Έντυπη Έκδοση

Χέμινγουεϊ: Μαρτυρία απ' τη Θράκη

Πριν γίνει ο συγγραφέας που έχουν λατρέψει εκατομμύρια αναγνώστες σ' όλο τον κόσμο, υπήρξε ο δημοσιογράφος που πολλοί συνάδελφοί του έχουν ζηλέψει.

Ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ αποδεικνύεται μέσω των ρεπορτάζ, των άρθρων, των ανταποκρίσεων και των επιφυλλίδων του στην «Toronto Weekly Star» του Σικάγου, αστέρι ο ίδιος. Ικανός να γράψει για το ψάρεμα της πέστροφας και για τον γάλλο πρωθυπουργό Πουανκαρέ, να δίνει συμβουλές για κάμπινγκ και να κάνει συνέντευξη από τον Μουσολίνι, να σαρκάζει την ποταπαγόρευση και να αυτοσαρκάζεται με αφορμή το μπάνιο του που... τινάχτηκε στον αέρα στη Γένοβα («Ενα μπάνιο που εκρήγνυται είναι πολύ εκνευριστική υπόθεση. Νιώθεις εντελώς εκτεθειμένος. Δεν θα με πείραζε τόσο να εκραγώ στα χαρακώματα. Εχει και την καλή του πλευρά αυτό: φεύγεις από τα χαρακώματα και πας στο νοσοκομείο να αναρρώσεις, άσε που το καυχιέσαι κιόλας»). Και, ακόμη, να μπαίνει στα ελληνικά χωράφια όντας παρών στην ανταλλαγή των πληθυσμών στη Θράκη, που ακολούθησε τη συνθήκη των Μουδανιών το 1922. Και να καταγράφει τις καταστροφικές προεκτάσεις της κόντρας ανάμεσα σε βενιζελικούς και βασιλόφρονες.

Ο τόμος με τίτλο «Με υπογραφή Χέμινγουεϊ», που κυκλοφορεί αύριο από τον Καστανιώτη σε μετάφραση Ηλία Μαγκλίνη και Κώστα Καλογρούλη και πρόλογο του πρώτου, είναι διαφωτιστικός για το εύρος του συγγραφέα αλλά και για τη δημοσιογραφική «μύτη» και την παιδεία του. Ο Χέμινγουεϊ θα έλεγε κανείς ότι μπήκε στο επάγγελμα σχεδόν τυχαία. Εχοντας επιστρέψει από την Ιταλία, όπου υπηρετώντας ως τραυματιοφορέας τραυματίστηκε στη Φοσάλτα (237 θραύσματα από βλήμα όλμου αφαιρέθηκαν από το σώμα του), η βικτοριανών αρχών μητέρα του Γκρέις του επέδωσε το 1920 ένα τελεσίγραφο: «Ή βρίσκεις δουλειά ή φεύγεις απ' το σπίτι». Τα έκανε και τα δύο πιάνοντας δουλειά στην «Toronto Star».

Στην πρώτη σειρά ρεπορτάζ του που περιέχει ο τόμος, ο μεγάλος Αμερικανός φλερτάρει με το χρονογράφημα, του οποίου όμως η πηγή βρίσκεται πάντα στο ρεπορτάζ. Το 1920 δεν ήταν μια εύκολη χρονιά. Ετσι ο Χέμινγουεϊ γράφει με λεπτό χιούμορ για το πώς οι συμπολίτες του μπορούν να διακοσμήσουν τα σπίτια τους νοικιάζοντας πίνακες και έχοντας πληρώσει μόνο το 10% της αξίας τους, ή πώς μπορούν να ξυριστούν τζάμπα στη σχολή μπαρμπέρηδων («Μία επίσκεψη στη σχολή των μπαρμπέρηδων απαιτεί το ψυχρό αίμα και το ηρωικό πνεύμα ενός θαρραλέου άνδρα που οδεύει εν πλήρει συνειδήσει προς το θάνατο. Εάν αμφιβάλλετε, επισκεφθείτε το τμήμα των αρχάριων και προσφερθείτε για ένα δωρεάν ξύρισμα»).

Γράφει ακόμα για τη ματαιοδοξία όλων εκείνων που θέλουν να δείχνουν την κοινωνική τους θέση αγοράζοντας όλο και μεγαλύτερα αυτοκίνητα αλλά και για την ποταπαγόρευση. Η δεύτερη περίοδος στην οποία αναφέρεται το βιβλίο είναι εκείνη της Ευρώπης που αρχίζει με τα χρόνια της παραμονής του στο Παρίσι, όπου εν σπέρματι σε κάποιες από τις περιγραφές του βρίσκει κανείς το «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά» ή το «Στην εποχή μας». Είναι τα χρόνια μετά τον πρώτο μεγάλο πόλεμο. Αλλοτε ο Χέμινγουεϊ γράφει γουστόζικα άρθρα για το πώς ένας Αμερικανός μπορεί να ζήσει στη γαλλική πρωτεύουσα με 1.000 δολάρια το χρόνο: «Το Παρίσι το χειμώνα είναι βροχερό, κρύο, όμορφο και φτηνό. Είναι επίσης θορυβώδες, στριμωγμένο, γεμάτο κόσμο και φτηνό. Είναι ό,τι θέλεις - και φτηνό».

Και ακόμα: «Το Παρίσι είναι η Μέκκα των λουφατζήδων και των απατεώνων σε κάθε δραστηριότητα, από τη μουσική μέχρι την πυγμαχία. Βρίσκεις περισσότερους διάσημους αμερικανούς χορευτές που είναι εντελώς άγνωστοι στην Αμερική, τους περισσότερους διάσημους ρώσους χορευτές που δεν αναγνωρίζουν οι Ρώσοι, και τους περισσότερους πρωταθλητές του μποξ που ήταν πιτσιρίκια πριν διασχίσουν τον ωκεανό, ανά τετραγωνκό μέτρο στο Παρίσι απ' οπουδήποτε αλλού στον κόσμο».

Αλλοτε, όμως, ο συγγραφέας γίνεται πολιτικός. Το 1922 καταγράφει τη συνομιλία του με τον Μουσολίνι: «Δεν έχουμε σκοπό να αντιταχθούμε στην ιταλική κυβέρνηση. Δεν είμαστε κατά του νόμου», εξήγησε ο Μουσολίνι με λέξεις που πρόφερε προσεκτικά, καθισμένος στην πολυθρόνα του και τονίζοντας τα επιχειρήματά του με τα μεγάλα καφέ χέρια του. «Ομως», είπε αργά και προσεκτικά, «έχουμε τη δύναμη να ανατρέψουμε οποιαδήποτε κυβέρνηση πρσπαθήσει να στραφεί εναντίον μας ή να μας καταστρέψει».

Αλλού ο Χέμινγουεϊ αναφέρεται στις πιέσεις της Γαλλίας προς τη Γερμανία και στην κατρακύλα του μάρκου και ακόμα στην ξενοφοβία των Γερμανών. Και δίνει με εξαιρετικό τρόπο τουριστικές πληροφορίες, π.χ. για τους ισπανούς ταχυδρόμους, που προκειμένου να σου δώσουν μια επιστολή έχουν ανάγκη φιλοδωρήματος ή για τη χρήση του έλκηθρου στην Ελβετία («Αν θέλετε μια συγκίνηση που να ξεκινάει από τη βάση της σπονδυλικής σας στήλης σαν ρίγος και να τελειώνει με το να καταπίνετε σχεδόν την καρδιά σας καθώς σας βγαίνει απ' το στόμα, δοκιμάστε το έλκηθρο στο βουνό με ογδόντα χιλιόμετρα την ώρα»).

Το 1922 καλύπτει και τη Συνδιάσκεψη της Γένοβας με θέμα το διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα στον απόηχο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Επίσης, μείζον θέμα ήταν οι σχέσεις ανάμεσα στα καπιταλιστικά ευρωπαϊκά κράτη και στην κομμουνιστική Ρωσία. Τώρα πια ο δημοσιογράφος Χέμινγουεϊ δουλεύει αδιάκοπα: καλύπτει τις συνεδριάσεις, κάνει τα πορτρέτα των εξεχουσών προσωπικοτήτων, γράφει δηκτικά για την αριστερά αλλά σιγά σιγά συνειδητοποιεί ότι ο κίνδυνος προέρχεται κατά κύριο λόγο από τους φασίστες («η όλη υπόθεση έχει τη γαλήνια όψη ενός μωρού που παίζει με χειροβομβίδα»), περιγράφει την πίεση που δέχεται το νέο σοβιετικό κράτος, προκειμένου να αναγνωρίσει τα πολεμικά χρέη της τσαρικής Ρωσίας ώστε να το αναγνωρίσουν διεθνώς. Προλαβαίνει πάντως και να ψαρέψει στο Ροδανό.

Είναι όμως το δραματικό φινάλε του που κάνει πολύτιμο το βιβλίο για την ελληνική ιστορική μνήμη. Μέσα από είκοσι άρθρα που ξεκινούν με την περιγραφή της Κωνσταντινούπολης, στον απόηχο των γεγονότων της Σμύρνης, αναφέρεται στην Πόλη που ουσιαστικά πολιορκείται από τα στρατεύματα του Κεμάλ. Γράφει για τον τρόμο των κατοίκων, που οπλίζονται για να αντιμετωπίσουν την απειλή αλλά και για τον εφησυχασμό τους, όταν εμφανίζεται ο βρετανικός στόλος. Τον Οκτώβρη του 1922, λίγο πριν από τη συμφωνία στα Μουδανιά, όπου οι σύμμαχοι παραχώρησαν την Ανατολική Θράκη στους Τούρκους, αν και άρρωστος από ελονοσία, ο Χέμινγουεϊ παρακολουθεί την πορεία των ελλήνων προσφύγων: «Το κυρίως σώμα της πομπής, που διασχίζει τον ποταμό Εβρο στην Αδριανούπολη, φτάνει τα τριάντα χιλιόμετρα. Τριάντα χιλιόμετρα με κάρα που τα σέρνουν βόδια, ταύροι και λασπωμένα βουβάλια, με εξουθενωμένους, κατάκοπους άνδρες, γυναίκες και παιδιά να περπατούν στα τυφλά...»

Το τέλος της ελληνικής περιπέτειας

Στις 3 Νοεμβρίου του 1922 από το Μουρατλί σημειώνει τον τραγικό επίλογο της προδοσίας: «Καθώς γράφω, ο ελληνικός στρατός ξεκινάει την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης... Οι στρατιώτες παρελαύνουν σκυθρωπά... Εγκατέλειψαν τις καμουφλαρισμένες θέσεις των πολυβόλων, τις οχυρωμένες και γεμάτες συρματόπλεγμα κορυφογραμμές όπου είχαν σχεδιάσει να δώσουν την τελική μάχη έναντι των Τούρκων. Αυτό είναι το τέλος της σπουδαίας ελληνικής στρατιωτικής περιπέτειας... Ακόμα και στην εκκένωση, οι Ελληνες φαίνονται καλοί στρατιώτες. Εχουν έναν αέρα θαρραλέας επιμονής που θα σήμαινε δύσκολα ξεμπερδέματα για τον Τούρκο, αν ο στρατός του Κεμάλ έπρεπε να πολεμήσει για τη Θράκη αντί αυτή να του δοθεί σαν δώρο στα Μουδανιά. Ο λοχαγός Ουίταλ του ινδικού ιππικού (...), μου είπε την εκ των έσω ιστορία της ίντριγκας που οδήγησε στην κατάρρευση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία: ''Οι έλληνες στρατιώτες ήταν πολεμιστές πρώτης κατηγορίας. Είχαν καλούς αξιωματικούς, οι οποίοι είχαν υπηρετήσει με τους Βρετανούς και τους Γάλλους στη Θεσσαλονίκη και υπερτερούσαν του κεμαλικού στρατού. Πιστεύω ότι θα καταλάμβαναν την Αγκυρα και θα έβαζαν τέλος στον πόλεμο αν δεν είχαν προδοθεί. Οταν ο Κωνσταντίνος ανέλαβε την εξουσία, έδιωξε όλους τους αξιωματικούς του στρατού στο πεδίο της μάχης, από τον αρχιστράτηγο μέχρι τους διοικητές των διμοιριών. Αντικαταστάθηκαν με νέους αξιωματικούς που ήταν οπαδοί του Τίνο, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν περάσει τον πόλεμο στην Ελβετία ή τη Γερμανία και δεν είχαν ακούσει ούτε πυροβολισμό. Αυτό προκάλεσε την πλήρη κατάρρευση του στρατού και ήταν το αίτιο της ελληνικής ήττας». *

Τραυματίας από... σκορπίνα

Δεινός ψαράς και κυνηγός, ο Χέμινγουεϊ δεν άφησε αυτές τις εμπειρίες του έξω από τις ανταποκρίσεις του.

Να τι γράφει για το ψάρεμα του τόνου στην Ισπανία: «Μερικές φορές, στον κόλπο του Βίγο μπορεί κανείς να δει πέντε και έξι τόνους ταυτόχρονα στον αέρα, τον ένα πλάι στον άλλο, να κυνηγούν σαρδέλες, κάνοντας το άλμα τους κατακόρυφα, ένα άλμα καθάριο και πανέμορφο, που θυμίζει καλοσχηματισμένο ουράνιο τόξο».

Και μάλιστα, αντί να παινευτεί, ομολογεί μια από τις άχαρες γκάφες που μπορεί να σου συμβούν σε τέτοιες πολεμικές επιδόσεις με τη φύση:

«Οι σκορπίνες του γλυκού νερού, κάτι ψαράκια με επίπεδο κεφάλι, είναι τρομερά δολώματα για τις μεγάλες πέστροφες. Ζουν κάτω από βράχια και είναι πολύ δύσκολο να τις πιάσεις. Η συνηθισμένη μέθοδος είναι να τις κυνηγήσεις με ένα μικρό διχτάκι ή να δέσεις ένα πιρούνι σε ένα ραβδί και να προσπαθήσεις να τις καρφώσεις ή να τις μαζέψεις μόλις εκτοξευθούν όταν αναποδογυρίσεις το βράχο. Μια ατυχής εμπειρία, οπόταν και κάρφωσα το δάχτυλο του ποδιού μου, περνώντας το για σκορπίνα στο Μπλακ Ρίβερ, μ' έχει κάνει προκατειλημμένο απέναντί τους».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία