Έντυπη Έκδοση

Υποδειγματική σύνθεση

Τζων Μπάνβιλ

Σάβανο

μτφρ.: Τόνια Κοβαλένκο εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 336, ευρώ 20

«Δεν ξέρω τίποτα οικτρότερο απ' αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν συνήθως γνώση του ανθρώπου».

Rudolf Kassner, Ο Λεπρός, Λειψία, 1914

Μαζί με την Εκλειψη και τη Θάλασσα, που κυκλοφόρησαν ήδη με επιτυχία στη γλώσσα μας από τις ίδιες εκδόσεις, το Σάβανο απαρτίζει μια μυθιστορηματική τριλογία, για την οποία η διεθνής κριτική έχει εκφραστεί με ιδιαίτερα ευμενή σχόλια. Αλλωστε το δεύτερο μέρος της απέσπασε πριν από δύο χρόνια το βραβείο «Μπούκερ». Ο Τζων Μπάνβιλ, ως αυθεντικός συνεχιστής μιας μεγάλης αφηγηματικής σχολής, που διερευνά τις ανθρώπινες σχέσεις με τόλμη, φαντασία και άφθονα γνωσιολογικά εφόδια στη διάθεσή της, ανατρέποντας τρέχουσες και μη συμβάσεις, δεν διστάζει να φτάσει στα άκρα της διηγητικής περιπέτειας. Αδιαφορώντας αν είναι για ορισμένους δήθεν σκοτεινός, αθεράπευτα πεισιθάνατος ή μακάβριος, μάς έχει παραδώσει ένα στερεό από κάθε άποψη έργο, το οποίο, αν και πολυποίκιλο, συνέχεται από την ίδια δημιουργική πνοή.

Το Σάβανο θεωρείται η επιτομή του ειδικότερου διαβήματος του συγγραφέα να προσδιορίσει τα αίτια και τα αιτιατά των συγκρουσιακών σχέσεων ενός διαρκώς απορούντος, ενίοτε κατακερματισμένου εγώ με το εμφανώς εγγύτατο - εγγύς - άπω Αλλο. Αν ο Γκάμπριελ Σουάν, ο κεντρικός ήρωας ενός παλαιοτέρου, εξίσου κρίσιμου μυθιστορήματός του, με τίτλο Μεφίστο, που εκδόθηκε στα ελληνικά από την Εστία, σε μετάφραση της Ελένης Αντωνιάδη, το 1991, δαπανά πολύτιμο υπαρξιακό χρόνο και άλλη τόση ενέργεια, προσπαθώντας να επιλέξει μεταξύ ενός βίου αφιερωμένου καθ' ολοκληρίαν στη κοινωνική δράση κι ενός βίου στοχασμών και αισθητικών μορφωμάτων, δοκιμάζοντας να μετατρέψει «την υπέροχη σπατάλη της ζωής στην υψηλή οικονομία της τέχνης», όπως είπε ο Στάνλεϊ Γκάιστ για τον Χένρι Τζέιμς, ο Αξελ Βάντερ, η κύρια περσόνα του Σάβανου, επιχειρεί να συνδυάσει και τα δύο, υιοθετώντας παρανόμως την ταυτότητα ενός τρίτου. Αν ο Μαξ Μόρντεν, ο ιστορικός τέχνης, που στοιχειώνει την προαναφερόμενη Θάλασσα, αναζητεί τρόπος συμβιβασμού με την ιδέα του θανάτου, ο Αξελ Βάντερ κομίζει ανενδοίαστα θάνατο: μάλλον σχιζοειδής, κατά περιστάσεις βίαιος, σαδιστής, κλεπτομανής, ερωτομανής και εκδικητικός, διευκολύνει την πιστή σύντροφό του Μάγδα να περάσει στον άλλο κόσμο, χορηγώντας της τα μοιραία χάπια, όταν βλέπει ότι η απρόοπτη άνοιά της θα παραμείνει εντέλει ανίατη· δεν διστάζει επίσης να εκφράσει ρητά την επιθυμία του να διαπράξει εκ νέου τον σολοικισμό της ανθρωποκτονίας, κατά άρρενος αυτή τη φορά, όπως κατατίθεται στην εμπύρετη σελίδα 194.

Η ακαταμάχητη πνευματικότητά του ξέρει ασφαλώς να συναιρεί, όποτε δει, τις σκοτεινές του πλευρές, αποδίδοντας τη φυσιογνωμία ενός καθόλα συναρπαστικού συγγραφέα. Η κυνικότατη πλαστοπροσωπία του δεν περνά βεβαίως απαρατήρητη. Η κατά πολύ νεότερή του Κας Κλιβ (το ίδιο επίθετο, σημειώνω, φέρει και ο ηθοποιός Αλεξάντερ, πρωταγωνιστής τής ως άνω Εκλειψης ), βεβαρημένη και η ίδια ψυχολογικά, γνωρίζει το θλιβερό μυστικό του. Δεν τον εκθέτει, αλλά τον ερωτευτεύεται. Θα αυτοκτονήσει στη συνέχεια, συμπαρασύροντας συνειδητά στον θάνατο το δυνητικό παιδί του Αξελ Βάντερ, που φέρει ήδη στα σπλάχνα της. Η τραγική ειρωνεία έγκειται στο γεγονός ότι ο Αξελ αποφασίζει να αγαπήσει την Κας στην κυριολεξία του όρου λίγες μόλις βδομάδες πριν. Η σκηνή του δράματος στήνεται έντεχνα στο Τορίνο, εκεί όπου ο Νίτσε πέρασε από τον κόσμο του Λόγου σε μιαν ανέκκλητη αφασία. Πρόκειται για τον καινοτόμο φιλόσοφο, ο οποίος μνημονεύεται σε όλη την έκταση του Σάβανου, ευθέως ή πλαγίως, έξι φορές. Δανείζοντας στον Τζων Μπάνβιλ ένα μέρος της ρηξικέλευθης σκέψης του, ιδίως σε ό,τι αφορά τα όρια, την ταυτότητα, τις ποιότητες, αλλά και τις ποσότητες του Εγώ, συνεργεί στη θεμελίωση της εννοιολογικής βάσης του έργου.

Στο σημείο αυτό ο Αξελ Βάντερ συναντά τον φίλεργο γραφέα του Γενικού Ληξιαρχικού Μητρώου του Κράτους κ. Ζοζέ, που μάς γνώρισε ο νομπελίστας Ζοζέ Σαραμάγκου στο μυθιστόρημά του Ολα τα ονόματα (Καστανιώτης, 1999). Κι εκεί όπως και στο Σάβανο αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην ονοματοποιία - ονοματολογία. Η φράση «Τι σημασία έχει ένα όνομα; Αυτό αναριωτιόμαστε όταν μικροί γράφουμε τ' όνομά μας που μας είπαν ότι είναι δικό μας», από το κεφάλαιο «Σκύλλα και Χάρυβδις» του Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις, σηματοδοτεί υποδορίως μιαν ολόκληρη σειρά συλλογισμών, δείξεων, καταδηλώσεων και συνδηλώσεων. Κλέβοντας όνομα και επίθετο, ο ήρωας του Μπάνβιλ κλέβει και υπεξαιρεί υποστάσεις. Επαίρεται μάλιστα ότι διαθέτει λεγεώνα εαυτών (βλ. σελ. 199). Εδώ οι τακτικοί αναγνώστες της Καινής Διαθήκης θα αναγνωρίσουν το πρόσωπο του μεγάλου Δαίμονα. Ο συγγραφέας έχει κάθε λόγο, φαντάζομαι, να συμφωνεί: το λογοτεχνικό του τέκνο είναι το κακό σπέρμα εντός μας.

Συγκρατώ ακόμη ότι επτά φορές μνημονεύεται στο Σάβανο και ο ημι-φασματικός, ημι-πραγματικός γιατρός Ζοροάστερ, ο οποίος παραπέμπει με τη σειρά του στο εμβληματικό έργο του Νίτσε. Οι δείκτες αυτοί δεν θέλουν, θαρρώ, να αποκρύψουν την απώτερη φιλολογική καταγωγή του Αξελ Βάντερ, ο οποίος, αν και θέλει να ταυτιστεί με ένα είδος Αρλεκίνου -Τιμωρού, νομίζω ότι ανήκει στο λογοτεχνικό γένος των τύπων που άφησε πίσω του ο σαιξπηρικός Κάλιμπαν. Το δε αμφιλεγόμενο σάβανο του Ιησού Χριστού, που εκτίθεται ως γνωστόν εκεί, εννοούμενο σαφώς στον τίτλο του μυθιστορήματος, μάταια θα επιχειρήσει το παράδοξο ζευγάρι να το δει από κοντά. Ισως γιατί έτσι όπως είναι τυλιγμένοι στο δικό τους σάβανο, ο Αξελ Βάντερ και η Κας Κλιβ, δεν χρειάζεται να γνωρίσουν ένα δεύτερο σάβανο, και μάλιστα αμφισβητούμενο.

Οι έρωτες ηλικιωμένων «τεράτων» με νεαρότατες δεσποινίδες είναι κοινός τόπος στη λογοτεχνία. Το έργο του Φίλιπ Ροθ βρίθει από αυτούς. Το 1962, να θυμίσω επίσης, εκδίδεται στο Τόκιο το ημιαυτογραφικό Ημερολόγιο ενός τρελού γέρου του 76χρονου τότε Τζουνίτσιρο Τανιζάκι (Καστανιώτης). Οι δε ηλικιωμένοι, αναστοχαστικοί, αλλά και διονυσιακοί κύριοι Εγκούτσι και Ούτσουγκι Τοκούσουκε του Γιασουνάρι Καβαμπάτα (βλ. Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών, Καστανιώτης) και του Τζουνίτσιρο Τανιζάκι (ό.π.) αναζητούν να εξωραΐσουν τα δεινά του βίου, να εμπεδώσουν προς το τέλος της ζωής την ηρακλείτεια σύγκληση των αντιθέτων και να επανεκτιμήσουν τα διδάγματα από τη συνύπαρξή μας με τη μυστηριώδη πάντα ετερότητα, τη Φύση. Ο,τι δηλαδή υπογράμμισε ο ίδιος ο Καβαμπάτα στην ομιλία του, την οποία απηύθυνε κατά την τελετή της απονομής του Βραβείου Νόμπελ, το 1968, όταν ο Μπάνβιλ ήταν μόλις 23 ετών. Η διαφορά ανιχνεύεται στο ότι ο ανικανοποίητος, επιθετικός Αξελ Βάντερ έχει καταφέρει να συσσωρεύσει μέσα του όλη την επιθετικότητα του 20ού αιώνα, όπως βιώθηκε τουλάχιστον στην Ευρώπη.

Η μετάφραση παρακολούθησε άγρυπνη το αδυσώπητο πρωτότυπο.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου