Έντυπη Έκδοση

29 ΧΡΟΝΙΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΙΒΛΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. 28 ΜΑΪΟΥ-13 ΙΟΥΝΙΟΥ

Παραβάτης-αποστάτης ή υψιπέτης;

Ιουλιανός

Εγκωμιαστικοί λόγοι

εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια: Θεόδωρος Γ. Μαυρόπουλος, πρόλογος: Βασίλης Κατσαρός

εκδόσεις Ζήτρος, σ. 808

Ο Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός (331-363 μ.Χ.), κατά τον W. Kranz, αποτελεί μια «μορφή αινιγματική, που η φύση της και η μοίρα της τραβούν με ίση δύναμη και τον ιστορικό και τον ερευνητή της θρησκείας και τον ποιητή». Είναι μια από τις πιο γνωστές περιπτώσεις ιστορικών προσωπικοτήτων, για τις οποίες οι μεταγενέστεροι χωρίζονται σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα, καθώς αποτελούν «σημείον αντιλεγόμενον». Μάλιστα, ο μετεωρισμός που χαρακτηρίζει το φαινόμενο «Ιουλιανός» είναι πολύμορφος, καθώς: α) ως πρωταγωνιστή του ιστορικού γίγνεσθαι (αυτοκράτωρ Ρωμαίων) ερίζουν, για την ένταξή του στις σελίδες τους, η ρωμαϊκή και η βυζαντινή Ιστορία, αφού στα εγχειρίδια της πρώτης τον βρίσκουμε στις τελευταίες σελίδες και στα αντίστοιχα της δεύτερης, στα πρώτα κεφάλαια (μετά τον θείο του τον Κωνσταντίνο τον Μέγα και πριν από τον Θεοδόσιο τον Α')· β) ως συγγραφέα τον συναντούμε τόσο σε όλες τις ιστορίες της αρχαίας ελληνικής όσο όμως και στις σελίδες της βυζαντινής λογοτεχνίας, και γ) στην ιστορία των ιδεών και ειδικότερα των θρησκευτικών αντιλήψεων βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγκρουσης ανάμεσα στον χριστιανισμό και στις αρχαίες θρησκείες (προπάντων στην ελληνική ειδωλολατρία και στις μυστηριακές θρησκείες ασιατικής προέλευσης), αφού, χριστιανός αρχικά, επιδίωξε με ζήλο την αναβίωση μη χριστιανικών αντιλήψεων.

Ακριβώς αυτός ο τελευταίος μετεωρισμός του βρίσκεται στις ρίζες των απαξιωτικών χαρακτηρισμών με τους οποίους μας είναι γνωστότερος: «παραβάτης» ή «αποστάτης». Αυτοί οι συνώνυμοι αρνητικοί χαρακτηρισμοί, με τους οποίους μας τον συνέστησε η εγκύκλιος παιδεία μας, αποδείχτηκαν εξόχως ανθεκτικοί στον χρόνο, ιδιαίτερα επιτυχημένοι επικοινωνιακά, κατά τρόπο που να μην αφήνονται περιθώρια για την πιθανότητα προβολής οποιουδήποτε άλλου χαρακτηριστικού τού βραχύβιου αυτοκράτορα.

Ετσι, λίγες μόλις δεκαετίες μετά τον θάνατό του, ξεκίνησε με τους λόγους-αναθέματα του Γρηγορίου Ναζιανζηνού η αρνητική για τον Ιουλιανό σειρά αφηγήσεων και λιβέλων, που η πλούσια συγκομιδή τους στο Βυζάντιο είχε την επίσης πλούσια συνέχειά της στον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο, που εκδηλώνεται ήδη από τον 10ο μ.Χ. αιώνα, με τον Η. von Ganderschen· ακολουθεί ο «Der hochferting Kaiser» του Η. Sache και κατόπιν με θεατρικά έργα, επικά ποιήματα, μυθιστορήματα, τις μπαλάντες του F. Dahn, στα οποία εμφανίζεται ο Ιουλιανός ως κακός ή, στις αντικειμενικότερες εκδοχές, ως τραγική μορφή. Αυτήν την παραδοσιακή αρνητική εικόνα του Ιουλιανού αντιστρατεύεται, στα νεότερα χρόνια, η θετική παρουσίαση της προσωπικότητάς του, που ξεκινά κυρίως με τον Βολταίρο, για να συνεχιστεί με τον «Hymne to Prosepine» του Ολ. Τ. Σουίνμπερν (1866) και κορυφώνεται με το τεράστιας έκτασης (δέκα πράξεις!) δράμα του Ιψεν «Kejser og Galilaier» («Ο αυτοκράτωρ και ο Γαλιλαίος», 1873). Αλλά και στη νεότερη Ελλάδα, που κληρονόμησε την παράδοση του αποστάτη που απέτυχε οικτρά και υποχρεώθηκε να παραδεχτεί την ήττα του με το «Νενίκηκάς με, Ναζωρα~ιε», η συναρπαστική, πολυσήμαντη προσωπικότητά του ενέπνευσε στον Νίκο Καζαντζάκη το θεατρικό «Ιουλιανός ο παραβάτης» (1956), όπου ο Ιουλιανός εμφανίζεται σαν καζαντζακικός ήρωας, που «δεν ελπίζει, δεν φοβάται τίποτε, είναι ελεύθερος». Είναι κι αυτός μια «μεγάλη, απελπισμένη ψυχή, που παλεύει με όλα και όλους, για να αναδυθεί από τον βούρκο της μετριότητας και να γίνει υψιπέτης»· αλλά «αγέρας, γης, φωτιά, νερό, θεοί» τον ρίχνουν κάτω και τον συντρίβουν, με μόνη δικαίωσή του το «αφ' υψηλά όμως έπεσεν».

Ομως το πόσο η προσωπικότητα του γκρεμισμένου στον Καιάδα της απαξίωσης, όπως τον γνωρίσαμε στα χρόνια της εγκύκλιας παιδείας μας, Ιουλιανού είναι συναρπαστική και παρουσιάζει διαχρονικά όψεις που μπορούν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του σύγχρονου ανθρώπου, το έδειξε η καβαφική ποίηση, που τον έφερε στην επικαιρότητα για τους αναγνώστες της, που αριθμούνται πια σε εκατοντάδες χιλιάδες σ' όλο τον κόσμο. Κανένα ιστορικό πρόσωπο δεν απασχόλησε τη σκέψη του Αλεξανδρινού όσο ο Ιουλιανός, κάτι που άφησε να το ψυχανεμιστούμε ο Β. Κατσαρός στον πρόλογό του στο βιβλίο (βλ. και στο αφιέρωμα της «Οδού Πανός» στον Καβάφη, τχ. 147 του 2010, σσ. 42-44 του άρθρου του Δ. Στεργιούλα). Αρκεί να παραθέσουμε τους τίτλους των γνωστών ποιημάτων: «Ο Ιουλιανός ορών ολιγωρίαν»· «Ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία»· «Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς», «Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών»· «Ουκ έγνως» και «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας» (το τελευταίο ολοκληρωμένο ποίημα του Καβάφη, γραμμένο λίγο πριν από τον θάνατό του). Σ' αυτά μπορούμε να προσθέσουμε όσα δεν περιλαμβάνονται στις κλασικές εκδόσεις των ποιημάτων του Καβάφη: το πρωιμότερο (1896): «Ο Ιουλιανός εν τοις Μυστηρίος», που ανήκει στα «κρυμμένα» ποιήματα, αλλά (βλ. R. Lavagnini, Ατελή Ποιήματα, 1918-1932, Αθήνα, 1994) και πέντε από τα «ημιτελή». Ούτε λίγο ούτε πολύ, δώδεκα φορές η ποιητική σκέψη του Καβάφη αφιερώθηκε στα λόγια και στις πράξεις του Ιουλιανού. Και αυτή η προνομιακή θέση που επιφύλαξε για τον Ιουλιανό ο Καβάφης δεν φαίνεται καθόλου να οφείλεται σε επιπόλαιη επιλογή, αλλά δικαιώνεται με αναμφισβήτητα δεδομένα, όπως η εντυπωσιακή δραστηριότητα του ήρωά του σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, στην οργάνωση και διοίκηση της αυτοκρατορίας, σε θέματα θρησκείας αλλά και γενικότερα πνευματικού χαρακτήρα και σε συγγραφή έργων που ανήκουν σε ποικίλα λογοτεχνικά είδη. Και όλα αυτά συντελέστηκαν από μια ανθρώπινη ύπαρξη που της δόθηκε ελάχιστη διάρκεια ζωής: πέθανε στα 32 του χρόνια, δεν έφτασε ούτε στα 33, στα οποία έφτασαν οι απόλυτοι πρωταγωνιστές της Ιστορίας, ο Ιησούς και ο Αλέξανδρας ο Μέγας. Κατά την εξαίρετη ερευνήτρια της προσωπικότητας του Ιουλιανού, την Πολύμνια Αθανασιάδη-Fowden, υπήρξε «μία από τις πιο προικισμένες, ευγενικές και αξιολάτρευτες μορφές της παγκόσμιας Ιστορίας», στην οποία «η έξοχη ανδρεία συνδυάζεται με απροσποίητο ανθρωπισμό».

Ομως, όπως ήδη έχουμε σημειώσει, στην περίπτωση του Ιουλιανού ως «σημείου αντιλεγομένου», ιδιαίτερα στον τόπο μας, είναι πραγματικότητα η για τους γνωστούς λόγους επικράτηση της αρνητικής εικόνας, που ξεκίνησε από τη γραπτή του Ναζιανζηνού. Και αυτός είναι ο λόγος, όπως δηλώνεται στο εισαγωγικό σημείωμα (σ. 31: «Η ιστορική αυτή αδικία υπήρξε το κινητρό μου να μεταφράσω, να σχολιάσω και να αναλύσω τον συγγραφέα Ιουλιανό»), που ο παλαίμαχος δόκιμος φιλόλογος Θεόδωρος Γ. Μαυρόπουλος παρακινήθηκε να επιχειρήσει την έκδοση των σωζόμενων έργων του Ιουλιανού στο σύνολό τους. Και μάλιστα, σε αντίθεση με τον εκπληκτικό αριθμό των κειμένων που μετέφρασε - όπως δείχνουν οι κατάλογοι των εκδόσεων Ζήτρος - από τον Ομηρο ώς τον Πτωχοπρόδρομο, που αποτελούν τον αμητό από τον μόχθο περασμένων δεκαετιών, στη στιγμή του βίου του κατά την οποία, όπως γράφει, «εξάντλησα τα πυρομαχικά μου, με την έναρξη της ένατης δεκαετίας μου cλο―― aπί γήραος οeδ――», ξεκινά τώρα τη σχετική με τον Ιουλιανό συγγραφή του. Και ήδη μας δίνει τον πρώτο ογκώδη τόμο, στη σειρά «Βυζαντινοί συγγραφείς» των εκδόσεων Ζήτρος (που διευθύνει ο καθηγητής Β. Κατσαρός και ήδη πλησιάζει τον σημαντικό αριθμό των 20 τίτλων) και προαγγέλλει ότι συγγράφονται οι επόμενοι δύο τόμοι.

Η σημασία της έκδοσης είναι πρόδηλη, αφού στα έργα του Ιουλιανού καθρεφτίζεται η μεταβατική του εποχή και συμβάλλουν στην καλύτερη γνωριμία της προβληματικής και τραγικής μορφής του. Εμπεριέχουν τους προβληματισμούς και την ακράδαντη πεποίθησή του ότι τον είχε επιλέξει ο Θεός, για να θέσει τέρμα στην παρακμή της ανθρωπότητας, με όργανο την αναβίωση της ελληνικής παιδείας και θρησκείας, με την επιβολή μιας ιδιότυπης «ελληνικής» Εκκλησίας, καθώς θεωρεί ότι ο θρίαμβος του Χριστιανισμού και η υποβάθμιση των κλασικών σπουδών ήταν ποσά ευθέως ανάλογα. Συνέλαβε ένα μεγαλόπρεπο όραμα, που αγκάλιαζε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου της αυτοκρατορίας, της οποίας τη διαχείριση ο Ιουλιανός θα ανέθετε σε δικής του επιλογής αυτοκρατορικό-φιλοσοφικό ιερατείο.

Θα ήταν, πιστεύω, χρήσιμο, όπως συνηθίσαμε να βλέπουμε σε παρόμοιες εκδόσεις (πολύτομα Opera omnia), στην αρχή αυτού του πρώτου τόμου να υπάρχει σημείωμα, με το οποίο θα κατατοπιζόταν ο αναγνώστης για τον συνολικό σχεδιασμό, δηλαδή ποια ακριβώς έργα του Ιουλιανού θα περιέχει ο καθένας από τους τρεις τόμους. Τώρα, στον τόμο μας προτάσσεται περιεκτικό προλογικό σημείωμα του καθηγητή Β. Κατσαρού (σσ. 11-16). Ακολουθούν τα «Εισαγωγικά στον Ιουλιανό» (σσ. 17-150). Η μεγάλη έκτασή τους δίνει την εντύπωση ότι θα έχουμε μια εξαντλητική έκθεση των όσων αφορούν τον βίο και το συγγραφικό έργο του «Παραβάτη», όμως ουσιαστικά δεν αποδεικνύεται επαρκής. Εξηγούμαστε: Τα «Εισαγωγικά» ξεκινούν, όπως συνηθίζεται, με το πρώτο κεφάλαιό τους, τα κατατοπιστικά «Βιογραφικά» (στ. 17-32)· αλλά, ενώ στις περιπτώσεις που παρατίθεται εισαγωγή στο έργο του συγγραφέα, μας ενδιαφέρουν περισσότερο το «Εργογραφικά» (εδώ ως δεύτερο κεφάλαιο, στ. 33-34), ήδη ο περιορισμός τους σε δύο μόνο σελίδες αρκεί για να φανεί ότι δεν μας προσφέρεται το εμπεριστατωμένο μελέτημα, που θ' ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του τίτλου του κεφαλαίου. Αντί αυτού ο Μαυρόπουλος παραθέτει δυο κεφάλαια: το τρίτο («Η Δεύτερη Σοφιστική - Αναφορά στην Πρώτη Σοφιστική», σσ. 35-38) και το πολυσέλιδο τέταρτο (σσ. 38-66 και 66-150, που αναφέρονται, αντίστοιχα, στους εκπροσώπους των δύο Σοφιστικών). Δεν είναι πολλές 115 σελίδες για τον περιορισμένο και μόνο έμμεσα συνδεόμενο με το εκδιδόμενο έργο στόχο: να γίνουν γνωστοί οι απώτεροι και οι αμεσότεροι «δάσκαλοι» του Ιουλιανού, παραπέμποντας τον αναγνώστη να κατατοπιστεί για τα έργα του στο «ιδιαίτερο για το καθένα προεισαγωγικό σημείωμα»; Λοιπόν αφού στις σσ. 34-38 προσδιορίζεται η σημασία της λέξης «σοφιστής», δίνονται αποσπάσματα από το πολύτιμο έργο του Φιλοστράτου «Βίοι Σοφιστών», τόσο το αρχαιοελληνικό κείμενο όσο και η νεοελληνική μετάφρασή του. Δεν αμφισβητούμε με κανέναν τρόπο τη σημαντική αυτή κατάθεση του Φιλοστράτου και συνεπώς τη χρησιμότητα της προσφοράς του στο ευρύτερο νεοελληνικό αναγνωστικό κοινό, φρονούμε όμως ότι δεοντολογικά θα ήταν ορθότερο να δοθεί σε αυτόνομη έκδοση το σύνολο των δύο βιβλίων των «Βίων Σοφιστών», με το πρόσθετο επιχείρημα ότι η παράθεσή τους εδώ καθιστά εξαιρετικά ογκώδη τον πρώτο αυτόν τόμο. Θα προτιμούσαμε λοιπόν, μετά τα «Βιογραφικά», να είχαμε εκτενέστερα «Εργογραφικά», μια παράγραφος των οποίων θα έκανε λόγο για τις οφειλές του Ιουλιανού στους «δασκάλους» του.

Με τον γενικό τίτλο «Εγκωμιαστικοί λόγοι» περνάμε στο κύριο μέρος του βιβλίου, που περιέχει πέντε έργα του Ιουλιανού: Ι. \Εγκώμιον ε―ς τόν αeτοκράτορα Κωνστάντιον (σσ. 151-317), λόγος που βέβαια εντάσσεται στην παράδοση του είδους, στην κολακευτική έκθεση του βίου και της πολιτείας του εγκωμιαζομένου, εδώ του γιου του Κωνσταντίνου του Μεγάλου και εξαδέλφου του Ιουλιανού. Ο αναγνώστης με τα «Βιογραφικά» που προτάχτηκαν, αντιλαμβάνεται την τραγικότητα της περίπτωσης, αφού ο Ιουλιανός, για να σώσει την απειλούμενη από τον Κωνστάντιο ζωή του, εγκωμιάζει τον φονέα του πατέρα του και του πρεσβύτερου αδελφού του! Το έργο έχει γραφεί κατά την παραμονή του Ιουλιανού (λίγο πριν από το 360 μ.Χ.) στη Λουτεκία (Lutetia Parisiorum, γαλλικά Lutece)· μπορεί λοιπόν να υποστηριχτεί ότι το έργο αυτό του Ιουλιανού είναι το πρώτο που γράφτηκε στο Παρίσι, άρα ο συγγραφέας του εγκαινίασε ως πόλη συγγραφέων αυτή στην οποία, κατά πάσα πιθανότητα, γράφηκαν τα περισσότερα βιβλία απ' όσα σε οποιαδήποτε άλλη πόλη. Για τα ένδοξα Παρίσια του 4ου μ.Χ. αιώνα, εύθυμα και φιλότεχνα από εκείνη την εποχή, θα έχουμε τη ζωηρή περιγραφή στον τόμο που θα περιέχει τον «Μισοπώγωνα». ΙΙ. Περί τ―ν τοU αeτοκράτορος πράξεων ― Περί βασιλείας (σσ. 318-512). Οπως δηλώνει και ο τίτλος, το εγκώμιον υπηρητεί ταυτόχρονα δυο σκοπούς: α) να εξυμνήσει τον Κωνστάντιο, όπως και το προηγούμενο έργο, ακολουθώντας τις συνταγές της ρητορικής και β) να εκθέσει την πολιτική του θεωρία, που ανάγεται στην πλατωνική σύλληψη του ηγεμόνα-φιλοσόφου και προαναγγέλλει την «πεφωτισμένη δεσποτεία» των νεότερων χρόνων. ΙΙΙ. Eeσεβίας τΕς βασιλίδος aγκώμιον (σσ. 513-620), που δεν φαίνεται η συγγραφή του να αποτέλεσε για τον συγγραφέα του παρόμοια δοκιμασία με εκείνη τού \Εγκωμίου ε―ς τόν αeτοκράτορα Κωνστάντιον, εφόσον τα όσα γνωρίζουμε για τις σωτήριες υπέρ του Ιουλιανού παρεμβάσεις της Ευσεβίας, συζύγου τού Κωνστάντιου, πείθουν ότι με αυτές αποσοβήθηκε το φριχτό τέλος που βρήκαν ο πατέρας και ο αδερφός του. IV. Ε―ς τόν βασιλέα ―Ηλιον, πρός Σαλούστιον (στ. 621-719). Εργο-ύμνος στον θεοποιημένο βασιλιά Ηλιο, που ο Ιουλιανός το αφιερώνει στον Σαλούστιο. Το ενδιαφέρον του έγκειται στο ότι μας βοηθά να προσεγγίσουμε τη φιλοσοφική σκέψη του Ιουλιανού, όπως και τις θρησκευτικές του αντιλήψεις. V. Ε―ς τήν μητέρα τ―ν θε―ν(σσ. 720-800), αφιερωμένο στη Μεγάλη Μητέρα, τη φρυγική θεότητα Κυβέλη, τη συνδεδεμένη με τον ηλιακό θεό Μίθρα, αλλά και με τον Αττη, του οποίου υπήρξε ερωμένη (μάλιστα ο Αττης κατέχει πρωτεύουσα θέση στο εγκώμιο αυτό). Στο έργο αυτό, όπως και στο Ε―ς τόν βασιλέα ―Ηλιον, αποτυπώνεται πειστικά ο συγκρητισμός που επινόησε ο Ιουλιανός της αρχαιοελληνικής θρησκείας και φιλοσοφίας (νεοπλατωνισμός) με τις μυστηριακές θρησκείες της Ανατολής.

Στην παρουσίαση και των πέντε αυτών «εγκωμιαστικών λόγων» ο Θ. Μαυρόπουλος ακολουθεί με συνέπεια την ίδια διάρθρωση: προτάσσει μια συνοπτική κατατοπιστική «Εισαγωγή» και κατόπιν παραθέτει το αρχαιοελληνικό κείμενο (χωρίς όμως να δηλώνει ποια έκδοση ακολουθεί) και τη νεοελληνική μετάφραση, η οποία αποτελεί και την κύρια προσφορά του: κατά κανόνα πιστή στο πρωτότυπο μεταφορά της φράσης του Ιουλιανού στον σύγχρονο αναγνώστη, στον οποίο δεν δημιουργεί προβλήματα για την άνετη κατανόηση του περιεχομένου των έργων, σε δόκιμο δημοτικό λόγο. Επιτάσσονται «Σχόλια» που παρέχουν ποικίλη πληροφόρηση για τα καθέκαστα του εγκωμίου. Πρέπει να σημειώσουμε όμως ότι τα σχόλια έχουν συνήθως πολύ μεγαλύτερη έκταση απ' ό,τι θ' απαιτούσε η πλήρης κατανόηση του κειμένου· σχολιάζονται διεξοδικά στοιχεία για τα οποία θα αρκούσε μια ολιγόλογη υπόμνηση· αυτή η περίσσεια λόγου επιδεινώνεται με την επανάληψη των ίδιων πληροφοριών σε σχόλια των υπόλοιπων εγκωμίων, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ενοχλητικά ο όγκος του ήδη πολυσέλιδου τόμου. Και μία λεπτομέρεια, που εντυπωσιάζει: γιατί επανειλημμένως ο συγγραφέας, αντί του γνωστότατου προσώπου «Αλέξανδρος ο Μέγας», επιμένει να το αναφέρει με το λιγότερο γνωστό «Αλέξανδρος ο Γ'»; Η παρουσίαση του καθενός από τα πέντε εγκώμια κλείνει με σύντομα «Επιλεγόμενα», όπου παρέχονται γενικότερες πληροφορίες και σχολιάζεται ποικιλότροπα το περιεχόμενο του καθενός. Στο τέλος του βιβλίου (σσ. 801-808) παρατίθεται «Επιλογή βιβλιογραφίας», ολοκληρωτικά ξενόγλωσση. Νομίζω ότι για το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνεται κυρίως η έκδοση, θα ήταν απείρως χρησιμότερη η αναφορά των παρακάτω προσιτών ελληνόγλωσων κειμένων: των άρθρων της έγκυρης μελετήτριας του Ιουλιανού Πολύμνιας Αθανασιάδου-Fowden (στην οποία όμως αναφέρεται στον «Πρόλογό» του ο Β. Κατσαρός): «Ιουλιανός» και «Ιουλιανός ο Μέγας» (σσ. 51-67 και 59-65, αντίστοιχα, του πέμπτου τόμου της «Ιστορίας του Ελληνικού Εθνους», της Εκδοτικής Αθηνών 1978 -βλ. και Ρ. Athanassiadi-Fowden, Julian and Hellenism, Οξφόρδη, 1981) και του άρθρου του Ηλ. Αναγνωστάκη «Ιουλιανός ο Παραβάτης» στον τέταρτο τόμο του «Βιογραφικού Λεξικού» της Εκδοτικής Αθηνών (1985).

Οπωσδήποτε θεωρούμε ότι αρμόζει να εγκωμιαστεί -μια και περί εγκωμίων ο λόγος- το δύσκολο εγχείρημα του Θ. Μαυρόπουλου, όπως και των εκδόσεων Ζήτρος, και αναμένουμε με ενδιαφέρον, στους επόμενους τόμους, ιδιαίτερα τη μενίππεια σάτιρα «Συμπόσιον», όπου στην ουράνια γιορτή των Σατουρναλίων εμφανίζονται οι αποθεωμένοι αυτοκράτορες· ορισμένες από τις επιστολές του Ιουλιανού· τα κομψά επιγράμματα που του αποδίδονται και προπάντων τον «\Αντιοχέα ― Μισοπώγωνα», σάτιρα της «μοιραίας πόλης, της Αντιόχειας», ταυτόχρονα όμως και αυτοσαρκασμός. Γι' αυτό ευχόμαστε «το έρμο των γηρατειών κατώφλι», στο οποίο ευρισκόμενος ο ακαταπόνητος Θ. Μαυρόπουλος ξεκινά την έκδοση των έργων του Ιουλιανού, να μείνει όσο γίνεται πιο μακριά από τον επόμενο σταθμό, να 'ναι «μακρύς ο δρόμος» που έχει ακόμη να διανύσει, ώστε να φτάσει στο τέρμα, στον τελευταίο τόμο «απάντων των σωζομένων» του Ιουλιανού και να προγραμματίσει την έκδοση έργων που θ' αποτελέσουν τη συνέχεια.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου