Έντυπη Έκδοση

Η μεγάλη επιστροφή

Το καλοκαίρι του 1983, σ' ένα χωριό της Πελοποννήσου, ο οχτάχρονος Λεωνίδας δέχεται στα γενέθλιά του το μόνο δώρο που δεν περίμενε: η μητέρα του, έπειτα από πολύμηνη απουσία, επιστρέφει ξαφνικά στο σπίτι, δίνοντας την εικόνα μιας γυναίκας γερασμένης πριν την ώρα της.

Το πέπλο μυστηρίου που σκέπαζε τη φυγή της, το τηλέφωνο που σιγούσε όλο το προηγούμενο διάστημα, είχαν κουράσει το παιδί, το είχαν κάνει «αργό στα αισθήματα». Και με μια σκληρότητα που μόνο οι πληγωμένοι επιδεικνύουν, ο Λεωνίδας αρνείται ν' αναγνωρίσει τη μητέρα του, αποφεύγει να ξαναπιάσει το νήμα της οικειότητας μαζί της, ενώ τρέμει μέσα του μήπως εξαφανιστεί από τον ορίζοντά του άλλη μια φορά...

Με πολλές εκπλήξεις

Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα από το οποίο αναδύεται το πρώτο εκτενές πεζό του Νίκου Α. Μάντη, «Το χιόνι του καλοκαιριού» (Εκδ. Καστανιώτη). Ενα μυθιστόρημα επικεντρωμένο στο πώς διαχειρίζεται κανείς στην πιο τρυφερή του ηλικία το βάρος των μυστικών που οι μεγάλοι προσπαθούν να κρατήσουν επτασφράγιστα, με φόντο την «παπανδρεϊκή» δεκαετία του '80 όπως τη βιώνει ένα αστόπαιδο προσγειωμένο στον μικρόκοσμο της επαρχίας, ένας «φλώρος» με ραγισμένη καρδιά.

Καρπός του έρωτα ενός εισοδηματία, φέρελπι συγγραφέα και μιας πόντιας φυγόδικης από τη Σοβιετική Ενωση, ο ήρωας του Μάντη αφηγείται την ιστορία του πότε με τα μάτια του παιδιού που υπήρξε και πότε ως ενήλικας, επιφυλλάσσοντάς μας κάμποσες εκπλήξεις - όχι πάντα πειστικές. Ωστόσο, όσο χοντροκομμένες κι αν είναι κάποιες παράμετροι της πλοκής κι όσο απότομα κι αν μεταλλάσσονται ορισμένοι απ' τους χαρακτήρες, η ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Μάντης σε κρατά δέσμιο έως το τέλος.

Σε αντίθεση με τον Λεωνίδα που με μεγάλη καθυστέρηση ανακαλύπτει το παρελθόν της μητέρας του, ο συγγραφέας σπέρνει το βιβλίο με αποσπάσματα από το ημερολόγιο που εκείνη κρατούσε κατά την πρώτη απουσία της, αρκούντως διαφωτιστικά και για και τη μετέπειτα εξαφάνισή της. Κι έτσι, πλάι στους κατοίκους και τους παραθεριστές του χωριού, στους ανέμελους συμμαθητές του Λεωνίδα και την κοπελίτσα με την οποία είναι ερωτευμένος, έρχονται να προστεθούν σταδιακά φιγούρες Ελληνοπόντιων καταδικασμένων σε γκουλάγκ της Σιβηρίας, ένας μυστηριώδης Ρώσος (κατάσκοπος;) και δύο ετεροθαλή αδέλφια εγκλωβισμένα σ' έναν ανίερο κι αδιέξοδο δεσμό...

Τον Μάντη τον πρωτογνωρίσαμε με τη συλλογή διηγημάτων «Ψευδώνυμο» (Καστανιώτης, 2007), όπου με αφηγηματική άνεση και λεπτή ειρωνεία ψυχογραφούσε μιά πλειάδα διαφορετικών ηρώων, θίγοντας θέματα όπως η άνοια, τα γηρατειά, η συντροφικότητα, η μοναξιά, αλλά και το κυνήγι της φήμης και της γρήγορης επιτυχίας. Γεννημένος το 1976, απόφοιτος της Νομικής Αθηνών και βιοποριζόμενος ως δημόσιος υπάλληλος, αποφάσισε να μην υπογράφει τα πεζά του με το αληθινό του όνομα. Ωστόσο, δεν κρύβεται. Πρόκειται για τον Νίκο Λαμπρόπουλο, που έχοντας περάσει την εφηβεία του «ζωγραφίζοντας μανιωδώς», στράφηκε αργότερα στην ποίηση («Το μάτι του άνθους», «Ροές»), αλλά και στο θέατρο (βλ. το «Τραστ» που ανέβηκε το 2005 στο Εθνικό υπό τις ευλογίες του Λιβαθινού).

«Την εποχή που έγραφα τα διηγήματα», εξηγεί, «επιχειρούσα ένα νέο ξεκίνημα. Και καθώς στην πεζογραφία είναι μεγάλος ο βαθμός της προσωπικής έκθεσης, ένιωσα την ανάγκη να βρω έναν τρόπο ν' αποστασιοποιηθώ...». Εναυσμα για το «Χιόνι του καλοκαιριού» στάθηκε ένα περιστατικό που του διηγήθηκαν σε ανύποπτο χρόνο, μ' ένα κοριτσάκι που επίσης αρνιόταν ν' αναγνωρίσει τη μητέρα του, έπειτα από δύο εβδομάδων μόλις απουσία από το οικογενειακό σκηνικό. Κι αυτό ακριβώς θέλησε ν' αναπτύξει στο μυθιστόρημά του, προσπερνώντας τα προβλήματα αληθοφάνειας που προέκυψαν καθ' οδόν: «Το πώς μπορεί ν' αυτοπαγιδευτεί ένα παιδί σε μια κατάσταση αποξένωσης από τους οικείους του και το πώς καταφέρνει να επιβιώσει και να εξελιχθεί».

Και οι αναφορές του στη Ρωσία; «Η Ρωσία αποτελεί έναν μόνιμο πόλο έλξης για μένα, ίσως εξαιτίας της λογοτεχνίας της που ανακάλυψα από μικρός. Εχω αποπειραθεί να μάθω και τη γλώσσα, αλλά όσο κι αν φαίνεται περίεργο, δεν την έχω ακόμα επισκεφτεί». Πέρα απ' τους ρώσους κλασικούς, πάντως, και τη «Λολίτα» του Ναμπόκοφ που του χάρισε ένα γερό, εφηβικό «πατατράκ», ο Νίκος Μάντης παρακολουθεί την αγγλοσαξονική λογοτεχνική σκηνή με μεγαλύτερο ενδιαφέρον «από τις φορμαλιστικές αναζητήσεις των κεντροευρωπαΐων συγγραφέων», ενώ από τους Ελληνες προτιμά μακράν τον Αλέξη Πανσέληνο. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία