Έντυπη Έκδοση

Η ιστορική και καλλιτεχνική ορμή της δεκαετίας του 1940

Βρέθηκα την προηγούμενη εβδομάδα στις Πρέσπες, στο συνέδριο που πραγματοποίησε το Δίκτυο για τη Μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων με θέμα «Η δεκαετία του 1940 στην τέχνη». Οι εργασίες του συνεδρίου έγιναν στο Πολιτιστικό Κέντρο Λαιμού, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, τον Δήμο Πρεσπών και τον Πολιτιστικό Οργανισμό Πρεσπών «Πρέσπεια 2010».

Με φόντο το υποβλητικό τοπίο των λιμνών, σε μια περιοχή που σφραγίστηκε από το δράμα του Εμφυλίου, οι σύνεδροι (φιλόλογοι, κοινωνικοί επιστήμονες, συγγραφείς και κριτικοί) αφιέρωσαν ένα ολόκληρο τετραήμερο (από την 1η έως τις 4 Ιουλίου) σ' ένα ελάχιστα ψαγμένο μέχρι τώρα πεδίο, αναδεικνύοντας ποικίλα φαινόμενα ή τάσεις και συσσωρεύοντας ένα πρωταρχικό κεφάλαιο για τις μελλοντικές κατευθύνσεις της έρευνας.

Το Δίκτυο για τη Μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων, που συμπλήρωσε πέρσι δέκα χρόνια συνεχούς δραστηριότητας, μέσα από την κινητοποίηση νέων κυρίως επιστημόνων, οι οποίοι έρχονται σε γόνιμο διάλογο με τους καθιερωμένους συναδέλφους τους, έχει ασχοληθεί κατ' επανάληψη με τη δεκαετία του 1940 στο πλαίσιο της εμφύλιας σύρραξης. Κατά τη διάρκεια του φετινού συνεδρίου, ωστόσο, η δεκαετία του 1940 μπήκε στο στόχαστρό του από έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο: τον δρόμο της καλλιτεχνικής έκφρασης και των εκδηλώσεών της σε μιαν εποχή στιγματισμένη όχι μόνον από το μένος του Εμφυλίου, αλλά και από τις εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, της Κατοχής και της Αντίστασης.

Το βάρος του Εμφυλίου στη λογοτεχνία

Η λογοτεχνία διεκδικεί ασφαλώς το μερίδιο του λέοντος σε ό,τι αφορά το βάρος του Εμφυλίου. Αυτό φάνηκε, νομίζω, πολύ καθαρά στην εναρκτήρια συζήτηση του συνεδρίου, στην οποία συναντήθηκαν συγγραφείς της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, που έχουν τον Εμφύλιο καταχωρισμένο στη βιωματική τους μνήμη (Θανάσης Βαλτινός), με μυθιστοριογράφους των τελευταίων ετών, που αντλούν τις εμφυλιακές τους παραστάσεις από τη δημόσια μνήμη (Νίκος Δαββέτας, Μαρλένα Πολιτοπούλου, Ελενα Χουζούρη). Εξήντα χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, παλαιότεροι και νεότεροι συγγραφείς μίλησαν είτε για τη διαδικασία επούλωσης του τραύματος με τη σταδιακή αναγνώριση του Αλλου (ο Βαλτινός τόνισε πως η «Ορθοκωστά» φέρνει στην επιφάνεια και τις δύο αλήθειες του Εμφυλίου) είτε για τον τρόπο με τον οποίο η εμφυλιακή σύγκρουση μετατρέπεται, μετά την επούλωση του τραύματος, σε ιστορικό σκηνικό της μυθοπλασίας, προκειμένου να φωτίσει καταστάσεις και ανάγκες του παρόντος (ο Δαββέτας μίλησε για το πώς γράφεται σήμερα ένα μυθιστόρημα για τον Εμφύλιο, η Πολιτοπούλου έκανε λόγο για το πώς μπορεί να εγγραφεί ο Εμφύλιος στις αναζητήσεις του σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος και η Χουζούρη αναφέρθηκε στις μεταμοντέρνες μεθόδους επεξεργασίας του εμφυλιακού υλικού).

Η λογοτεχνία, όμως, κατά τη δεκαετία του 1940, οδεύει και πέραν του Εμφυλίου. Το συνέδριο εξέτασε την αποτύπωση της ιστορικής ορμής, των καλλιτεχνικών ανησυχιών και της ιδεολογικοπολιτικής ατμόσφαιρας της δεκαετίας σε πολλαπλά λογοτεχνικά στρώματα: από την επανέκδοση του περιοδικού «Νέα Γράμματα» κατά τη διετία 1944-1945 (Σάββας Καράμπελας) και το πρότυπο του ανδρισμού σε μυθιστορήματα του Ρόδη Ρούφου και του Evelyn Waugh (Σπύρος Τσουτσουμπής) μέχρι τον αντικομμουνισμό του Σπύρου Μελά και του Ανδρέα Καραντώνη (Αναστασία Μητσοπούλου), την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη (Χρήστος Σκιαδαρέσης) και την απήχηση ενός προϊόντος μαζικής κουλτούρας, όπως ο «Μικρός ήρωας» του Στέλιου Ανεμοδουρά, στις πιο διαφορετικές κατηγορίες αναγνωστών (Μαρία Μποντήλα).

Κατοχή και Δεύτερος Παγκόσμιος: θέατρο, εικαστικά, μουσική και τραγούδι

Και οι άλλες τέχνες; Τι συμβαίνει με αυτές στη δεκαετία του 1940 και πώς επηρεάζονται από τα συλλογικά της διακυβεύματα; Απ' ό,τι φαίνεται, εδώ μπαίνουμε σε μια σχεδόν παρθένα επικράτεια, όπου, όμως, ο Εμφύλιος και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ή η Κατοχή και η Αντίσταση δίνουν και πάλι ευνόητα το «παρών»: άλλοτε ως άμεσες αναπαραστάσεις, στο επίπεδο της γλώσσας και της μορφής, και άλλοτε ως εξωγενείς διαμορφωτές, στο επίπεδο των κοινωνικών και ιστορικών όρων της καλλιτεχνικής παραγωγής. Στο συνέδριο παρουσιάστηκαν όψεις της εμφυλιακής ή της κατοχικής εμπειρίας στο λαϊκό τραγούδι (Δημήτρης Κόκορης) και στο λακωνικό μοιρολόι (Δημήτρης Κατσουλάκος), χωρίς εκ παραλλήλου να αγνοηθεί η πορεία του ρεμπέτικου (Μανώλης Σειραγάκις). Αλλοι, πάλι, ερευνητές παρουσίασαν τα ίχνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της Αντίστασης στις συνθέσεις της έντεχνης μουσικής (Αλέξανδρος Χαρκιολάκης) ή μίλησαν για τη σημασία του περίγυρου της Κατοχής και του Εμφυλίου στη μόδα της τζαζ (Απόστολος Πούλιος) ή στις επιλογές και τις κατευθύνσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (Γεωργία Κονδύλη).

Το κλίμα του Εμφυλίου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου εμφανίζεται και στις εικαστικές αναζητήσεις της δεκαετίας του 1940, που στρέφονται συχνά στην απεικόνιση της ζωής των φυλακισμένων και των εξορίστων ή στις πικρές μνήμες της Κατοχής (Κρίτων Παπαδόπουλος, Γλαύκη Γκότση, Νότα Πάντζου, Κατερίνα Στεφάτου). Η Κατοχή καθορίζει, με τον ταραγμένο και συνάμα πολύβουο κόσμο της, και τη διαδρομή του θεάτρου: από τις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου (Στάθης Γεωργιάδης) και των άλλων θεατρικών σκηνών (Δηώ Καγγελάρη) μέχρι τη στάση της θεατρικής κριτικής (Κατερίνα Καρρά) και την τύχη του ελληνοαμερικανικού θεάτρου (Κατερίνα Διακουμοπούλου).

Ο πιο προνομιακός, ίσως, χώρος για τις αναπαραστάσεις του Εμφυλίου, καθοδηγημένες πρωτίστως από τα μεταπολεμικά ιδεολογικά προτάγματα των νικητών, είναι ο χώρος των δημόσιων μνημείων, που αναλαμβάνουν τον ρόλο εθνικού παιδαγωγού ή ανορθωτή (Συραγώ Τσιάρα, Βασίλης Δαλκαβούκης, Αλέξανδρος Τενεκετζής), με την αρχιτεκτονική να παίρνει σαφείς αποστάσεις (θα ήταν δύσκολο να συμβεί διαφορετικά) από την ατμόσφαιρα της εμφυλιακής σύγκρουσης (Βασίλης Κολώνας) και το τοπίο να επανακάμπτει αίφνης στην καρδιά της (Δημήτρης Παπαδόπουλος).

Κλείνοντας, το συνέδριο μπήκε στο ζήτημα της εμφυλιακής και της κατοχικής εικονοποιίας ή της γενικότερης επιρροής τής δεκαετίας του 1940 στον σύγχρονο κινηματογράφο (Γιώργος Ανδρίτσος, Κωστούλα Καλούδη, Κώστας Τερζής), συμπληρώνοντας τις εργασίες του με μια αναφορά στις φωτογραφίες και τους φωτογράφους της Μάχης της Αθήνας τον Δεκέμβριο του 1944 (Μανώλης Κασιμάτης).

Δημοκρατικό και συζητητικό πνεύμα

Τα σημαντικότερα, νομίζω, στοιχεία του συνεδρίου, το οποίο διοργάνωσε το Δίκτυο για τη Μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων, στις Πρέσπες (επιστημονική επιτροπή: Ανδρέας Ανδρέου, Βενετία Αποστολίδου, Νίκος Μαραντζίδης, Τάκης Μπέσας, οργανωτική επιτροπή: Γιώργος Αντωνίου, Στράτος Δορδανάς, Σπύρος Κακουριώτης, Μαρία Μποντήλα), είναι δύο. Το πρώτο έχει να κάνει, όπως το έλεγα και πρωτύτερα, με τη διερεύνηση της άγνωστης παρουσίας της τέχνης στην υπερφορτισμένη ιστορικά και πολιτικά δεκαετία του 1940. Κι αν ως προς τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο ξέρουμε ενδεχομένως κάτι παραπάνω (για τη λογοτεχνία ξέρουμε σίγουρα πολύ περισσότερα), το θέατρο, τα εικαστικά, η τέχνη των μνημείων, το τραγούδι και η λαϊκή ή έντεχνη μουσική ιχνηλατήθηκαν από το συνέδριο ως περίπου terra incognita, προσφέροντας ήδη κάποιους μεστούς καρπούς και ανοίγοντας, ας μην το κρύψουμε, νέους ορίζοντες στην ιστορία της ελληνικής τέχνης. Το δεύτερο στοιχείο του συνεδρίου έχει να κάνει με το δημοκρατικό, συζητητικό και μονίμως ανοιχτό του πνεύμα: εισηγητές και ακροατήριο ανέπτυξαν, παρά τις πολλές διαφωνίες, αποκλίσεις και αντιθέσεις, εις βάθος τα επιχειρήματα και υπερασπίστηκαν με σθένος τις απόψεις τους, αποδεικνύοντας πως η κριτική λειτουργία της επιστήμης δεν μπορεί παρά να βασίζεται στην ανταλλαγή και τον διάλογο. Ετσι, άλλωστε, γίνεται σε κάθε ζωντανή κυψέλη. Με τη διαφορά (κι αυτό ας μπει επίσης στον θετικό λογαριασμό του συνεδρίου) ότι οι ζωντανές κυψέλες δεν πολυσυνηθίζονται στις ημέρες μας. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Ιστορία/Ιστορικά Γεγονότα
Εικαστικά
Μουσική
Θέατρο