Έντυπη Έκδοση

Δύο αστυνομικά αφηγήματα

Μπορεί η έκδοση καθεαυτή ενός βιβλίου (ποιητική συλλογή, μυθιστόρημα, δοκίμιο, στοχασμοί και φιλοσοφικές σκέψεις) να ερεθίσει τη λογοτεχνική έμπνευση, να αποτελέσει υλικό για μια αστυνομική μυθοπλασία;

Το θεωρώ εφικτό, σήμερα μάλιστα που οι όροι για την εκκόλαψη και την ωρίμανση του είδους αυτού έχουν ήδη τεθεί από καιρό με την κοπερνίκεια μοντερνιστική αντιστροφή. Οταν τα ειδολογικά στεγανά έχουν ραγίσει και οι αντίστοιχοι χώροι τους ενοποιηθεί σε μια υβριδική αλλά νόμιμη μυθιστορηματική σύμβαση, τότε καμιά δεισιδαιμονία γύρω από την καθαρότητά του δεν μπορεί να το ακυρώσει. Το κείμενο και ο συγγραφέας του, οι εκδότες και οι αναστηλωτές του, τα λάθη που εμφιλοχωρούν και οι αποκαταστάσεις τους, οι χαμένες σελίδες και η ανεύρεσή τους, οι αναγνώστες που το δεξιώνονται και το αναπροσαρμόζουν, οι κριτικοί, τέλος, που το αποθεώνουν ή αντίθετα το ελεεινολογούν είναι οι νέοι οικοδεσπότες και πρωταγωνιστές μαζί μιας αστυνομικής πλοκής, που η έκβασή της δεν είναι πάντα -όπως στο κλασικό μοντέλο- λυσιτελής ή λυτρωτική. Ωστόσο, θα κρατήσει από το παλιό είδος, το μυστήριο, την ίντριγκα, τις αυξομειώσεις της έντασης, τα διλήμματα και τις συνειδησιακές τριβές, προσθέτοντας το νέο μείγμα φιλοσοφικού αναστοχασμού και ερμηνευτικής δεινότητας. Κάθε έκδοση που δεν είναι πλήρης και οριστική εξ υπαρχής προσφέρεται στην αστυνομική ανάπλασή της, στο κιαροσκούρο και στο ημίφως της διεκπεραίωσής της. Δύο περιπτώσεις είναι κοντά σ' αυτό το σχήμα: Η πρώτη αφορά τις εκδόσεις των «Ευρισκομένων» του Διονυσίου Σολωμού. Το «μυθιστόρημα» που γράφτηκε από την πρώτη έκδοση του Ιάκωβου Πολυλά έως τη φωτογραφική και παλαιογραφική των αυτογράφων από τον Λίνο Πολίτη απεικονίζει όλη την αρχαιολογική-αστυνομική ανασκαφή σ' ένα διαμελισμένο σώμα, παράλληλα βέβαια με το άγχος της ανασυγκόλλησής του. Στο υλικό που θα τροφοδοτήσει την πλοκή και θα ανεβάσει την κλίμακα της συγκίνησης για τα συντρίμμια του ποιητικού ναυαγίου θα προστεθούν αναγκαστικά τα ερωτήματα για την αποσπασματικότητά του, τη λανθάνουσα αρτιμέλειά του, τις εγγενείς αδυναμίες αρτίωσής του. Μιλάω φυσικά με τρόπο μεταφορικό, για να τονίσω την αφηγηματική στόφα ενός εκδοτικού εγχειρήματος που ακόμη και σήμερα αφήνει μετέωρη ή ανοιχτή την έκβασή του.

Η δεύτερη έχει συγγραφέα τον καθηγητή Ιστορίας της Φιλοσοφίας Γεράσιμο Βώκο και θέμα τη μοίρα των Pensees του Blaise Pascal. (Γεράσιμος Βώκος, Η Γραφομηχανή, Εισαγωγή στις σκέψεις του Πασκάλ, Νήσος, 1997). Οι «Σκέψεις», από τη στιγμή που εκδόθηκαν (1670), μοιάζουν να αποσπάστηκαν από την ιστορία και την αντικειμενική μαρτυρία της και να ενσωματώθηκαν στο ωκεάνιο πεδίο της αφηγηματικής τέχνης, όπου και ταξίδεψαν με τις αναπόφευκτες φθορές αλλά και τους εμπλουτισμούς, τις ανατάξεις, καθώς και τις μοιραίες εκτομές. Αν έχασαν κάτι απ' αυτή τη μυθοπλαστική μετακόμιση, είναι η αυθεντικότητά τους, η υποτιθέμενη ουσία και ταυτότητά τους, η λεγόμενη πρωτοτυπία τους. Γιατί το πρωτότυπο κείμενο, προσχωμένο από διορθώσεις και επανορθώσεις, προσθήκες, σημειώσεις και υποσημειώσεις, marginalia, αφαιρέσεις και διαγραφές, ξέσματα και αποκαταστάσεις, βιβλιοδετήσεις και «χαρτοκοπτική», κυρίως όμως νέες, αιρετικές και χιλιαστικές ανακατατάξεις, δεν είναι πια το ίδιο. Αυτή την πορεία των αλλεπάλληλων μεταμορφώσεων παρακολουθεί ο Βώκος μέσα στη δίνη των ανατροπών που αλλάζουν αναγκαστικά τη ρότα της και που αφήνουν ερωτηματικά, χάσματα και τρύπες. Γράφει χαρακτηριστικά: «Από την πρώτη έκδοση, η οποία δημοσιεύτηκε το 1670, ώς τις μέρες μας καμία από τις εκδόσεις των "Σκέψεων" δεν κατόρθωσε να θεωρηθεί οριστική παρά τις προσπάθειες και τον μόχθο τριών και πλέον αιώνων έρευνας (...). Αλλά η ιστορία αυτή, όπως κάθε πραγματική ιστορία, έχει τα επεισόδιά της, επιφυλάσσει εκπλήξεις, κρύβει παγίδες. Με δυο λόγια διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του φιλέρευνου αναγνώστη, καθώς θυμίζει λίγο αστυνομική ιστορία». Λίγο; Μάλλον πολύ, αν συνυπολογίσουμε τις ιδιοτυπίες μιας νεοτερικής αστυνομικής ίντριγκας. Αιχμαλωτισμένο ή εγκιβωτισμένο καλύτερα το πραγματικό ιστορικό των «Σκέψεων» στη μυθοπλαστική ιστορία του Βώκου (η ύφανση του λόγου του και η αφηγηματική δεξιοτεχνία του γεννούν αυτόματα τη μυθιστορηματική κλίμακα) εκφράζει την έννοια του «διπλού» (double), τάση γνωστή στην μπαρόκ βιβλιογραφία, υπονοεί την ύπαρξη του αναπαραγωγικού αντικατοπτρισμού: το αυθεντικό χειρόγραφο του Πασκάλ, τα αυτόγραφα χειρόγραφα των «Σκέψεων» αιμορραγούν ερμηνευτικά καθώς τρίβονται και πιέζονται μέσα στην εκδοτική μηχανή. Η προσπάθεια να συλλάβουμε την πρωτότοκη έκφρασή τους τη στιγμή που αναδιπλώνονται εμβρυακά στον εαυτό τους και ακτινοβολούν την αυτάρκειά τους, είναι υπονομευμένη εξ υπαρχής.

Θα επανέλθω, ωστόσο, στο συναρπαστικό αφήγημα του Θεσσαλονικιού συγγραφέα, αφού εν τω μεταξύ σχολιάσω τους παράλληλους δρόμους των «Ευρισκομένων» του Σολωμού. Ολο το άγχος της φιλολογικής επιστήμης ήταν να ανατάξει το καθημαγμένο σώμα της ποίησής του: Πώς; Με τη μέθοδο της αναγωγής (reductionism). Τα ακρωτηριασμένα μέλη έπρεπε να υπαχθούν στην αξία της ενότητας, στην οργανική ανάγκη της ολοκληρωμένης μορφής, στη φυσική υπεροχή της αρτιμέλειας. Η αποσπασματικότητα εξισώθηκε με την ανεπάρκεια ή την ήττα για το ύψος του εθνικού ποιητή και όφειλε τουλάχιστον να αιτιολογηθεί. Ετσι ο Λίνος Πολίτης αναγνωρίζει τη λυρική αυτοτέλειά τους: «Τα αποσπάσματα του Σολωμού σήμερα μπορούμε να το καταλάβουμε πως δεν είναι αποσπάσματα, παρά ξεχωριστές λυρικές ενότητες, μικρόκοσμοι λυρικοί με αυτόνομη δική τους οργάνωση και εσωτερική νομοτέλεια, πως οι σκόρπιοι στίχοι δεν είναι πέτρες πεσμένες από ένα οικοδόμημα που γκρεμίστηκε, παρά πετράδια πολύτιμα που το καθένα ακτινοβολεί το δικό του μυστικό φως». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Ιδέες Τάσεις