Έντυπη Έκδοση

Τα παιδιά της κρίσης

Τα «Παιδιά του Παραδείσου», που επαναπροβάλλονται αυτές τις μέρες, γυρίστηκαν κάτω από τις πιο επικίνδυνες συνθήκες σε ένα διάστημα δύο ετών, όταν η Γαλλία τελούσε υπό γερμανική κατοχή και ο κινηματογράφος ήταν ένας τρόπος να αποδράσεις από τη δυστυχία του πολέμου.

Θέαμα δημοφιλές στον φτωχό κόσμο, το σινεμά ζούσε μέρες θριάμβου και ήταν μάλλον επόμενο να προσελκύσει τους Γερμανούς, οι οποίοι έβαλαν σύντομα το χέρι τους και άρχισαν να επιβάλλονται σε κάθε τομέα της εθνικής κινηματογραφίας, μέσα από μια σειρά αυστηρών κανόνων. Οι περισσότεροι από αυτούς σχετίζονταν όχι μόνο με το περιεχόμενο και τη διάρκεια κάθε φιλμ αλλά και με τον αριθμό των Γερμανών οι οποίοι έπρεπε υποχρεωτικά να δουλέψουν σε αυτό. Ηταν ρυθμίσεις στις οποίες όλοι απέφευγαν να αντιταχθούν. Ολοι εκτός από τον Μαρσέλ Καρνέ, ο οποίος βρισκόταν στην κορυφή των πιο πετυχημένων σκηνοθετών της χώρας.

Το 1943 ο Καρνέ πέτυχε να δρομολογήσει μια ταινία εποχής που επρόκειτο να εκτυλίσσεται στο Παρίσι του 1820 και κανονίστηκε να στοιχίσει 58 εκατομμύρια φράγκα, ποσό ανήκουστο για την εποχή. Το συνεργείο που ένωσε γύρω του ο σκηνοθέτης απαρτιζόταν τόσο από τους επιβεβλημένους Γερμανούς όσο και από μέλη της... ντόπιας αντίστασης. Τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα εργάστηκαν καθημερινά πλάι πλάι, δίχως το ένα να έχει την παραμικρή ιδέα για την ύπαρξη του άλλου, ενώ στο ίδιο συνεργείο βρήκαν καταφύγιο και αρκετοί Εβραίοι. Υπό καθεστώς απόλυτης μυστικότητας, δύο από αυτούς έφτασαν να υπογράψουν τη μουσική και τη διεύθυνση παραγωγής της ταινίας!

Ο Καρνέ κινηματογραφούσε αψηφώντας τους περιορισμούς της κυκλοφορίας στο Παρίσι, τις διαρκείς εφόδους και απειλές της Γκεστάπο, τις περιστασιακές συλλήψεις μελών του συνεργείου ή τις σημαντικές ελλείψεις σε τρόφιμα και υλικά χρειαζούμενα στην παραγωγή. Στο μέσο τέτοιων αντιξοοτήτων, βλέποντας κανείς το θαυμαστό αυτό φιλμ, δύσκολα συνειδητοποιεί τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ολοκληρώθηκε. Τα «Παιδιά του Παραδείσου» πέτυχαν να ονειρευτούν το κατεχόμενο Παρίσι ως μια γεμάτη ενέργεια μητρόπολη του 19ου αιώνα, όπου ο έρωτας, η τέχνη, η ζωή και ο θάνατος στροβιλίζονται στον ίδιο χορό και η ματαιότητα των πάντων πνίγεται κάτω από τις χαρμόσυνες φωνές και την εφήμερη ηδονή. Ηταν η ιδανικότερη απόδραση που μπορούσε ένας καλλιτέχνης να προσφέρει στους συμπατριώτες του, που εκείνη τη στιγμή το είχαν περισσότερο ανάγκη. Συγκυρίες, βέβαια, έσπρωξαν το φιλμ να κάνει τελικά πρεμιέρα λίγο μετά την απελευθέρωση. Για 54 συνεχόμενες εβδομάδες παρέμεινε στις παρισινές αίθουσες.

Απέναντι στον χωροφύλακα

Αρκετές δεκαετίες αργότερα ο Μάνος Χατζιδάκις μνημόνευε την ταινία σε ένα θυμωμένο κείμενο (φιλοξενείται στο βιβλίο «Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι»), που παραμένει πικρά επίκαιρο στον τρόπο με τον οποίο στηλιτεύει μια διαβρωμένη μεταπολεμική Ελλάδα. Από την ταινία του Καρνέ ο Χατζιδάκις δανείστηκε την περίφημη εικόνα του ζωηρού, θεατρόφιλου νεαρόκοσμου που, από τις φθηνές θέσεις του εξώστη, ύψωνε αντάρτικο απέναντι στα επί σκηνής τεκταινόμενα. Στη θέση του τοποθέτησε μια ολόκληρη γενιά που ανδρώθηκε μεσ' στην κατοχή «με το όνειρο για μια ελεύθερη ζωή σχηματισμένη μακριά από απάνθρωπους νόμους, από ανάλγητους κρατικούς μηχανισμούς, από εξορίες και φυλακές και εκτελέσεις... Εκατομμύρια ελληνικά παιδιά που πίστεψαν στην απελευθέρωση, αλλά βρέθηκαν ευθύς αμέσως απέναντι στον ίδιο χωροφύλακα, στον ίδιο δικαστή, στα ίδια ανάλγητα αρμόδια πρόσωπα που αντιμετώπιζαν όταν υπήρχαν ακόμη Γερμανοί».

Στην ταινία, έγραφε ο Χατζιδάκις, «τα παιδιά της γαλαρίας υπήρξαν θεατές από ψηλά, από την πιο φτηνή θέση, "εγκλημάτων" που διαδραματίζονταν στη σκηνή του θεάτρου. Τα δικά μας υπήρξαν κι αυτά θεατές, από ψηλά κι από την πιο ασήμαντη και φτηνή θέση, εγκλημάτων που διαδραματίζονται στην ελληνική γη, ανίκανα να ορίσουν τη μοίρα των όσων έγιναν και γίνονται στον τόπο».

Οι τελευταίες παράγραφοι του κειμένου, που θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν γραφτεί για τη σημερινή εγχώρια πραγματικότητα, μιλούν για «μια Ελλάδα που ονειρεύεται και άπειρες φορές προδομένη τραυματίζεται θανάσιμα. Και τότες ξεσπά -δεν έχει σημασία κάτω από ποια σημαία. Και, είτε νικάει είτε νικιέται, εκφράζει απελπισία κι αγανάκτηση». Σε μια τέτοια Ελλάδα τελικά, όπου επικρατεί «η νίκη του ασαφούς και ερμαφρόδιτου σοσιαλισμού», κυκλοφορούν σε επανέκδοση αυτές τις μέρες τα «Παιδιά του Παραδείσου». Μια Ελλάδα που μοιάζει επικίνδυνα με τη χώρα για την οποία μελαγχολούσε κάποτε στο γραπτό του ο Χατζιδάκις. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος