Έντυπη Έκδοση

Ενα ρεμπέτικο για τον Παπαγιαννάκη

Οι πρωτότυπες επισημάνσεις ενός πολιτικού

Περί ρεμπέτικου σήμερα ο λόγος, στη μνήμη -όσο κι αν φαίνεται περίεργο- ενός πολιτικού, του Μιχάλη Παπαγιαννάκη, που πριν από έναν χρόνο, 26 Μαρτίου 2009, έφυγε από τη ζωή, χτυπημένος από καρκίνο, στα 68 του. Ενός ανοιχτόμυαλου και αγαπητότατου πολιτικού - προσωπικότητα της ελληνικής και ευρωπαϊκής Αριστεράς, που προφανώς χαιρόταν τη ζωή.

Αυτό καταφαίνεται (και) από μια παρέμβασή του για το ρεμπέτικο, τον Μάρτιο του 2007, κατά την παρουσίαση (στον «Ιανό») του βιβλίου «Περί της λέξεως ρεμπέτικο» (εκδ. «Οδός Πανός») του Πάνου Σαββόπουλου, ο οποίος το κατέγραψε στο μαγνητόφωνό του και μου το παραχώρησε (τότε), αναζητώντας έκτοτε μια ευκαιρία να το παρουσιάσω. Το κάνω σήμερα, αντί μνημόσυνου. Πριν, λίγα βιογραφικά:

Ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης γεννήθηκε το 1941 στην Καλαμάτα. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και στο Παρίσι. Καθηγητής κι ερευνητής σε γαλλικά πανεπιστήμια. Επιστημονικές συνεργασίες στο Πάντειο και αρθογραφία στον Τύπο. Από το 1963 στην ΕΔΑ, επί χούντας στη Δημοκρατική Αμυνα, ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Αριστεράς και στη συνέχεια στον Συνασπισμό. Τρεις φορές ευρωβουλευτής και μία βουλευτής - ώς το τέλος του.

Ιδού τι είπε, μεταξύ άλλων, για το ρεμπέτικο:

Μοναδικό

«Θα αναφερθώ σε τρία στοιχεία του ρεμπέτικου:

Το πρώτο είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό και νομίζω αρκετά σπάνιο. Ρεμπέτικα ακούμε, τραγουδάμε και ενίοτε χορεύουμε - όχι εγκυκλοπαιδικά, αλλά για το κέφι μας, γιατί τη "βρίσκουμε". Ρεμπέτικα που έχουν ηλικία πενήντα και όπου να 'ναι εκατό ετών. Σας βεβαιώνω λοιπόν, και λόγω της παλιάς μου ιδιότητας ως ευρωβουλευτής, που γύριζα ανά την Ευρώπη, ότι αυτό το στοιχείο δεν υπάρχει πουθενά αλλού. Στοιχείο το οποίο θεωρώ ιδιαίτερο γιατί δένει γενιές, χρονιές, ιστορία και συνέχεια. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, πόσα γαλλικά τραγούδια προ πεντηκονταετίας, τραγούδια διάσημα και παγκόσμιες επιτυχίες, με την εμβέλεια που είχε και η γαλλική κουλτούρα, τραγουδιούνται σήμερα - πέντε; Είναι νομίζω σπανιότατα τα παραδείγματα χωρών και κοινωνιών στις οποίες οι άνθρωποι συμμετέχουν, διασκεδάζουν και το φχαριστιούνται με τα ίδια ακριβώς τραγούδια, όπως και πριν από πενήντα και εξήντα χρόνια. Και υποθέτω -είμαι περίπου βέβαιος- ότι και τα επόμενα πενήντα έτσι θα είναι.

Είναι καταπληκτικό αυτό το πράγμα και θέλει μια ειδική ανάλυση. Και μη μου πείτε ότι αυτό συμβαίνει λόγω της αξίας τους. Αξία έχουν μεγάλη και δεν το συζητάω. Αλλά το ίδιο συμβαίνει και με τα τραγούδια της Πιάφ, του Μπρασένς... Δηλαδή έχουν πολύ μεγάλη αξία, όμως δεν είναι κτήμα κοινωνικό και καθημερινό, όπως είναι στην Ελλάδα τα ρεμπέτικα. Και μάλιστα ρεμπέτικα που έχουν περισσότερο σχέση με το παρελθόν γιατί πέρασαν και τη σκοτεινή τους περίοδο, το μεσαίωνά τους, στην Ελλάδα. Το μεσαίωνα που δεν επέβαλαν αυτά, αλλά που τον υπέστησαν. Το κυνηγητό δεν έγινε μόνο από το κράτος και την Εκκλησία, αλλά και (θέλω να το πω αυτό και το θεωρώ υποχρέωσή μου...) από την Αριστερά. Εγώ σαν παιδί άκουγα φρικαλέα πράγματα για καταγώγια, δολοφόνους, χασικλήδες, αίματα που χυνόντουσαν, μαχαίρια που τρέχαν από δω κι από κει και άλλα που αποπροσανατόλιζαν γενικώς το λαϊκό κίνημα. Λες και οι ρεμπέτες ήταν... άλιενς.

Περιθώριο πολιτισμού

Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι το ρεμπέτικο είναι όντως περιθώριο, αλλά περιθώριο το οποίο μακροχρόνια παρήγαγε πολιτισμό, κουλτούρα στο σύνολό του. Είναι όμως και κοσμοπολίτικο κι αυτό εγώ το βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Από έναν κόσμο που τον θεωρούσαμε κλεισμένο στον εαυτό του, στους τεκέδες και στα υπόγεια καπηλειά, κι όλα αυτά τα κλισέ. Εκείνη την εποχή ο κοσμοπολιτισμός των ρεμπέτηδων (και χωρίς κόμπλεξ, χωρίς λιγουριές και γλειψίματα, αλλά με άνεση, ειρωνεία και χιούμορ, ακόμα κι όταν μιμούνταν) ήταν εκατό φορές συμπαθέστερος, προσιτότερος και ενδιαφέρων από τον δήθεν πολιτισμό των ηλίθιων "τανγκουδακίων" και "βαλσακίων" της δεκαετίας του πενήντα, που μας είχανε οδηγήσει στο να σιχαθούμε το τραγούδι.

Το ρεμπέτικο είναι διασκέδαση, δεν είναι αυτό που λέμε η κλασική μουσική της μέθεξης στην τέχνη. Για παράδειγμα, πάω και ακούω ένα κοντσέρτο του Μπαχ, τον οποίο θαυμάζω και λατρεύω, μαγεύομαι, μετέχω (δηλαδή συγκινούμαι), προφανώς όμως δεν γλεντάω. Και η έννοια γλεντάω είναι ύψιστης πολιτιστικής αξίας. Δεν είναι δευτερεύον πράγμα.

Το τρίτο στοιχείο είναι ότι πρόκειται ίσως για τη μόνη μορφή διασκέδασης, βιωματική και γλεντζέδικη, με το προσωπικό πετραδάκι του καθενός που τραγουδάει και χορεύει - όλες οι γενιές από πέντε έως... τετρακοσίων πέντε ετών. Χωρίς κανένα πρόβλημα, χωρίς καμιά διάκριση, χωρίς ντροπή και συστολές. Στο ρεμπέτικο υπάρχει άλλου τύπου συμμετοχή, άλλου τύπου συνεύρεση, και το βρίσκω εξαιρετικά σημαντικό». *

Ετσι & Αλλιώς

Θυμάμαι, όσες φορές έχω βρεθεί σε πρωτεύουσες του εξωτερικού, εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν η μελαγχολική και φοβιστική ερημιά στους κεντρικούς δρόμους μετά τις οχτώ το βράδυ.

Ιδού όμως, που αυτό συμβαίνει και στο ολοζώντανο ώς πρόσφατα αθηναϊκό κέντρο. Ερημιά, κατεβασμένα ρολά, στολισμένα με ακατάστατα «γκράφιτι» και συνθήματα, σπασμένα μάρμαρα (τελευταία και στο εξωτερικό του μετρό, στην Πανεπιστημίου). Δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε από τους ξένους.

***

Αρκετές οι... συνεργασίες σχετικά με το «Μνημεία και... τέρατα» του περασμένου Σαββάτου. Με έμφαση κυρίως στα ακαλαίσθητα που κοσμούν τα τελευταία χρόνια την πρωτεύουσα. Ενδεικτικά: Οι τρεις γιγάντιες φιγούρες που... σπρώχνονται στην πλατεία Κλαυθμώνος, συμβολίζοντας την Εθνική Συμφιλίωση. Το κάκιστο μπούστο της Μελίνας στην αρχή της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Ο γυάλινος «Δρομέας», απέναντι από το «Χίλτον» (αρχικά προσωρινά στην πλατεία Ομονοίας, προσωρινά-μόνιμα εκεί που... τρέχει τώρα). Τα δύο αγάλματα του Ελευθερίου Βενιζέλου έξω από τη Βουλή και στο Πάρκο Ελευθερίας- με την έννοια ότι αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία η επανάληψη αγαλμάτων, και μάλιστα σε τόσο κοντινές αποστάσεις. (Και, ας προσθέσω, επ' ευκαιρία, ότι τ' όνομα του εθνάρχη φέρουν, πλην ως γνωστόν του αεροδρομίου, και -απ' ό,τι μετράω σ' έναν οδικό οδηγό- μόνο στην Αθήνα, 9 πλατείες και 46 οδοί).

Αναφερόμενη ειδικότερα στο μνημείο το αφιερωμένο στη Βόρειο Ηπειρο, στον πεζόδρομο μεταξύ Πολυτεχνείου και Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, η φιλόλογος Ευσεβία Χασάπη σημειώνει ότι το εν λόγω έργο αποτέλεσε την αφετηρία της έμπνευσης ενός ποιήματος της Κικής Δημουλά στη συλλογή της «Το λίγο του κόσμου» (εκδ. «Νεφέλη»), που περιέχεται και στο βιβλίο «Νεοελληνική Λογοτεχνία» Γ' Ενιαίου Λυκείου, «σ' ένα άλλο επίπεδο πέρα από αυτό του εθνικού συμβολισμού του: της καταπίεσης της γυναίκας». «Νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον ο διαφορετικός τρόπος πρόσληψής του από δύο ανθρώπους, έναν καταξιωμένο χαράκτη και μια μεγάλη ποιήτρια», προσθέτει.

ΣΗΜ. «Δεν δεχόμαστε μαθήματα». Ξέρουμε.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά