Έντυπη Έκδοση

Κωστής Βελώνης

Η Αριστερά πρόσφερε ονειρώξεις ελευθερίας

Εχει απέχθεια για τις διαδηλώσεις και εμπνέεται από τη μοναξιά του διαδηλωτή όταν διαλυθεί το πλήθος. Αναζητεί μια Αριστερά πιο κοντά στην παράδοση του Ρουσό και λιγότερο στους Μαρξ - Ενγκελς - Λένιν. Πιστεύει ότι η συλλογική προσπάθεια δεν είναι πιο πολύτιμη από την ατομική. Ο Κωστής Βελώνης δεν είναι θεωρητικός ή φιλόσοφος. Είναι ένας κορυφαίος γλύπτης, που αυτό το καλοκαίρι μετέτρεψε σε πολιτική πράξη τη σημαντική του έκθεση στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

«Πώς μπορεί να σκεφτεί κανείς ελεύθερα στη σκιά ενός ναού», αναρωτιέται εύστοχα ο Κωστής Βελώνης. Το έργο του, που φέρει αυτόν τον τίτλο, είναι μια φωτογραφία που χρησιμοποίησε ο ΕΟΤ τη δεκαετία του '70 και δείχνει ένα ζευγάρι να κάθεται δίπλα στο αρχαίο Ασκληπιείο της Κω. Πώς μπορούμε σήμερα να προκαλέσουμε μια συζήτηση γύρω από έννοιες όπως δημοκρατία, ελευθερία, τέχνη, απαλλαγμένη από το βάρος του παρελθόντος; Ο Κωστής Βελώνης μπορεί να καυχηθεί ότι το κατάφερε με την εξαιρετική ατομική του έκθεση στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Τα μεγάλης κλίμακας γλυπτά του, αλλά και τα μικρότερα, δημιουργίες όλα των τελευταίων δύο ετών, «αφηγούνται» με τόλμη και στέρεη πολιτική θέση όχι μόνο την αποτυχία των συλλογικών ουτοπιών του 20ού αιώνα αλλά και τη συντριβή των προσωπικών οραμάτων. Μνημονεύει τη ρωσική πρωτοπορία «όπου καλλιτεχνική και πολιτική πρωτοπορία συναντήθηκαν», τον Μάη και άλλα κινήματα του περασμένου αιώνα για να εξετάσει την αδυναμία πραγμάτωσής τους.

Εξαιρετικά επίκαιρη η έκθεση, όχι μόνο δεν αγνοεί την ελληνική πραγματικότητα, αλλά αντίθετα μας καλεί σε ενεργό δράση και συμμετοχή και μας φέρνει αντιμέτωπους με τον ίδιο μας τον εαυτό. Ο πυρήνας άλλωστε του έργου του είναι το ίδιο το άτομο και η «αποτυχία του στην προσωπική του ζωή», όπως λέει, που με τόση τρυφερότητα προσεγγίζει. «Μέσα από τη φαινομενική αντίφαση της απόρριψης μπορείς να συλλογιστείς καλύτερα την ασημαντότητα της ύπαρξής σου και να υπομένεις με χαμόγελο την κωμωδία της διαδρομής σου στη γη», λέει.

«Πώς μπορεί η κοινωνία να πράξει αυτό που ο καθένας ονειρεύεται», αναρωτιέται ο τίτλος της έκθεσης. Μπορούν οι ξεχωριστές ατομικές επιθυμίες ν' αποτελέσουν μια νέα συλλογικότητα;

«Τα προηγούμενα χρόνια βιώσαμε την απομυθοποίηση των συλλογικών χειρονομιών και μια σταδιακή συνειδητή προσκόλληση στις απολαύσεις της ιδιωτικότητας. Πρέπει να βρεθεί ένα τρόπος να μην επαναλάβουμε την εφιαλτική πορεία των "μεγάλων ιδεολογιών", που μέσα τους φωλιάζουν η μισαλλοδοξία, ο συγκεντρωτισμός και η ανελευθερία, και ταυτόχρονα να καταλάβουμε ότι οφείλουμε να είμαστε ενεργοί πολίτες, οι οποίοι μπορούν να αποφασίσουν οι ίδιοι για τη μοίρα τους και να διορθώσουν προβλήματα που δεν μπορούν να λυθούν μονάχα με τις γραφειοκρατικές διαδικασίες του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Συνεπώς μπορούμε να μιλήσουμε ακόμα και για την Αριστερά, αλλά με διαφορετικούς όρους. Μια Αριστερά που πλησιάζει τα αιτήματα της ελευθεριακής σκέψης, πείτε το αναρχικής, λίγο μ' ενδιαφέρει, και που είναι περισσότερο κοντά στην παράδοση του Ρουσό και λιγότερο στο τρίπτυχο Μαρξ-Ενγκελς-Λένιν. Ως στάση ζωής αυτή η πτυχή έρχεται περισσότερο κοντά στον ιστορικό φιλελευθερισμό παρά στην ίδια την παράδοση της Αριστεράς. Οι πρακτικές της στην Ελλάδα είναι το λιγότερο αναξιόπιστες, αν όχι προβληματικές. Ισως να είμαστε αναγκασμένοι να αποδεχτούμε την αποτυχία οποιουδήποτε συστήματος ν' ανταποκριθεί στις ανάγκες και τα όνειρα του κάθε πολίτη. Η έκθεση εστιάζει στην αντιπαράθεση του ενός με την υπόσταση του συνόλου. Στο όνομα οποιασδήποτε επανάστασης η συλλογική προσπάθεια δεν είναι περισσότερο πολύτιμη από την ατομική...».

Γι' αυτό επιλέξατε από τη ρωσική πρωτοπορία τις περιπτώσεις του Κλούτσις και της Ποπόβα;

«Είναι διαφορετικές περιπτώσεις, που έδρασαν στο πλαίσιο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η Ποπόβα υπήρξε τυχερή γιατί πέθανε πολύ νωρίς το 1924, πριν από τη βάναυση πολιτική του Στάλιν, ενώ ο Κλούτσις, που ήταν ο κατ' εξοχήν "στρατευμένος" κομμουνιστής της παρέας, πέρασε τα τελευταία χρόνια στα γκουλάγκ, όπου και εκτελέστηκε το 1938. Η πρώτη περίπτωση μεταφέρει την οπτιμιστική διάθεση της Οκτωβριανής Επανάστασης, ενώ η δεύτερη υποδεικνύει το ζοφερό της μέλλον. Η τρισδιάστατη μεταφορά σε αρχιτεκτονική κλίμακα ενός σχεδίου του Κλούτσις για προπαγανδιστικό περίπτερο δεν παραμένει πιστή στο αρχικό σχέδιο, αλλά συνδυάζεται με στοιχεία των εποπτικών κατασκευών-φρουρίων στα σοβιετικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το σύνολο της κατασκευής λειτουργεί και ως μνημείο μέσα στον αυτοσαρκασμό του, αλλά η υλοποίησή του συνοδεύεται με το αίτημα να μιλήσουμε για τη δημοκρατία άμεσα σήμερα, που υπογραμμίζεται από τον κενό χώρο της πλατφόρμας που περιτριγυρίζει το προπαγανδιστικό περίπτερο - φυλάκιο».

Στο έργο σας «Ζωή χωρίς δημοκρατία» η αναφορά στην άμεση αθηναϊκή δημοκρατία του 5ου αιώνα είναι ένα σχόλιο πάνω στην παρακμή της δημοκρατίας; Αποτελεί ταυτόχρονα και μια πρόταση;

«Υπάρχει η δυνατότητα να καλλιεργήσουμε δυναμική σχέση με μια ιστορική στιγμή χωρίς να είμαστε γραφικοί; Προσωπικά θεωρώ ότι το αθηναϊκό μοντέλο έχει κάποια χαρακτηριστικά που μας ενδιαφέρουν άμεσα. Ο Λόγος κατείχε σημαντικό μέρος της συλλογικής ζωής, η πραγματικότητα αναλυόταν και η δημοκρατία ως τρόπος κυβέρνησης εκφραζόταν μέσα από τις συνελεύσεις του δήμου. Ασφαλώς ένα από τα τιμήματα της ενασχόλησης με τα κοινά είναι ότι η διαδικασία μπορεί να σε διαβρώσει. Ολα αυτά είναι χρήσιμα σε μια εποχή που έχουμε καταλάβει ότι η διαφθορά και η ανομία δεν είναι η εξαίρεση αλλά μάλλον ο κανόνας, όπως και ότι ο αντιδραστικός ανταρτοπόλεμος είναι περισσότερο αυτοσκοπός. Η δημοκρατία του Κλεισθένη και του Περικλή μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο μέσο για την πρακτική της πολιτικής σήμερα, όπως η αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία, η προστασία της ελεύθερης βούλησης και η αξιοπρέπεια του πολίτη. Ο πολιτισμός της Αθήνας ήταν πολιτικός με συγκεκριμένες επιλογές. Το θέατρο, για παράδειγμα, ασκούσε συστηματική κριτική στους διαχειριστές της εξουσίας. Η παράγωγη του έργου μου νιώθω ότι έλκει την καταγωγή της από το αμφιθέατρο, ως έναν τρόπο συνάθροισης για τη παράσταση του πολιτικού λόγου. Η αθηναϊκή δημοκρατία μού πρόσφερε τη δυνατότητα να εξετάσω το πώς νομιμοποιείται η εξουσία και ποιες αναγκαιότητες ορίζουν τη θέσπιση νόμων. Αν τελικά χρειαζόμαστε αυτούς τους νόμους μέσα στη δημοκρατία, οφείλουμε να τους βελτιώνουμε συνεχώς. Ενα είδος ενεργοποίησης, όπου θα είχαμε περισσότερες δυνατότητες άσκησης των πολιτικών μας δικαιωμάτων, θα ήταν η διάσπαση του κράτους σε δήμους, σε γειτονιές και κοινότητες».

Το έργο «Μετά το τέλος της διαδήλωσης» θεωρώ ότι είναι ένας ευθύβολος πολιτικός σχολιασμός που συμπυκνώνει τη σημερινή ελληνική κατάσταση. Ο διαδηλωτής μένει μόνος, όπως το μοναχικό μικροσκοπικό σκαμνάκι του έργου. Επαιξε ρόλο η κοινωνική πραγματικότητα στη δημιουργία του;

«Εχω μια φυσική απέχθεια στις διαδηλώσεις. Πέρα από το ψυχολογικό πλαίσιο, που βλέπεις ανθρώπους οργισμένους να ουρλιάζουν, οι διαδηλώσεις είναι κατευθυνόμενες και έχουν καταγγελτικό χαρακτήρα. Χρειαζόμαστε λίγο χιούμορ στη ζωή μας. Η "οικονομιστική" κουλτούρα του συνδικαλιστών όπως και η λογική της βίας για τη βιολογική εξόντωση του "ταξικού εχθρού" δεν το διαθέτουν επαρκώς. Το σκαμνάκι στο γλυπτό μου αφορά το τέλος της ημέρας, όπου ύστερα από διαμαρτυρίες και κινητοποιήσεις ο διαδηλωτής μένει μόνος του μ' ένα αίσθημα περισυλλογής. Αυτή είναι και η στιγμή που μ' ενδιαφέρει, όταν ο διαδηλωτής περνά από το στάδιο της αγωνιστικής ετοιμότητας σ' εκείνο το αίσθημα θλίψης και αβεβαιότητας, όταν νιώθει το ρήγμα από το φαντασιακό στο πραγματικό».

Λίγο πιο πέρα στέκει το γλυπτό «Η μελαγχολία της Αριστεράς» αλλά και άδειο ένα βάθρο με τίτλο «Λόγος εργατικής τάξης». Ο θεατής δεν μπορεί παρά να κάνει συνειρμούς για ό,τι συμβαίνει δίπλα του, όπως για παράδειγμα στα κόμματα της Αριστεράς και στις διεκδικήσεις των συνδικάτων...

«Οι διεκδικήσεις της Αριστεράς πρόσφεραν πολλές ονειρώξεις σωτηρίας. Αυτά τα έργα μεταφέρουν τους ανεκπλήρωτους πόθους μιας Ιστορίας που κάποτε κοίταζε επίμονα προς το μέλλον, ενώ την ίδια στιγμή προετοίμαζε τον εφιάλτη. Ναι, υπάρχει εργατική συνείδηση, αλλά είναι αναγκαίο να δούμε ποιος είναι εκείνος που τη διαχειρίζεται. Τα έργα μου μεταφέρουν το ζήτημα της νομιμοποίησης ανάμεσα σε αυτό που συμβαίνει και σε εκείνο που ορίζουν ότι οφείλει να συμβαίνει όσοι επιβλέπουν και διαχειρίζονται τους θεσμούς».

Στην αυγή του 21ου αιώνα οι θεωρητικοί μίλησαν για την επιστροφή της πολιτικής στην τέχνη. Πολύ σύντομα αποδείχθηκε ότι ήταν ένα τέχνασμα για εύκολη -και πολλές φορές άνευ όρων- πρόσβαση στους επίσημους θεσμούς της τέχνης. Πώς μπορούμε άραγε σήμερα να ορίσουμε την πολιτική στην τέχνη;

«Ανεξάρτητα από το εάν ένα μέρος της δουλειάς μου εστιάζει σε ιστορικά γεγονότα της πρωτοπορίας και της πολιτικής τους ιδεολογίας, η τέχνη, οποιαδήποτε τέχνη όπως η κατηγορία της νεκρής φύσης, μπορεί να είναι πολιτική. Δεν είναι τα "πολιτικά" έργα που ασκούν πολιτική, αλλά το σύνολο της τέχνης ως μια διαρκής αναζήτηση δημιουργικότητας που ορίζει και επινοεί την πολιτική. Απλά στην Ελλάδα είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις που δεν κακοδιαχειρίζονται το στοιχείο της επικαιρότητας. Συνήθως βιώνουμε ένα καθεστώς λοβοτομής. Τόσοι κακοί ζωγράφοι με τη μανιέρα του μεσογειακού λυρισμού σε μια τόσο μικρή χώρα, ομολογώ ότι μ' εκπλήσσει».

Ο επισκέπτης της έκθεσης φεύγοντας αισθάνεται έντονο το αίσθημα της μοναξιάς. Σαν τον διαδηλωτή στο έργο. Η συντριβή των συλλογικών υποσχέσεων αλλά και η φυσική εξόντωση τόσων καλλιτεχνών δεν μπορεί παρά να του προκαλούν αφόρητη θλίψη. Πού θα μπορούσε να στραφεί για ν' απαλύνει τις αγωνίες και τους φόβους του;

«Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε με σαφήνεια ποια θα ήταν η νέα συλλογικότητα. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι ο καπιταλισμός οφείλει να αναθεωρήσει κάποιες εφαρμογές του. Λέω κάποιες, γιατί στην πράξη η φιλελεύθερη παράδοση στηρίζεται στις ηθικές αρχές της ελευθερίας και της ισότητας, που θεωρώ αδιανόητο να αντικατασταθούν. Η χρηματοπιστωτική κρίση έδειξε ολοφάνερα ότι η οικονομική σκέψη της ελεύθερης αγοράς πρέπει να αλλάξει. Δεν υπάρχει πια καμιά αμφιβολία ότι ο στόχος της αέναης οικονομικής ανάπτυξης δεν μπορεί να συμβαδίζει με την επιβίωση του οικοσυστήματος.

Η νέα συλλογικότητα είναι εκείνη που θα έχει τη γενναιότητα να αποδεχτεί ότι λιγότερος πλούτος δεν σημαίνει απαραίτητα κοινωνική μάστιγα, αλλά μικρότερη καταστροφή. Μπορεί με κάποια ευκολία να μιλάμε για το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων των ιδεολογιών, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα κάνουμε τα πάντα για να σωθούν οι τράπεζες! Επίσης, αυτή η συλλογικότητα στη δική μας περίπτωση δεν μπορεί να διαπραγματευτεί με τη χρεοκοπημένη γένια του Πολυτεχνείου, που τόσο υπερτιμήσαμε τα μεταπολιτευτικά χρόνια. Είναι της μόδας να αναφερόμαστε στον μηδενισμό της γενιάς του "Κλικ", αλλά στην πράξη η πολιτική και οικονομική διαφθορά συντελέστηκε από τους "αμφισβητίες" εκείνων των χρόνων».*

info:Η ατομική έκθεση του Κωστή Βελώνη σε επιμέλεια Δάφνης Βιτάλη, στο ΕΜΣΤ, διαρκεί έως 5 Σεπτεμβρίου. Στο κτίριο του Ωδείου Αθηνών, Βασ. Γεωργίου Β' 17-19 & Ρηγίλλης, τηλ.: 210- 9242111. Ωρες λειτουργίας: Τρίτη έως Κυριακή 11.00 - 19.00, Πέμπτη 11.00 - 22.00. Είσοδος 3 και 1,5 ευρώ.

Η φθορά δεν με τρομάζει όσο η αιώνια αφθαρσία

Ο Κωστής Βελώνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε Πολιτισμικές και Ανθρωπιστικές Επιστήμες (MRes) στο London Consortium (Birkbeck College, ICA, ΑΑ, Tate Gallery) και Καλές Τέχνες στο Πανεπιστήμιο Paris VIII. Είναι διδάκτωρ Αρχιτεκτονικής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

Συχνά στους ήρωές του, «μοναχικές φιγούρες» τούς αποκαλεί, εμφανίζονται ιστορικοί ηγέτες ή μυθιστορηματικά πρόσωπα. Τα γλυπτά του, όμως, ακόμη και τα μνημειακά, έχουν ταπεινό χαρακτήρα. «Σε κάποια έργα μου συνυπάρχουν υλικά που βρίσκω πεταμένα στους δρόμους και αυτό μού προσφέρει μια αίσθηση του άμεσου και του αληθινού», εξηγεί. «Αυτός είναι και ο λόγος που με απασχολεί η γλυπτική. Εμπεριέχει μια αντιμεταφυσική υλικότητα που την κάνει αμεσότερη από την άυλη υπόσταση της ζωγραφικής και του βίντεο, και ασφαλώς αυτό δεν μπορεί να είναι αξιολογικό κριτήριο. Η φθορά δεν με τρομάζει τόσο όσο η υπόσχεση της αιώνιας αφθαρσίας. Η φθορά συνυπάρχει μαζί μας, είναι μέρος της θνητότητάς μας. Τα έργα μου αποτελούνται κυρίως από ξύλο, υλικό που ζει, αναπτύσσεται και συρρικνώνεται ανάλογα με τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος, και αυτή η διακριτική μετάλλαξη με γοητεύει».

Ιδιαίτεροι είναι πάντα οι τίτλοι του. «Κερδίζοντας τον σοσιαλισμό χάνεις τη γυναίκα σου», είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς της έκθεσης. «Ενα έργο χωρίς ολοκληρωμένο τίτλο δεν είναι πλήρες και γι' αυτό αποφεύγω τις υπεκφυγές, όπως "άτιτλο" ή "σπουδή αρ. 666". Οταν οι αφηγήσεις του έργου είναι συγκεκριμένες ένας τίτλος μπορεί να μου επιτρέψει να τις αρνηθώ ή να τις διακωμωδήσω αντίστοιχα. Ο τίτλος μπορεί να λειτουργήσει κριτικά πάνω στο έργο, ακόμα και να το αμφισβητήσει».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Εικαστικά