Έντυπη Έκδοση

Το τάνγκο της βαρβαρότητας

Καθώς η Αργεντινή βυθιζόταν στην ύφεση, ο κοινωνικός ιστός κατέρρεε. Ο αργεντίνος συγγραφέας Πέδρο Μαϊράλ υπογράφει ένα ζοφερό, αλληγορικό μυθιστόρημα για τη χρεοκοπία της χώρας του, που τώρα μοιάζει αφόρητα επίκαιρο

Στην αρχή κόβεται το ηλεκτρικό ρεύμα. Μετά ξεκινούν οι μαζικές διαδηλώσεις που γρήγορα εξελίσσονται σε αιματηρές συγκρούσεις με την αστυνομία. Υστερα οι δρόμοι γεμίζουν από άστεγους που συρρέουν από τα προάστια στο κέντρο της πόλης, ενώ η τηλεόραση παίζει μόνο επαναλήψεις παλιών σίριαλ. Μετά στο χάος προστίθενται οι μάζες από την ύπαιθρο που καταφεύγουν στην πρωτεύουσα κυνηγημένες από τις συμμορίες. Τέλος ο στρατός αναλαμβάνει τη διατήρηση της ασφάλειας στους δρόμους της πρωτεύουσας και οι κάτοικοι κλείνονται στα διαμερίσματά τους και επικοινωνούν μέσα από λαγούμια και γέφυρες.

Η Μαρία Βαλντές Νέιλαν, η ηρωίδα του Πέδρο Μαϊράλ, στο μυθιστόρημα «Η χρονιά της ερήμου» (εκδόσεις «Πόλις», μετάφραση Βασιλική Κνήτου) γλιστράει σαν υπνωτισμένη στο χάος γύρω της. Από γραμματέας σε μια εταιρεία επενδύσεων, στο κέντρο του Μπουένος Αϊρες, γίνεται νοσοκόμα σε ένα πρόχειρο νοσοκομείο μιας γειτονιάς, καταλήγει πόρνη στα μπαρ του λιμανιού και μετά φυγάδας στην ερημωμένη επαρχία όπου κυριαρχούν οι συμμορίες.

Στη φτώχεια το 60%

«Στη διάρκεια της ύφεσης που ακολούθησε τη χρεοκοπία του 2001 δεν μπορούσα να γράψω», λέει στις συνεντεύξεις του ο αργεντίνος συγγραφέας και ποιητής Πέδρο Μαϊράλ για το δεύτερο μυθιστόρημά του που εκδόθηκε το 2005. «Κρατούσα απλά σημειώσεις για όσα συνέβαιναν καθημερινά, ένα είδος ημερολογίου». Τον Δεκέμβριο του 2001 η οικονομία της Αργεντινής κατέρρευσε. Η χώρα χρεοκόπησε, αφού ήταν αδύνατο να αποπληρώσει το εξωτερικό της χρέος. Ηταν το αποτέλεσμα μιας οικονομικής πολιτικής όπου κάτω από τις εντολές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου η μεσαία τάξη εξαφανίστηκε και το 60% του πληθυσμού βρέθηκε να ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Τον Δεκέμβριο ήρθε η χαριστική βολή. Οι τράπεζες πάγωσαν τις καταθέσεις, ο λαός εξεγέρθηκε και ύστερα από μερικές νύχτες γεμάτες από οδομαχίες, πυρπολήσεις κτιρίων και λεηλασίες καταστημάτων, ο πρόεδρος της χώρας, ο Φερνάνδο Ντε Λα Ρουά, παραιτήθηκε, αφού πρώτα προσπάθησε να επιβάλει στρατιωτικό νόμο, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

«Η καταγραφή των γεγονότων είναι δουλειά της δημοσιογραφίας. Η λογοτεχνία κάνει κάτι πολύ διαφορετικό», εξηγεί ο Μαϊράλ. Γι' αυτό και η δική του καταγραφή της κρίσης μεταμορφώνεται σε μια πολιτική και κοινωνική αλληγορία. Στο βιβλίο του δεν υπάρχει οικονομική ύφεση. Τον ρόλο της παίζει η τρομακτική έρημος που απλώνεται καταστρέφοντας τη μητρόπολη. Σε ένα εφιαλτικό σκηνικό που θυμίζει ταινία επιστημονικής φαντασίας, μέσα στη πόλη, όλοι στρέφονται εναντίον όλων. Ο αγώνας για την επιβίωση διαλύει κάθε είδους κοινωνικές σχέσεις, ενώ ο στρατός είναι ο μόνος κυρίαρχος.

Εξω από την πόλη η κατάσταση είναι ακόμα πιο ζοφερή. Σε ένα άγριο τοπίο όπου κυβερνούν οι συμμορίες, οι εξαθλιωμένοι χωρικοί έχουν επιστρέψει στην εποχή της δουλοπαροικίας. Οι λίγοι γαιοκτήμονες εκμεταλλεύονται κτηνωδώς τους εργάτες τους με το πρόσχημα ότι τους παρέχουν ασφάλεια και τροφή. Τη χρονιά της ερήμου, στην Αργεντινή αντιστρέφεται ο χρόνος και οι άνθρωποι οδεύουν προς την απόλυτη βαρβαρότητα.

«Ολα είναι πολιτικά»

«Μαγικός ρεαλισμός ανακατεμένος με πολιτική», είχε γράψει ένας γάλλος εκδότης, απορρίπτοντας το βιβλίο του, όπως αναφέρει ειρωνικά ο Μαϊράλ. Για τον σαραντάχρονο συγγραφέα δεν είναι τόσο απλό. Στο βιβλίο του συνυπάρχουν επιρροές από συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας σαν τον Φίλιπ Ντικ, αλλόκοτους σουρεαλιστές σαν τον Χούλιο Κορτάσαρ και οι φανταστικοί κόσμοι του Μπόρχες. Και όλ' αυτά ανακατεμένα με «φιλοσοφικές έννοιες που μπερδεύονται στην πλοκή σαν τζαζ αυτοσχεδιασμοί». Γι' αυτό, παρά το γεγονός ότι οι κριτικοί το αναφέρουν ως μια αλληγορία για τη βαρβαρότητα του νεοφιλελευθερισμού, ο ίδιος διστάζει να αποκαλέσει το μυθιστόρημα πολιτικό. «Σήμερα η έννοια της πολιτικής είναι πολύ πιο περίπλοκη απ' ό,τι μερικά χρόνια πριν, όπου επικρατούσαν οι κάθε είδους -ισμοί» εξηγεί. «Τώρα πια οι λέξεις που θα επιλέξεις όταν γράφεις, τα ρούχα που φοράς, τα πάντα έχουν μια πολιτική διάσταση».

Στο τέλος του μυθιστορήματος η Μαρία Βαλντές, μετά την οδύσσειά της σε μια διαλυμένη χώρα, επιστρέφει στον πύργο όπου κάποτε δούλευε. Στέκεται πελώριος, ερημωμένος πια, ανάμεσα στα συντρίμμια της μητρόπολης, σαν παρηκμασμένο σύμβολο της παλιάς ευημερίας. «Την εποχή που ακολούθησε την οικονομική κατάρρευση», λέει ο Μαϊράλ, «κοιτούσα συχνά έναν πύργο στο εμπορικό κέντρο του Μπουένος Αϊρες. Μου έκανε εντύπωση πόσο γρήγορα ένα κτίριο που ήταν γεμάτο κόσμο, άδειασε αφήνοντας πίσω μόνο εγκαταλειμμένα γραφεία. Αυτός μου έδωσε και την ιδέα για το βιβλίο. Γιατί με έκανε να αναρωτηθώ πόσο γρήγορα προχωράει η έρημος». *

Η στήλη «Παράδοξα» του Ευγένιου Αρανίτση θα απουσιάσει σήμερα και την επόμενη Κυριακή.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία