Έντυπη Έκδοση

Η επέτειος ενός υπερ-πραξικοπήματος

Πριν από λίγες ημέρες, στις 27 Μαΐου, συμπληρώθηκαν 50 ακριβώς χρόνια από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960 στην Τουρκία, που κατέστησε -έκτοτε- τις ένοπλες δυνάμεις της συγκυβερνήτη, αν όχι απόλυτο κυρίαρχο της χώρας.

Η επέτειος αυτή, που αγνοήθηκε από τη Δύση και μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού κόσμου, έτυχε της δέουσας αξιοποίησης από τα φιλοκυβερνητικά όργανα στην προσπάθειά τους να αναδείξουν, διαχρονικά, τις εξωθεσμικές παρεμβάσεις και παραβιάσεις του κοσμικού κράτους. Τα γεγονότα, οι μνήμες, οι συνειρμοί και τα αποτελέσματα του πραξικοπήματος της 27ης Μαΐου 1960 προβλήθηκαν ιδιαίτερα από τα τουρκικά ΜΜΕ σε βαθμό που δεν είχε ξαναγίνει ποτέ στο παρελθόν. Ακόμα χαρακτηριστικότερο είναι το γεγονός ότι κορυφαίοι παράγοντες της κοινωνικής, οικονομικής κι επιστημονικής κοινότητας της Τουρκίας -δικαστές, πολιτικοί, επιχειρηματίες, διπλωμάτες, άνθρωποι του πνεύματος- αισθάνθηκαν την ανάγκη να μιλήσουν «έξω από τα δόντια» για τις ολέθριες επιπτώσεις εκείνου του δραματικού πραξικοπήματος στο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα της χώρας. Τόσο οι πρόσφατες αυτές ερμηνείες όσο και οι παλαιότερες ιστορικές διαπιστώσεις αναγνωρίζουν ότι η στρατιωτική εκείνη επέμβαση του 1960, που στην επίσημη τουρκική βιβλιογραφία αποκαλείται ακόμη «επανάσταση», ήταν ένα υπερ-πραξικόπημα ακριβώς γιατί εξέθρεψε στην Τουρκία όχι μόνο όλα τα πραξικοπήματα που ακολούθησαν αλλά κι αυτό που έκτοτε -δίκαια ή αδόκιμα- η Ευρώπη και οι μελετητές αποκαλούν «βαθύ κράτος». Με άλλα λόγια, ό,τι ισχύει μέχρι σήμερα θεσμικά σε όλους τους τομείς διοίκησης της Τουρκικής Δημοκρατίας (συμπεριλαμβανομένης και αυτής της ερμηνείας του όρου Τουρκική Δημοκρατία, όπως άλλωστε και όλα τα Συντάγματα της χώρας) είναι προϊόν των παρεμβάσεων -βίαιων, αναίμακτων, αιματηρών ή συγκεκαλυμμένων- του Στρατού στην πολιτική ζωή της. Από την άποψη αυτή, λοιπόν, η επέτειος του πραξικοπήματος της 27ης Μαΐου 1960 δεν είχε απλά τη συμβολική υπόμνηση του μισού αιώνα που παρήλθε από τότε, αλλά την καταγγελία της διαδικασίας νομιμοποίησης της παρέμβασης του στρατού στην άσκηση της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, δηλαδή στη νομή της εξουσίας τα τελευταία πενήντα χρόνια. Είναι χρήσιμο να υπομνηστεί εδώ ότι στις κορυφαίες επιλογές του συστήματος, που μεθοδικά εξυφάνθηκε έκτοτε, ανήκουν και οι ελληνο-τουρκικές διαφορές με όλες τις επικίνδυνες αγκυλώσεις και παραμορφώσεις που τις χαρακτηρίζουν μέχρι σήμερα.

Η στρατιωτική επέμβαση του 1960 ήταν ένα πραξικόπημα ανώτερων, μεσαίων και κατώτερων στελεχών του στρατού διαποτισμένων από ακραίες εθνικιστικές φαντασιώσεις που συνωμοτούσαν ήδη από το 1954. Οι άνθρωποι αυτοί, μεταξύ των οποίων και ο μετέπειτα δημιουργός των «γκρίζων λύκων» Αρπασλάν Τουρκές, κατηγόρησαν τον τότε πρωθυπουργό Αντνάν Μεντερές και την κυβέρνησή του ότι επεδίωκε την ανατροπή του κοσμικού κεμαλικού κράτους και την απαξίωση των ενόπλων δυνάμεων. Με στημένες κατηγορίες και μία δίκη παρωδία, ο Μεντερές, ο υπουργός Εξωτερικών Ζορλού και ο υπουργός Οικονομικών Πολατκάν καταδικάστηκαν σε θάνατο και απαγχονίστηκαν τον Σεπτέμβριο του 1961. Ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας Τζελάλ Μπαγιάρ καταδικάστηκε επίσης σε θάνατο αλλά η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια γιατί ήταν πάνω από 80 ετών τότε. Ο υπουργός Εσωτερικών Ναμίκ Γκεντίμ αυτοκτόνησε στη Σχολή Ευελπίδων της Αγκυρας ενώ ακόμα ήταν κρατούμενος. Το Δημοκρατικό Κόμμα του Μεντερές διαλύθηκε και στη θέση του δημιουργήθηκε το Κόμμα Δικαιοσύνης, πρόεδρος του οποίου εξελέγη ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της Τουρκίας το 1960, στρατηγός Ρετζέπ Γκιουμούσπαλα. Στις τάξεις της 38μελούς επιτροπής των πραξικοπηματιών που ανέλαβε προσωρινά την εξουσία «για τη σωτηρία της πατρίδας» επικράτησαν τελικά οι μετριοπαθέστεροι, οι οποίοι προχώρησαν σε «διαρθρωτικές ανακατατάξεις» τόσο στην πολιτική σκηνή όσο και στο στράτευμα. Τους φανατικότερους εξ αυτών, 14 τον αριθμό, μαζί και τον ακραίο Τουρκές, που επιζητούσαν ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τους πολιτικούς και επ' άπειρον παραμονή του στρατού στην εξουσία, τους ξεφορτώθηκαν στέλνοντάς τους σε διάφορες πρεσβείες της Τουρκίας ανά τον κόσμο. Πρώτη μέριμνα των πραξικοπηματιών ήταν να αποκαταστήσουν την ιεραρχική νομιμότητα του στρατού που είχε -υποτίθεται- διασαλευθεί από την κυβέρνηση Μεντερές. Στις 23 Αυγούστου 1960, 4.161 κατώτεροι, μεσαίοι και ανώτεροι αξιωματικοί, που αποτελούσαν για την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων επικίνδυνα βαρίδια, αποστρατεύτηκαν. Εκτοτε και μέχρι τις πρόσφατες ημι-μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Ερντογάν, ο στρατός και η ηγεσία του

* θεσμοθέτησαν δικαίωμα ανεξάρτητης στάσης έναντι όλων των κυβερνήσεων και

* κατοχύρωσαν την παρεμβατικότητα των ενόπλων δυνάμεων της χώρας στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις, σε θέματα ασφάλειας και άμυνας και σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Ο τ. υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Ιχσάν Τσαγκλαγιανγκίλ, που συνελήφθη στο πραξικόπημα του 1960 -ήταν νομάρχης Προύσας-, έγραψε στα απομνημονεύματά του: «Πολιτικά πραξικοπήματα. Ο καταναγκασμός τους δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Η δικαιολογία τους ήταν πάντοτε ότι η χώρα όδευε ολοταχώς στον γκρεμό. Η στρατιωτική επέμβαση τάχα την έσωζε. Εκατόν δέκα φορές πορεία προς τον γκρεμό, εκατόν δέκα επεμβάσεις και απόπειρες επεμβάσεων. Τι σόι πράμα είναι αυτό πάλι; Τι είδους γκρεμός είναι αυτός που φτάνεις στο χείλος του εκατόν δέκα φορές αλλά δεν πέφτεις, ούτε όμως θεραπεύεσαι; ...Οι στρατιωτικές επεμβάσεις αποτελούν θεμελιώδες πρόβλημα της Τουρκίας...».

* Δημοσιογράφος - Συγγραφέας

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Στη στήλη
Αρθρο