Έντυπη Έκδοση

Σαν παλιό σινεμά

Εψαχνα στα συρτάρια μου κάποιο χαρτί του Δημοσίου που βεβαίωνε ότι είμαι αυτός κι όχι άλλος, όταν τράβηξα και το τελευταίο συρτάρι.

Αυτό το έσυρα με σιγουριά και βαριεστημάρα, έτσι όπως είχε σύρει και ο γελαστός εκείνος χοντρός με την άσπρη πλαστική ποδιά στο «Μπούλιτ» το συρτάρι του ψυγείου στο νεκροτομείο, για να σκύψει ο Στιβ Μακ Κουίν και να κάνει την αναγνώριση.

Ψηλά πάνω πάνω υπήρχε μια ασπρόμαυρη σκωροφαγωμένη φωτογραφία, που έδειχνε έναν έρημο δρόμο με χαμηλά σπίτια, όπου υπήρχε ένα και μόνο αυτοκίνητο κι αυτό σταματημένο. Το αυτοκίνητο ήταν ένα παλιό καμπριολέ και πάνω στον μαζεμένο μουσαμά κάθονταν τρεις τύποι με τα πόδια απλωμένα στα καθίσματα και γελούσαν. Εσκυψα να κάνω κι εγώ τη δική μου αναγνώριση. Ο δρόμος ήταν σε μια εργατική γειτονιά στην Κολονία, το αυτοκίνητο στεκόταν μπροστά στο σπίτι μου και οι δύο ήτανε οι πιο καλοί μου φίλοι. Τελευταίο αναγνώρισα κι εμένα.

Κοιτούσαμε μπροστά στο ίδιο σημείο και γελούσαμε σ' αυτόν που μας φωτογράφιζε. Μπορεί να μας φωτογράφιζε γυναίκα επειδή γελούσαμε και με τα μάτια, γενικά όμως εκείνα τα χρόνια, όχι μόνο γελούσαμε με τα μάτια, αλλά μιλούσαμε και μ' αυτά.

Θα μπορούσε να 'μαστε και οι «τρεις καμπαλέρος στο ίδιο το μέρος», αφού και οι τρεις ήμασταν από τη Θεσσαλονίκη και οι τρεις ψάχναμε στη Γερμανία τα ίδια περίπου πράγματα και οι τρεις είχαμε να κάνουμε με τη ρόδα. Ο πιο μεγάλος και πιο ωραίος δούλευε στη Φορντ και δοκίμαζε τα νέα μοντέλα διασχίζοντας τη Γερμανία απ' άκρη σ' άκρη ώστε να κάνει μετά την αναφορά του, αλλά πολλές φορές τα μπέρδευε, γιατί έπαιρνε κι εμάς μαζί που του λέγαμε τη γνώμη μας. Ο δεύτερος οδηγούσε ένα φορτηγό, που δεν ξέραμε τι κουβαλούσε -μπορεί να ήταν και άδειο ή να το δούλευε σαν ταξί- όμως το βράδυ που έβαζε το κοστούμι, ούτε και σ' ένοιαζε τι κάνει όλη μέρα, ενδιαφερόσουν μόνο να μάθεις το ποιος είναι. Τελευταίος ήμουν εγώ. Τη μισή μέρα έσπρωχνα στο εργοστάσιο ένα μεγάλο καρότσι φορτωμένο καλώδια και την άλλη μισή έσπρωχνα τον εαυτό μου. Οταν μας ρωτούσαν τα κορίτσια, «τι δουλειά κάνεις;», έλεγε ο ένας, οδηγός, έλεγε ο άλλος, οδηγός, ε, έλεγα κι εγώ οδηγός. Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι λέω ψέματα, το αντίθετο. Η δική μου οδήγηση ήταν πιο επικίνδυνη από του φορτηγατζή, ακόμη κι από του δοκιμαστή ήταν πιο επικίνδυνη. Αυτοί θα μπορούσαν να πατήσουν γκάζι και να ξεφύγουν, εγώ με τις εκατό μηχανές γύρω μου και τους διακόσιους κουρασμένους και ζοχαδιασμένους εργάτες, πού να πάω;

Γύρισα τη φωτογραφία από την άλλη μεριά και είδα τα ονόματα των τριών μας και την ημερομηνία -1962. Τα γράμματα δεν ήταν δικά μου, της μάνας μου ήταν, εκείνη σημάδευε τον χρόνο και τους ανθρώπους για να μην τους χάσει τελείως. Δηλαδή, ήμουν τότε 20 χρόνων. Πάνω - κάτω η εποχή που ο Γιώργος Ζαμπέτας διαλαλούσε ότι «Ο πενηντάρης, ο πενηντάρης είν' ένας νέος της εποχής, κυκλοφοράει σαν εικοσάρης, είναι ωραίος σαν εραστής...» Γελούσαμε τότε μαζί του και τον κοροϊδεύαμε, επειδή εμείς ήμασταν οι νέοι της εποχής, εμείς οι εικοσάρηδες, άρα και οι ωραίοι εραστές, όχι οι πενηντάρηδες. Ο κόσμος ήταν κι αυτός 20 χρόνων και μεγαλώναμε πλάι πλάι. Ολοι οι εικοσάρηδες του κόσμου ήμασταν πλάι πλάι με τα ίδια όνειρα, τις ίδιες επιθυμίες και την ίδια έννοια για τη γη που πατούσαμε.

Σήμερα που δεν είμαστε πια 20 χρόνων κι έχουμε ξεπεράσει και τα 62 του ημερολογίου, ούτε η γη μας νοιάζει ούτε οι άνθρωποι που ζούνε πάνω της. Το μόνο που μας ενδιαφέρει εμάς τους εικοσάρηδες από τα τότε και 60τόσο σήμερα είναι αυτό που διαβάσαμε τον τελευταίο καιρό στις εφημερίδες. Οτι «σήμερα οι εβδομηντάρηδες νιώθουν 13 χρόνια νεότεροι απ' ό,τι είναι». Μπορεί στ' αλήθεια να το νιώθουμε, αλλά βλέποντάς το και τυπωμένο, καταχαρήκαμε. Κάτι άλλο που γράφει πάρα κάτω και το δηλώνει ένας ψυχολόγος ερευνητής, ότι δηλαδή «γηράσκουμε ανάλογα με το πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο ζούμε», δεν μας ενδιαφέρει. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μερόνυχτα Σαββάτου