Έντυπη Έκδοση

Πού πας χωρίς αγάπη; Τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε

Α' Μέρος

«Είναι αλήθεια ότι μπορεί να γοητεύσει κανείς μια κοπέλα μέσω της γραφής;»

Αν ήθελα να εμβαθύνω στη γνωριμία μου με τον άνθρωπο Κάφκα ξεκινώντας από μια φράση και να είμαι σίγουρος ότι έχω επιλέξει σωστά θέτοντας το θεμέλιο για μια όσο γίνεται πιστή ερμηνεία του συγγραφέα, θα ήταν η παραπάνω ερώτηση που απευθύνει ο Κάφκα στον φίλο και κατοπινό βιογράφο του Μαξ Μπροντ το 1912. Η ερώτηση, παρά τον καθολικό της χαρακτήρα, στοχεύει τη στιγμή που διατυπώνεται στη δεσποινίδα Φελίτσε Μπάουερ, με την οποία ο Κάφκα έχει μόλις πριν από λίγες μέρες γνωριστεί και με την οποία επιθυμεί να σχετιστεί προκειμένου να επακολουθήσει το αναγκαίο για τον ίδιο και τη συγγραφική του δραστηριότητα αδιέξοδο. Στη δεσποινίδα Φελίτσε πρέπει να πιστώσουμε πολλά όσον αφορά την εκμαίευση του συγγραφέα Κάφκα, μια και είναι εκείνη που θα προκαλέσει τον Κάφκα σε απολογία και θα οργανώσει μια άτυπη δίκη εναντίον του διαλύοντας τον αρραβώνα τους και κατηγορώντας τον, όχι άδικα, για παράλληλη σχέση με τη φίλη της Γκρέτε Μπλοχ σε όλο το διάστημα των διαπραγματεύσεων και των προετοιμασιών για τον δικό τους αρραβώνα. Το ότι στην κατηγορία της εναντίον του η Φελίτσε τού προσάπτει παράλληλη σχέση, ενώ στην πραγματικότητα ο Κάφκα διατηρούσε παράλληλη αλληλογραφία -με ερωτικούς υπαινιγμούς ασφαλώς- με την Γκρέτε, μετατοπίζουν την πραγματικότητα από την ακριβολογία στη μεταφορά και μας δίνουν το πιο εύγλωττο παράδειγμα για το πόσο η ερωτική ζωή τού Κάφκα παίχτηκε στα γράμματα. Το ακόμα σημαντικότερο είναι ότι το δικαστήριο που έστησε η δεσποινίς Μπάουερ εναντίον του κυρίου Κάφκα ήταν η βιωματική αφορμή που οδήγησε τον δεύτερο στην τελεσίδικη έκφραση του εαυτού του στην ακαταμάχητη Δίκη.

Η ερώτηση ντύνει όλο το παράπονο του ανθρώπου που αισθάνεται ότι μειονεκτεί με μια ντόμπρα διατύπωση, που δεν θα πρέπει όμως να με παρασύρει εντελώς μακριά από το άλλο μισό που καλλιεργείται στη μειονεξία του Κάφκα, την απόφασή του να πλεονεκτήσει έναντι κάθε προϋπόθεσης της μειονεξίας του, έναντι του πατέρα του, της διαπιστευμένης εβραϊκότητάς του, της δραματικής απουσίας ακράδαντων πεποιθήσεων που τον διέκρινε και που τον φώτισε από τους συγγραφείς με Ιδέες να αρθεί σε συγγραφέα με Υπόθεση, της αρρώστιας πριν και πάνω από όλα, που είναι ο θεμέλιος λίθος της αναμόχλευσης.

Ποια είναι κυρίως η αρρώστια του Κάφκα; Είναι η φυματίωση, την οποία εκδηλώνει σε νεαρότατη ηλικία ή, όπως μας απαντά πάνω σε αυτό το θέμα ο Κανέτι στο βιβλίο του Η άλλη δίκη, είναι το ότι γνωρίζει τη φρίκη της ζωής όσο λίγοι και του είναι αδύνατον να την παρακάμψει, αντιθέτως «αργεί τόσο πολύ να πάρει μια απόφαση, που κάθε στόχος του απομακρύνεται αντί να πλησιάζει, λόγω των χιλιάδων αμφιβολιών...»1. Αυτή του η γνώση τον εκθέτει στους ισχυρούς χαρακτήρες που η άγνοιά τους τον συν-θλίβει. Και για να αποσαφηνίσω, δεν γνωρίζει μόνο τη φρίκη της ζωής ενός μειονεκτικού ο Κάφκα αλλά τη φρίκη της ζωής συνολικά· διαισθάνεται το ανέφικτο της συνουσίας και μόνο και μόνο για να πριμοδοτήσει τη ματαιότητα επιχειρεί τη βιωματική αναδιατύπωσή του, ταυτόχρονα αναλαμβάνει να βρει τη σκοπιμότητα αυτών των δυσκολιών. Η σκοπιμότητα που θα έβρισκε θα ήταν το αντίθετο της χρησιμοθηρίας της προόδου, μια σκοπιμότητα υπέρτερη, αντάξια της καταδίκης του Ανθρώπου, έτσι που να καταστεί σε Αυτόν ορατό και διαυγάζον το έμβλημα της ενοχής του.

Παρά όμως τα θρησκευτικά του διαβάσματα, που λόγω της συνειδητότητάς του τον περιτέμνουν και από τον πιστό θρησκευόμενο, ο Κάφκα ασφαλώς δεν είναι ο με εμβρίθεια μελετητής των γραφών, ένας original ταλμουδιστής δεν προλαβαίνει ούτε κι έχει έγνοια να γράψει, και μάλιστα λογοτεχνία. Ο Κάφκα όμως είναι η περίπτωση που αναστατώνεται ήδη από μια φράση, που φτάνει σε παροξυσμό με μια παραβολή, που καταρρακώνεται προκαταβολικά με την ανυπέρβλητη αμφισημία του θεόπνευστου λόγου, όλη αυτή η βιασύνη που, όπως παραδέχεται και ο ίδιος σε κάποιον αφορισμό του, του στερεί τον παράδεισο, όλος αυτός ο ακοινώνητος ενθουσιασμός τον οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο τραγικό, ενώ καθιστά αδύνατον το να είναι ο Κάφκα επαρκής μελετητής των Γραφών.

Μια ερώτηση που εξαιτίας της απαράμιλλης αγνότητάς του δεν φαίνεται να έθεσε ουδέποτε ο ίδιος στον εαυτό του είναι: «Ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα μιας μεθοδικότερης μελέτης σε κάποιον σαν τον ίδιον που οι γραφές και η αμφισημία τους είναι ήδη ενεργοποιημένες μέσα του στερώντας του με κάθε τρόπο την επίγεια ζωή;». Και ιδού ο αποσυνάγωγος που με ισχυρογνωμοσύνη φοβάται να απαρνηθεί την αρρώστια του, από τη μια, και τη ζωή, από την άλλη, αποκαλύπτεται ως ένας εκ των συνεπέστερων Εβραίος, θέτοντας αποφασιστικά τα όριά του εντός του πλασματικού της ανθρωπότητας και υποφέροντας μαζί της ώς το τέλος.

Ακόμα ο Κάφκα, μολονότι οδηγείται (εν αγνοία του;) στην κιρκεγκοριανή αντίληψη της πραγματικότητας, δεν είναι Κίρκεγκορ. Το γεγονός ότι έχει καταταγεί ως Εβραίος τον προσδένει στο καθήκον τού διά βίου οδοιπόρου και υλοποιεί άμεσα τον συμβολισμό της ασθένειάς του που θα τον οδηγήσει στον θάνατο, συνδράμοντάς τον έτσι να κάνει και το κορυφαίο του άλμα -αφού ήδη έχει υπερβεί την Ιδέα και έχει οδηγηθεί στην Υπόθεση-, να δραστηριοποιηθεί ο Λόγος του. Αυτό τον εμπλέκει στο να ερωτευθεί δυό και τρεις φορές, τον επαναφέρει στην επανάληψη, του αποκαλύπτει το άπειρο συγχωνευμένο στην πεπερασμένη ανθρώπινη ζωή που διαγωνίως αντανακλάται σαν επιθυμία στο Σύμπαν και τελικά τον εγκαθιστά υπαρξιακά ως άνθρωπο με μοίρα και ιδιότητες.

Πιθανότατα ο Κάφκα, όπως και πλήθος κακοποιημένων παιδιών, συντηρούσε τη διαίσθηση ότι δεν είχε στην πραγματικότητα τίποτα επιπλέον να μάθει, αλλά σε συσχετισμό και αντίθεση με τον Κίρκεγκορ είχε πολλά να γράψει με ένα μόνο πρόσωπο και ένα μόνο προσωπείο, είναι ο Κ και ο Κ είναι όλοι· όταν ο Θεός ζευγαρώνει τον Ανθρωπο με τον κόσμο ο άνθρωπος δεν μπορεί να τους χωρίσει, ο θάνατος, ναι. Ο Κάφκα, είναι ένας ανυπάκουος μοιρολάτρης, κι αν μελετά όσο μελετά δεν είναι για να φέρει επί μέρους αντιρρήσεις -η αντιλογία εξάλλου είναι η ζωντανή εβραϊκή παράδοση-, αλλά για να εξεγερθεί ολοκληρωτικά φέροντας τα προμηθεϊκά δεσμά, αφού οι διαρθρωτικές αλλαγές τίποτα δεν αλλάζουν, εξαναγκάζοντας τον διπρόσωπο αλλά μοναδικό του Πλάστη, που είναι ομοίως και το Αντικείμενο του Πόθου, σε ομολογίες. Αν ο Κίρκεγκορ γνώριζε τον Κάφκα θα αναγκαζόταν να παραδεχτεί ότι είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως και ότι έτσι ξέρει να προκαλεί την μήνιν του ζωντανού ψυχοδιψή Θεού, προκαλώντας τις αντιδράσεις του και τροφοδοτώντας μια παθιασμένη όσο και απελπισμένη ερωτική αλληλογραφία...

(Η συνέχεια και το τέλος, στο επόμενο φύλλο)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία