Έντυπη Έκδοση

Η ευρωπαϊκή Κωνσταντινούπολη παλεύει με τις ανατολίτικες δεισιδαιμονίες

**Ορχάν Παμούκ

Το μουσείο της αθωότητας

μτφρ.: Στέλλα Βρετού

εκδόσεις Ωκεανίδα, σ. 816, ευρώ 26

Ο Ορχάν Παμούκ είναι ένας προοδευτικός τούρκος διανοούμενος που βλέπει με βλέμμα ερευνητή τη μυθική πόλη που μεγάλωσε. Είναι ένας από τους λίγους Τούρκους συγγραφείς που αναγνώρισε δημόσια τη γενοκτονία των Αρμενίων, που μίλησε ανοιχτά για τα πολιτικά προβλήματα που ταλανίζουν τη σύγχρονη Τουρκία, που πήρε σαφώς θέση υπέρ του ευρωπαϊκού προσανατολισμού τής φίλης και συμμάχου χώρας. Ισως γι' αυτό κυκλοφορεί με δύο σωματοφύλακες, όπου κι αν πάει... Το Νόμπελ τού χρησίμευσε στο να γίνει το όνομά του παγκοσμίως γνωστό, δεν τον έθεσε όμως στο απυρόβλητο.

Στο πρώτο μυθιστόρημα-ποταμός που εκδόθηκε μετά τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2006, συγκεντρώνει σε έναν ογκώδη τόμο όλα όσα ξέρει για την πόλη που αγάπησε, μέσα από μια απελπισμένη, ρομαντική ιστορία αδικαίωτου έρωτα. Οπως στο «μεγάλο μυθιστόρημα» τού 19ου αιώνα, ο συγγραφέας δεν βιάζεται να προσπεράσει τις λεπτομέρειες και να διευκολύνει τον αναγνώστη να παρακολουθήσει τη «δράση», αφού εδώ το ζητούμενο είναι η αναλυτική περιγραφή όλων των αντικειμένων καθημερινής χρήσης που άγγιξαν οι πρωταγωνιστές τού παλιομοδίτικου «λάβ-στόρι» που διαδραματίζεται μεταξύ 1975 και 1985. Επιχειρείται έτσι η φετιχιστική ανασύσταση μιας ολόκληρης εποχής με τη νοσταλγία ενός αρχαιολόγου τού πρόσφατου παρελθόντος. Τίθενται διάφορα κοινωνιολογικά, εθνολογικά, θρησκευτικά και επιστημολογικά ζητήματα. Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου επιχειρείται ακόμα και μια ενημέρωση τού αναγνώστη για τις σύγχρονες θεωρίες τής επιστήμης τής μουσειολογίας.

Η ιδιαιτερότητα τής τεχνικής τού Ορχάν Παμούκ σε αυτό το μυθιστόρημά του έγκειται στο ότι η αφηγηματική φωνή που μιλάει μέχρι τη σελίδα 780 (σε σύνολο 816 σελίδων) δεν ταυτίζεται με του συγγραφέα, αλλά ανήκει σε έναν εκκεντρικό «πελάτη» που του αναθέτει να γράψει την ιστορία του μεγάλου έρωτα της ζωής του, αλλά και της ίδρυσης του μοναδικού «μουσείου της αθωότητας», όπου εκτίθενται τα αντικείμενα που άγγιξε η καλή του, ή που ήταν της ίδιας μάρκας μ' εκείνα που είχε αγγίξει η πεισματάρα Τουρκάλα καλλονή, η οποία τον παίδεψε, μέχρι που βρήκε έναν θάνατο παρόμοιο με της πριγκίπισσας Νταϊάνας. Από τη σελίδα 780 παίρνει τον λόγο ο συγγραφέας Ορχάν Παμούκ και μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, και με δοκιμιακό τρόπο, για τον πελάτη του, για το έργο που είχε αναλάβει, και για την ερευνητική δουλειά που απαιτήθηκε προκειμένου να ολοκληρωθεί αυτό το μυθιστόρημα.

Αυτή ακριβώς η πεζογραφική εμμονή του νομπελίστα συγγραφέα να διανθίζει τα ρομαντικά, παλιομοδίτικα -και κάπως μελό- στιγμιότυπα μιας απελπισμένης ερωτικής ιστορίας (που ξεπήδησε θαρρείς από τις τουρκικές κινηματογραφικές ταινίες λαϊκής κατανάλωσης, τα σίριαλ, τις σαπουνόπερες ή τα φωτορομάντζα) με δοκιμιακού ύφους κομμάτια, τα οποία χωρίζονται με αραβικούς αριθμούς, σπάει κάπως την αργόσυρτη, μονοκόμματη, μονοδιάστατη αφήγηση, αφού στο μεγαλύτερο μέρος τού ογκώδους βιβλίου δεν συμβαίνει τίποτα. Ή σχεδόν τίποτα, αφού η «δράση» μεταφέρεται από το μωσαϊκό της σύγχρονης Κωνσταντινούπολης, με τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδά της, στον εσωτερικό, υποκειμενικό, ονειρικά αγνό κόσμο του ήρωα, που επί οκτώ χρόνια τρώει με τους γονείς τής -παντρεμένης πλέον- αγάπης του, περιμένοντας υπομονετικά να κυλήσει ο χρόνος, να χωρίσει από τον σύζυγό της και να τον παντρευτεί. Σκηνές πανομοιότυπες, περιγραφές μονοδιάστατες, κινήσεις της «κάμερας» του αφηγητή, που ακόμα και οι λάτρεις των πρώτων ταινιών του Αγγελόπουλου θα έβρισκαν υπερβολικά αργόσυρτες. Μέσα όμως από αυτή την αισθητική και υφολογική επιλογή του, ο συγγραφέας «περνάει» το μήνυμα ότι η πραγματική ιστορία εγγράφεται στο μυαλό και στην ψυχή του καθενός μας, όχι με την «ακρίβεια» των σχολικών ή πανεπιστημιακών ιστορικών εγχειριδίων, αλλά με έναν απολύτως υποκειμενικό, μοναδικό και πρωτότυπο τρόπο. Ακόμα και οι δικτατορικές κυβερνήσεις, και η συνεπακόλουθη απαγόρευση της νυχτερινής κυκλοφορίας από τα στρατιωτικά καθεστώτα, ενοχλούν κι επηρεάζουν τον ήρωα μόνο στον βαθμό που συντομεύουν τις επισκέψεις του στο σπίτι της «καλής» του. Πολιτική μυωπία, μικροαστική ατομικιστική αδιαφορία για τα κοινά, εγωκεντρική καταβύθιση σε προσωπικούς, ονειρικούς παραδείσους που απομακρύνουν τον πολίτη από την ενεργό δράση και αντίδραση; Ισως. Και μπορεί ο κόσμος να καίγεται, η καλλονή να χτενίζεται, και ο ηττοπαθής μεγαλοαστός -που δεν μπόρεσε να υπερβεί τις κοινωνικές προκαταλήψεις και να την παντρευτεί- να κλέβει τα χτενάκια της (κι όχι ...μόνον) για να στήσει ένα ιδιωτικό μουσείο της ατυχούς ερωτικής ζωής του, εμείς όμως ως αναγνώστες νιώθουμε μια παράξενη οικειότητα με αυτό τον ελαφρώς γελοίο, αδέξιο, εσωστρεφή, άτολμο, «θηλυπρεπή» ή «εκφυλισμένο» -αν προτιμάτε- ανατολίτη άντρα, ο οποίος σπάει μεμιάς τα στερεότυπα για το μυστακοφόρο αρσενικό που βιάζει και δέρνει. Αυτό που καθιστά συμπαθή τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή αυτής τής μάλλον αλλόκοτης -αλλά και κοινότοπης- ιστορίας είναι η ανάγκη του να αγαπηθεί από τη γυναίκα τών ονείρων του με τη θέλησή της, ως ίσος προς ίσον, ως ανθρώπινο ον προς ένα άλλο ισότιμο ανθρώπινο ον, και όχι με την κτηνώδη βιαιότητα της σάρκας που απαιτεί την άμεση εκπλήρωση των πόθων της και την άνευ χρονοτριβής ικανοποίηση των ζωωδών αναγκών της.

Οι ανατολίτικες προκαταλήψεις περί «παρθενίας» της νύφης είναι η κινητήρια δύναμη που κάνει «την ανέμη να γυρίσει» και το «παραμύθι ν' αρχινήσει». Χωρίς αυτό το ταμπού δεν θα υπήρχε πλοκή. Οι πλούσιοι αστοί της ευρωπαϊκής «όχθης» της σύγχρονης Κωνσταντινούπολης, όσο κι αν το θέλουν, δεν μπορούν να αντιπαλέψουν και να υπερβούν επιτυχώς τις δεισιδαιμονίες, τις απαγορεύσεις που επιβάλλει όχι μόνο το «βαθύ» θρησκευτικό κράτος, αλλά και οι μακραίωνες παραδόσεις, οι ριζωμένες στα ήθη και τα έθιμα του σύγχρονου τουρκικού λαού, που παλεύει (ίσως) για μια θέση στην Ευρώπη, δεν ξεχνάει όμως ούτε στιγμή ότι «ανήκει» πολιτισμικά στην Ανατολή. Ο Ορχάν Παμούκ επιτυγχάνει να αρθρώσει πολιτικό λόγο μέσα από ένα επιφανειακώς μονοδιάστατο ερωτικό μυθιστόρημα, και πλάθοντας «ήρωες» -και «ηρωίδες»- που δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τα πολιτικά, αλλά αναζητούν προσωπικούς, ονειρικούς ή παραισθητικούς -αν προτιμάτε- παραδείσους.

Ο νομπελίστας λογοτέχνης, μιλώντας για το μέρος αντί του όλου, καταφέρνει να μας μεταδώσει την πανοραμική τοιχογραφία τής σύγχρονης πολύπαθης Τουρκίας μέσα από την πόλη που αγάπησε, την Κωνσταντινούπολη. Αυτή είναι η πραγματική ηρωίδα και το αντικείμενο τού πόθου τού συγγραφέα. Αυτή γίνεται και αγαπημένη τού Ελληνα αναγνώστη, παρά την αμήχανη, «βιαστική» και άνευ λογοτεχνικών αξιώσεων μετάφραση που διεκπεραίωσε η Στέλλα Βρετού. Στο τυπωμένο κείμενο δεν αποφεύχθηκαν σοβαρά λάθη: 1. όπως στη σελ. 21, με το ακατανόητο, για μένα: «για να μπορέσει να έρθει από το Παρίσι η Νουρτζιχάν, η φίλη τής Σιμπέλ από το λύκειο Νοτρ Νταμ ντε Σιών, αργότερα κι από το Παρίσι, ο αρραβώνας θα γινόταν στα μέσα Ιουνίου» - κάτι λείπει εδώ, και 2. στη σελ. 78: «κάπνιζε ντόπια πουράκια μάρκας Μάρμαρα» - μήπως εννοεί «Μαρμαρά»; Θα έπρεπε να υπάρχουν προσεκτικοί επιμελητές στους μεγάλους εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι αναλαμβάνουν το τολμηρό εγχείρημα να εκδώσουν στη γλώσσα μας έργα λογοτεχνών που τιμήθηκαν με το ανώτερο διεθνές βραβείο.

Σε γενικές γραμμές όμως, παρά τις όποιες δυσκολίες στη ροή αυτού τού ογκώδους πεζογραφήματος (που θα έπρεπε, νομίζω, να συντομευθεί -ή να περικοπεί- κατά τουλάχιστον 300 σελίδες), ο σύγχρονος Ελληνας αναγνώστης θα γοητευτεί από τις περιγραφές της καθημερινής ζωής στη σύγχρονη Κωνσταντινούπολη, αφού ο Ορχάν Παμούκ ξέρει πολύ καλά την τέχνη να αποκόπτει νατουραλιστικές «φέτες ζωής» και να τις «σερβίρει» με μπόλικα «σιρόπια» και «μπαχαρικά» στον αναγνώστη του. Οι διακειμενικές επιρροές και αναφορές στον «Εραστή» της Μαργκερίτ Ντιράς, στις «Τρεις αδελφές» του Αντον Τσέχοφ, στην αλληλογραφία του Φλομπέρ (συγγραφέα της «Μαντάμ Μποβαρί»), είναι ομοιογενώς «χωνεμένες» στο πεζογραφικό αυτό αμάλγαμα του νομπελίστα λογοτέχνη. Το ευρετήριο ονομάτων στο τέλος του βιβλίου -απαίτηση του μυθιστορηματικού «πελάτη»- δίνει ακόμα μία δοκιμιακή χροιά στο νοσταλγικό «Μουσείο της αθωότητας».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου