Έντυπη Έκδοση

Η πρώτη φουάρ της ύφεσης

Καλά οργανωμένη, καλά τακτοποιημένη, η φετινή αθηναϊκή φουάρ που έκλεισε χθες, μετά την τετραήμερη παρουσία της, ήταν μια παραλλαγή της περσινής - στο κομψότερο.

Από την περφόρμανς-εισήγηση της Αιμιλίας Παπαφιλίππου στο πλαίσιο της ανοιχτής συζήτησης με θέμα «Η τέχνη στα χρόνια της ύφεσης» που οργάνωσε η Ενωση Ελλήνων Τεχνοκριτών Από την περφόρμανς-εισήγηση της Αιμιλίας Παπαφιλίππου στο πλαίσιο της ανοιχτής συζήτησης με θέμα «Η τέχνη στα χρόνια της ύφεσης» που οργάνωσε η Ενωση Ελλήνων Τεχνοκριτών Εκείνο που θα παρατηρούσε και θα σημείωνε κανείς είναι η ομοιομορφία που εξομοιώνει την παρουσία όσων φέτος, όπως το απαιτούν η τάση, το budget και η αγορά, παρουσίασαν ζωγραφική. Ούτε βίντεο ούτε φωτογραφία ούτε εγκαταστάσεις ούτε πολλά πολλά σε γλυπτική. ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ. Που σημαίνει ότι «αναχώρησαν», ευτυχώς, σχεδιάκια και χαρτάκια, σημειώσεις στους τοίχους και χαρτόκουτα. Στο γενικότερο πρόσταγμα: Ζωγραφική για τους πολλούς.

Ετσι, αν δεν γνώριζες ποιος εκθέτει ποιον, θα μπορούσες και να πεις ότι τα στοιχεία που κάνουν τη διαφορά έχουν ακυρωθεί. Κι ότι είχαμε μια κομψή, καθαρή, καθωσπρέπει έκθεση από την οποία απουσίαζαν η, όποια, κακογουστιά του παρελθόντος αλλά και η έκπληξη.

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, μπορούσε κανείς να παρατηρήσει τις ευτυχείς συνεργασίες των «εδώ» με τους «έξω». Δηλαδή πού βρισκόταν ο Αντώνης Ντόνεφ και πού ο Βλάσης Κανιάρης; Τι σήμαινε αυτό μέσα στην κινητικότητα κάποιων από τους Ελληνες γκαλερίστες που επενδύουν και κερδίζουν το παιχνίδι της εξωστρέφειας; Αλλά και πώς λειτουργούν οι, προσανατολισμένοι προς τα διεθνή, γκαλερίστες και όσοι απευθύνονται στην τοπική αγορά; Ενα καλό παράδειγμα εσωστρέφειας-εξωστρέφειας, πλην των Καλφαγιάν και των Breeder, των οποίων οι συνεργασίες γίνονται φανερές, είναι η γκαλερί της Ελένης Κορωναίου και της Ζήνας Αθανασιάδη. Και οι δύο ήταν ίσως οι καλύτερες ως παρουσία.

Η πρώτη με ονόματα Ελλήνων και ξένων και με μια εντελώς διεθνή εμφάνιση και παρουσία. Η δεύτερη με Ελληνες που είδαμε και σε άλλες γκαλερί, αλλά εδώ παρουσιάζονταν καλύτερα και σε έπειθαν ως εικόνα συνόλου -τέτοια μάλιστα που θα μπορούσε να σταθεί εξαιρετικά και στην Κολονία.

Στέκομαι σε κάποιες επιμέρους παρατηρήσεις που σχετίζονται με τα αιτήματα των καιρών. Αυτά, μαζί με την παρουσία αρκετών νεότερων Ελλήνων καλλιτεχνών, τους οποίους μπορείς να δεις οπουδήποτε στον κόσμο, υπογραμμίζουν διακριτικά τις διαφοροποιήσεις στην εικόνα της ομοιογένειας.

Καλές παρουσίες ήταν και οι γκαλερί από την Κύπρο καθώς και κάποιες απολύτως νέες γκαλερί, όπως η Elica που πείθει ότι πρέπει να την παρακολουθούμε, ενώ εξαιρετική ήταν η παρουσία δύο γκαλερί με Ελληνες διευθυντές που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό, η Artbeat του Κίμωνα Φωτιάδη που δραστηριοποιείται στις Βρυξέλλες και η πιο κλασική γκαλερί της Βάσιας Εμπειρίκου που δραστηριοποιείται στο Παρίσι.

Νέο αέρα στην αθηναϊκή φουάρ έδωσε η παρουσία του συνόλου των ελληνικών μουσείων ολόκληρης της Ελλάδας: Γνωστοποιήθηκαν έτσι το σύνολο του εικαστικού τοπίου για κάθε ενδιαφερόμενο καθώς και η παρουσία θεσμών, όπως το Hydra School του καλλιτέχνη Δημήτρη Αντωνίτση, και η άνετη παρουσία των εκδοτών βιβλίων τέχνης και περιοδικών.

Για δεύτερη χρονιά, σταμάτησαν εκείνες οι, μάλλον πληκτικές, παράλληλες εκδηλώσεις, μένοντας σε επιμέρους δράσεις και συζητήσεις που οργανώθηκαν στο τετραήμερο.

Θα ήθελα να σταθώ ωστόσο σε μια καλή παρουσία, οργανωμένη από τη Μαρία Αγγελή. Αφορούσε το ζήτημα του βιβλίου του εικαστικού καλλιτέχνη (artist' book) και είχε πολύ ενδιαφέρον. Από το εξαιρετικό βιβλίο της Μαρίας Λοϊζίδου, που θα μπορούσε να καλύψει μια έκθεση υπομονής και αφοσίωσης, έως τα βιβλία των ιστορικών καλλιτεχνών, όπως Τάκις, Ακριθάκης, Αληθεινός, αναφέρομαι σ' εκείνα τα βιβλία που συνηθίζουν να κάνουν καλλιτέχνες, όπως η Ζωή Κεραμέα, ο Μανώλης Ζαχαριουδάκης ή η Δέσποινα Μεϊμάρογλου, αλλά και βιβλία καλλιτεχνών που για πρώτη φορά δραστηριοποιούνται σε κάτι τέτοιο, όπως η Ελένη Αγγέλου ή η Βένια Δημητρακοπούλου.

Παράλληλα η ArtAthina ήταν μια έκθεση στο κλίμα της ύφεσης. Το θετικό της (αν μπορούμε να βρούμε κάτι θετικό στο κουμάντο του Διεθνούς Νομισματικού) υπήρξε η απουσία του μεγάλου θεάματος στην τέχνη. Καθώς τελειώνει το μεγάλο «φαγοπότι» των πολιτικών και των «επωνύμων», των καταναλωτικών δανείων των μικρομεσαίων και της γενικής ευδαιμονίας του άμεσου παρελθόντος, τελειώνει και η εποχή των χορηγιών, των εκθέσεων και των έργων που όριζαν το ακριβό θέαμα. Σε μια περισσότερο εσωστρεφή κατάσταση, ο καλλιτέχνης οδηγείται σε έργα ουσίας και σε έργα υπομονής.

Η πρώτη φουάρ της ύφεσης, πάντως, είχε κάποιες «φρόνιμες» πωλήσεις - αν και θα περίμενε κανείς μεγαλύτερες διαθέσεις επένδυσης από εκείνους που δεν επιθυμούν να διατηρούν τα λεφτά τους στην τράπεζα ή στο στρώμα. Φυσικά οι παραδοσιακοί συλλέκτες (δηλαδή εκείνοι της τελευταίας 20ετίας που απέκτησαν χρήμα, γιατί οι ιστορικά παραδοσιακοί συλλέκτες έχουν φύγει προ πολλού από το παιχνίδι) δεν έχουν τέτοια κωλύματα, ίσως μόνο ένα είδος εγκράτειας, σε μια εποχή όπου, όταν απολύεις κόσμο, δεν πρέπει να μαθευτεί ότι αγοράζεις τέχνη. Σκέψεις τώρα κάνω, μην τις παίρνετε τοις μετρητοίς.

Πάντως, το γεγονός ότι η ArtAthina κατόρθωσε να γίνει φέτος, χωρίς να φοβηθούν η D.Art του Γιώργου Δραγώνα ή ο ΠΣΑΤ με τους γκαλερίστες που συμμετείχαν, σημαίνει ότι υπάρχει ακόμη κουράγιο και ότι αρκετοί άνθρωποι βλέπουν τον αθηναϊκό θεσμό, όχι μόνον ως δυνατότητα αγοράς έργων, αλλά ως καλή πληροφορία, επικοινωνία και γεγονός ευρύτερης πολιτιστικής σημασίας.*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Εικαστικά