Έντυπη Έκδοση

Επαθα ό,τι και ο αφηγητής στον «Μοσκώβ Σελήμ»

Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή;

Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Βιβλία όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν παραδοθούν στον συστηματικό και στον απλό αναγνώστη - βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

Κώστας Ακρίβος

Ποιος θυμάται τον Αλφόνς

μυθιστόρημα, εκδόσεις Κέδρος

Περιπέτεια σε σκοτεινό δάσος η γραφή, παρά εκδρομή στο ξέφωτο. Λίγες φορές καταλήγεις εκεί όπου ήταν κανονισμένο από την αρχή, πολλά τα ξαφνιάσματα που έχεις καθ' οδόν, συναντήσεις με πρόσωπα που δεν ήταν στον πρώτο σχεδιασμό, γεννητούρια νέων πλασμάτων, εκπλήξεις και διαψεύσεις, ξεστρατίσματα - τα πιο πολλά καλοδεχούμενα. Αυτό το λοξοδρόμισμα είναι ίσως και το μοναδικό κριτήριο ότι προχωρείς καλά. Πως, όσο κι αν βγεις έξω από τη ρότα σου, θα το βρεις τελικά το λιμάνι. Ή το απάγκιο σου.

Ενα προσωπικό παράδειγμα. Πριν από τέσσερα χρόνια έπεσε στα χέρια μου το δημοσίευμα μιας εφημερίδας, που έκανε λόγο για έναν «ξεχωριστό και παράξενο άνθρωπο». Πιο συγκεκριμένα, για κάποιον Αυστριακό που η ζωή του δεν ήταν σαν μυθιστόρημα· ήταν από μόνη της μυθιστόρημα. Γιατί μια τέτοια σύγκλιση απιθανοτήτων, σπανιότητας, δωρεών της τύχης και ξεχωριστών στιγμών σ' έναν και μόνο άνθρωπο, μονάχα στα μυθιστορήματα έχουμε συνηθίσει να συναντάμε. Και ο βίος του Αλφόνς Χοχάουζερ από την αρχή ώς το τέλος μοιάζει με σύνοδο μυθιστορηματικών πλανητών: Δεκάξι χρονώ (1922) εγκαταλείπει το σπίτι του στις Αλπεις και ταξιδεύει στη Μεσόγειο, για να καταλήξει στο Πήλιο, όπου θα περάσει τη ζωή του κάνοντας όλα τα επαγγέλματα της στεριάς και της θάλασσας. Τα επόμενα χρόνια είναι ο επικεφαλής στην ομάδα των ψαράδων (αρχαιοκάπηλοι;) που θα ανακαλύψουν στο ακρωτήρι Αρτεμίσιο το άγαλμα του Ποσειδώνα. Μετά, στην Κατοχή τον κατηγορούν για ναζί, αν και όλα τα ντοκουμέντα και οι μαρτυρίες αποδεικνύουν το αντίθετο. Στη συνέχεια και για δώδεκα χρόνια (1956-1968) νοικιάζει ένα μοναστήρι στο νησί Παλαιό Τρίκερι, που το κάνει ξενώνα και που η φήμη του ταξιδεύει σε ολόκληρο τον κόσμο (δύο φορές φιλοξενήθηκε η Γκρέτα Γκάρμπο...). Κοντολογίς, ο Αλφόνς Χοχάουζερ ζει μια τέτοια ζωή που τη ζηλεύουν όλοι, άντρες και γυναίκες - μαζί και ο Χάρος: αυτόν τον άνθρωπο της Φύσης και πρωτοπόρο οικολόγο τον χτύπησε η κακιά αρρώστια. Οπως ήθελε να είναι νικητής στη ζωή, έτσι πήρε την απόφαση να νικήσει και τον θάνατο. Οχι με θεραπείες και νοσοκομεία, όχι με το φάρμακο της απατηλής αισιοδοξίας, όχι αυτοχειριαζόμενος. Τον Ιανουάριο του 1981, σ' έναν από τους βαρύτερους χειμώνες στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας, ο Αλφόνς ξεκινάει και ανεβαίνει σε μια κορυφή του Πηλίου κι εκεί αφήνεται να παγώσει μες στο χιόνι. Ετσι γράφεται ο επίλογος της ζωής του και γίνεται η περίφημη έξοδος, που οι ντόπιοι τη διηγούνται ακόμα και σήμερα σαν παραμύθι.

Με τη ζωή λοιπόν και τον θάνατο του Αλφόνς παιδευόμουν για πολύ καιρό, γλυκά και ηδονικά, θέλοντας να την περάσω στο χαρτί. Δεν χρειαζόταν δα και κάνας μεγάλος κόπος· από μόνη της ήταν ένα έτοιμο μυθιστόρημα.

Είχαν περάσει γύρω στα τρία χρόνια από τη μέρα που πρωτοασχολήθηκα μ' αυτό το θέμα (2006), όταν άρχισα να καταλαβαίνω πως τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα όσο νόμιζα στην αρχή. Η κοσμοθεωρία και τα έργα του Αλφόνς έβλεπα να με επηρεάζουν σε προσωπικό επίπεδο. Οχι παραδειγματίζοντας ή υποδειγματίζοντας αντίστοιχες δικές μου πράξεις. Κάτι άλλο συνέβαινε, που όμως δεν είχα όνομα να του δώσω. Με λίγα λόγια έπαθα ό,τι και ο αφηγητής στον «Μοσκώβ Σελήμ» του Βιζυηνού: «Αλλά τι έχει λοιπόν αυτός ο παράξενος Τούρκος, και μου επήρε τον ύπνο; και μου εχάλασε την ησυχίαν;». Τα ίδια κι εγώ. Μα θα πει κανείς, είναι δυνατόν ένας ξένος, ένας άνθρωπος που πια δεν ζει, ένα χάρτινο πρόσωπο να επηρεάζει τη ζωή σου; Για να βρω απάντηση δοκίμασα δύο τρόπους: ή να μείνω αποκλειστικά και μόνο στη μυθιστορηματική εξιστόρηση της ζωής του Αλφόνς ή να το βάλω στα πόδια, αφήνοντας το χειρόγραφο στη μέση (δεν θα 'ταν ούτε το πρώτο ούτε, ελπίζω, το τελευταίο). Απέτυχαν και οι δύο. Γι' άλλη μια φορά διαπίστωσα ότι είμαστε τα πιόνια του «μάγου λόγου»· αυτός μας κινεί πάνω στη σκακιέρα και, κατά μία άποψη, σώζει την παρτίδα. Ετσι λοιπόν, ενώ τα δύο πρώτα μέρη του βιβλίου είναι η ημερολογιακή καταγραφή της ζωής του και η παράθεση των κάθε λογής ντοκουμέντων, το τρίτο μέρος έχει να κάνει με τον δεσμό που ανέπτυξα με τον Αλφόνς. Πόσο βαθιά μπήκε στη ζωή μου, πόσο την ανέτρεψε, τι νόημα έδωσε στις εμμονές, στις φοβίες μου, στα όποια όνειρα τολμώ ακόμα.

Τώρα που έχω τελειώσει (;) με τον Αλφόνς και σε λίγο θα ανήκει στις αναγνωστικές ορέξεις άλλων, ένα μπορώ να πω με σιγουριά: αισθάνομαι σαν να βρήκα ύστερα από χρόνια κάποιο συγγενή πρώτου βαθμού και, προτού προλάβω να τον χαρώ, τον έχασα. Κυριολεκτώ.

Χορός φαντασμάτων

Σάββας Μιχαήλ

ΓΚΟΛΕΜ ή Περί υποκειμένου και άλλων φαντασμάτων

Δοκίμια, εκδόσεις Αγρα

Ουδέποτε νοεί άνευ φαντάσματος η ψυχή, έλεγε ο Αριστοτέλης. Τα φαντάσματα, για τα οποία μιλάει ο Σταγιρίτης, προπαντός όπως τα στοχάστηκαν ξανά ο Αβερρόης και οι άλλοι Αραβες κι Εβραίοι φιλόσοφοι του Μεσαίωνα, δεν είναι αυθαίρετες μυθικές κατασκευές ούτε απλώς οι εικόνες από την αισθητηριακή επαφή με την υλική πραγματικότητα. Ενεργοποιείται μέσα τους το δυναμικό της αισθητηριακής-ιστορικής εμπειρίας του ανθρώπου, από το οποίο θα αντλήσει τις αφαιρέσεις του ο νους. Χωρίς τη φαντασία και τα φαντάσματά της είναι αδύνατο να αναδειχθεί αυτό το δυναμικό, οι ίδιες οι δυνατότητες από την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τον κόσμο μέσω της εργασίας, τον κοινωνικό «μεταβολισμό» του, κατά την έκφραση του Μαρξ.

Μέσα στην ίδια την κοινωνική εργασία ενυπάρχει μια «ουτοπική λειτουργία» (Ερνστ Μπλοχ), η ώθηση για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων που φέρνει στο φως, για την αναζήτηση και τον οραματισμό αυτού που δεν υπάρχει ακόμα παρά μόνον εν δυνάμει. Είναι χάρη σ' αυτή την ουτοπική λειτουργία που ο άνθρωπος αναδύεται πρωταρχικά σαν Homo Poeticus και έτσι σαν Homo sapiens.

Το φάντασμα, από αυτή τη σκοπιά, γίνεται ταυτόσημο με ό,τι ο Μπλοχ ονόμαζε ένα όνειρο προς τα εμπρός, ένα στοχαστικό όνειρο-ευχή (denkende Wunschtraum).

Ενα φάντασμα πλανιέται χιλιάδες χρόνια στη φαντασία των Εβραίων, από την αβρααμική Χαρράν της Μεσοποταμίας έως το γκέτο της Πράγας, από την Καταστροφή του Ναού στη νέα Καταστροφή, τη Σοά των ναζιστικών στρατοπέδων εξόντωσης. Το όνομα που του δόθηκε: Γκόλεμ. Προέρχεται από μια λέξη που συναντιέται άπαξ στη Βίβλο, στον Ψαλμό 139, και σημαίνει το «ακατέργαστο», το ανθρώπινο πρόπλασμα. Αναφέρεται στο πανάρχαιο και πάντα ζωντανό προμηθεϊκό όνειρο του ανθρώπου να φτιάξει έναν τεχνητό άνθρωπο, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή του.

Στην παράδοση των Εβραίων το όνειρο αυτό βυθίζεται στις απαρχές του αβρααμικού μονοθεϊσμού, αποκτά μορφή στο Ταλμούδ στην όψιμη αρχαιότητα και μεταμορφώνεται ποικιλόμορφα στη διάρκεια των αιώνων, από τα καββαλιστικά κείμενα του Μεσαίωνα και τους θρύλους των γκέτο της νεωτερικότητας έως τη μοντέρνα τέχνη, την όπερα, τις ταινίες του γερμανικού εξπρεσιονισμού και τους υπερήρωες των κόμικς.

Η κατασκευή ενός τεχνητού ανθρώπου, του Γκόλεμ, στην εβραϊκή παράδοση δεν θεωρείται μαγεία αλλά μίμηση της πράξης δημιουργίας του Αδάμ από τον Θεό, imitatio Dei- ή, στη βιβλική γλώσσα, ένα Κιντούς Α-Σεμ, αγιασμός του Ονόματος.

Είναι μια επιστροφή στις απαρχές της Δημιουργίας, στα μυστήρια της γένεσης του Σύμπαντος, για να δοθεί μια απάντηση στο αίνιγμα της Ιστορίας και των συμφορών της και προπαντός στο μυστήριο των εσχάτων της. Πώς θα δοθεί τέλος στην Ιστορία των ανθρωπίνων βασάνων; Πώς οι αποκλεισμένοι, οι καταδιωγμένοι σε όλες τις κοινωνίες, η νεκρή σκόνη και το απόρριμμα των πάντων μπορεί να μεταμορφωθούν, με χαραγμένο πάνω τους το Ονομα της αλήθειας, σε υποκείμενο χειραφέτησης και αλλαγής του κόσμου; Ολος ο θρύλος του Γκόλεμ αρχίζει και συμπυκνώνεται με τη φράση του Ταλμούδ:

Ο Ραβά είπε: «Εάν οι Δίκαιοι το επιθυμήσουν μπορούν να δημιουργήσουνε έναν κόσμο». Γιατί έχει γραφτεί: «Μόνο τα αμαρτήματά σας διαχωρίζουν τον Θεό από εσάς». Ο Ραβά δημιούργησε έναν άνθρωπο.

Το αρχικό δοκίμιο του βιβλίου Γκόλεμ ή Περί υποκειμένου και άλλων φαντασμάτων προσεγγίζει τον εβραϊκό θρύλο, στις πολλαπλές του μεταμορφώσεις, σαν φιλοσοφική αλληγορία της αντιφατικής ανάδυσης του υποκειμένου της καθολικής ανθρώπινης χειραφέτησης.

Στη συνέχεια, η προβληματική αυτή έρχεται σε διάλογο με την κρίση του ανθρώπινου υποκειμένου στους Μοντέρνους Καιρούς και με τα φαντάσματα που τη συνοδεύουν στο έργο των κορυφαίων, πρώτα πρώτα του Χέλντερλιν και του Κάφκα, του Χέγκελ και του Μαρξ, του Φρόυντ και του Λακάν, αλλά και νεότερων πρωτοπόρων της τέχνης, όπως του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, των εικαστικών Stephen Αντωνάκου και Γιώργου Χατζημιχάλη, του κινηματογραφικού δημιουργού Κώστα Σφήκα.

Ο χορός αυτός των φαντασμάτων δεν μπορεί παρά να οδηγεί και να καταλήγει, όπως και στο τελικό κείμενο του βιβλίου, στο τριπλό φάσμα της Γυναίκας: στην ορφική Ευρυδίκη, τη δαντική Βεατρίκη, τη Σουλαμίτ του Ασματος των Ασμάτων.

Λέγεται ότι στην αραβική αλ Ανταλούς ο εβραίος ποιητής και μέγας φιλόσοφος Σλομό ιμπν Γκαμπιρόλ, ο Αβικεμπρών των Λατίνων του Μεσαίωνα, είχε φτιάξει κι αυτός ένα Γκόλεμ που, σπάζοντας την ανδροκρατική παράδοση, ήταν Γυναίκα. Μήπως αυτό εννοούσε η ταλμουδική ρήση, ότι εάν οι Δίκαιοι το επιθυμούν, μπορούν να φτιάξουν έναν ολόκληρο κόσμο;

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Στη στήλη
Τυπωθήτω