα η τράπεζα».
Οταν η κουβέντα πάει στον Στάλιν, που στον καιρό του υποτίθεται πως λήστευε τράπεζες στην Τιφλίδα για να χρηματοδοτεί τον αγώνα των μπολσεβίκων, ο Μουζουράκης σχολιάζει πως, «αν δουλεύεις για μια ιδεολογικά παράνομη οργάνωση, δεν θα πας να ζητήσεις χρήματα από κάποιον μαικήνα. Στις τράπεζες θα πας».
Μετά από αυτό, δεν θα εκπλαγείτε που το βιβλίο δεν κολακεύει καθόλου την αστυνομία. Λέει ο Μουζουράκης: «Μεταφέρω αυτά που έχω ακούσει να συμβαίνουν, ειδικά στο Μπουρνάζι, όπου π.χ. ένας σερβιτόρος απολύθηκε γιατί άργησε να βγει από το μαγαζί όταν τον φώναξαν από το περιπολικό να φέρει τους καφέδες».
Η μουσική φτιάχνει εικόνες
Ο συγγραφέας κάνει ό,τι μπορεί για να βγάλει τον αναγνώστη του από τον μικροαστικό του ύπνο. Επιμένει να χρησιμοποιεί τη φράση «ηθικά τίμιο». Θεωρεί αυτονόητο πως πρέπει να είναι με τους μετανάστες, αφού «είναι ηθικά τίμιο να είσαι με τους καταπιεζόμενους». Υστερα υπάρχει η απόλυτη γνώση για τα όπλα, λογοτεχνική του επιρροή από τον Ζαν Πατρίκ Μανσέτ. «Θεωρώ ότι όσο πιο ρεαλιστική και αληθοφανής είναι η αφήγηση τόσο περισσότερο συμβάλλει στην αυθεντικότητα του βιβλίου».
Για τη χαρά της ζωής που προκύπτει μέσα από το ταξίδι στη φύση θ' αναφερθεί στην «αντίστιξη που χρειάζεται για να σπάσει η μαυρίλα. Με δεδομένο ότι ζούμε μία φορά, έχω ήδη πάει πέντε στη Βάλια Κάλντα με τη μηχανή μου και με καλή παρέα κι έχω περάσει υπέροχα».
Οσο για τις μουσικές αναφορές του, «μεταφέρω τη μουσική που άκουγα όταν έγραφα το βιβλίο. Μου έδινε ερεθίσματα, τα έκανα εικόνες και μετέτρεπα τις εικόνες σε φράσεις». Τι άκουγε; Τομ Γουέιτς, κυρίως, αλλά και Καλέξικο, Μπίλι Χόλιντεϊ και Ρεντ Χοτ Τσίλι Πέπερς. Θα ολοκληρώσει μιλώντας για την πολιτική διάσταση του βιβλίου του: «Το αστυνομικό είναι εργαλείο που σου δίνει τη δυνατότητα να πεις πολλά πράγματα. Και, από τις δυο σχολές που το χαρακτηρίζουν, εγώ διαλέγω την αμερικάνικη, τον Τσάντλερ, τον Χάμετ, τον Ελρόι, που έβγαλαν το έγκλημα από τον κήπο του εφημέριου και το πήγαν εκεί όπου ανήκει, στην κοινωνία». *




