Έντυπη Έκδοση

Τι ψάχνει η σύγχρονη λογοτεχνία στην Ιστορία;

Η ελληνική πεζογραφία τείνει τα τελευταία χρόνια να αναπτύξει μια προνομιακή σχέση με την ιστορική αναπαράσταση: από τους διωγμούς των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, τον Εμφύλιο και τις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης μέχρι τις ελληνικές κοινότητες της Μικράς Ασίας και της Οδησσού, τον Εθνικό Διχασμό, το Βυζάντιο, τους Τουρκοκρητικούς και τον Αγώνα του '21.

Ο κατάλογος των ιστορικών περιόδων και των τόπων θα μπορούσε να ανοίξει θεαματικά, αλλά το γεγονός δεν αλλάζει: η Ιστορία ως αφήγηση και ως υλικό της μυθοπλασίας απασχολεί όλο και συχνότερα τους σύγχρονους πεζογράφους, μπαίνοντας με τις πιο διαφορετικές αφορμές στο επίκεντρο της προσοχής τους.

Το παρελθόν και η ανακατασκευή του

Οι σχέσεις, βέβαια, μεταξύ Ιστορίας, μυθοπλασίας και αφήγησης δεν αποτελούν πρωτόφαντη υπόθεση και βυθίζουν τις ρίζες τους στη γέννηση του ιστορικού μυθιστορήματος κατά τον 19ο αιώνα μέσα από τα έργα του Σκοτ και του Θακερέι ή του Ουγκό, του Μπαλζάκ και του Σταντάλ. Οι συγγραφείς προστρέχουν ήδη από τότε στην Ιστορία και τούτο, όχι τόσο για να τιμήσουν εν γένει τα επιτεύγματά της ή για να αντλήσουν χρήσιμα διδάγματα από την πορεία της όσο για να προσδώσουν ένα αναδρομικό νόημα στα φλέγοντα ζητήματα του καιρού τους, ανασυντάσσοντας και ανακατασκευάζοντας το παρελθόν, του οποίου το κύρος συχνά επινοούν εξαρχής. Οταν, φέρ' ειπείν, για να περιοριστούμε στην περιοχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο Αλέξανδρος-Ρίζος Ραγκαβής, ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, ο Στέφανος Ξένος και ο Κωνσταντίνος Ράμφος οδεύουν προς το εξυψωμένο στοιχείο του Ελληνα και του Ελληνισμού, αναφερόμενοι στην αρχαιότητα, στη Φραγκοκρατία και στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο νους τους βρίσκεται στη μετονομασία των προβλημάτων της μετεπαναστατικής Ελλάδας, που συνοψίζονται στη δραματική οικονομική, διοικητική και ιδεολογική αστάθεια του καχεκτικού της κράτους. Κι όταν, πάλι, ο Αγγελος Τερζάκης ανακαλύπτει περί τα μέσα της δεκαετίας του 1940 με τη σειρά του τους Φράγκους, το θέμα του στην πραγματικότητα είναι η ξένη κατοχή και το αντιστασιακό φρόνημα των Ελλήνων έναντι των δυνάμεων του ναζισμού.

Τι ζητούν, όμως, οι σημερινοί συγγραφείς από το ιστορικό παρελθόν; Τι είναι εκείνο το οποίο τους σπρώχνει στις παρακαταθήκες του και τους ρίχνει στην επισταμένη μελέτη των πηγών; Στις ημέρες μας ο συγγραφέας είναι αδύνατον να ταυτιστεί με τον ρόλο του εθνικού βάρδου, όπως ήταν σχεδόν αυτονόητο για τον Σκοτ και τον Ράμφο ή τον Τερζάκη, και οι έννοιες της πατρίδας και του έθνους έχουν τροποποιηθεί ολοκληρωτικά στα λογοτεχνικά κείμενα, ακόμη κι αν ο εθνικισμός δεν έχει υποχωρήσει από τη δημόσια σκηνή κι έχει βρει άλλες καταφυγές και διεξόδους προκειμένου να εξασφαλίσει την επιβίωσή του.

Μια πρώτη και αρκετά διαδομένη υπόθεση είναι πως στο πλαίσιο της εμπορικής ανάπτυξης της βιβλιαγοράς (θα δούμε πόσο εύκολα θα είμαστε σε θέση να χρησιμοποιούμε ένα τέτοιο κριτήριο στο αμέσως προσεχές μέλλον), η Ιστορία είναι δυνατόν να λειτουργήσει με το πανοραμικό της πεδίο ως υπερθέαμα, συμβάλλοντας στην αλματώδη άνοδο των πωλήσεων. Η υπόθεση δεν στερείται πραγματολογική αξία. Οντως, ένα μέρος του ιστορικού μυθιστορήματος των τελευταίων χρόνων μετατρέπει την Ιστορία σε μεγαλειώδη θεατρική σκηνή, όπου το καλό συγκρούεται με το κακό και οι άνθρωποι αποδεικνύουν κάθε τόσο την ακεραιότητα της ηθικής και των αισθημάτων τους, ενώ τα χαρισματικά άτομα ταυτίζονται πάντα με το πλάσιμο συναρπαστικών ηγετικών προσωπικοτήτων. Η τάση, όμως, αυτή, πρώτον, δεν μας επιτρέπει να καταλάβουμε τα κεντρικά διακυβεύματα του σύγχρονου ιστορικού μυθιστορήματος και, δεύτερον, δεν αποτελεί ακριβώς νεόκοπο φαινόμενο.

Η Ιστορία ως βάση μιας μυθιστορηματικής παραγωγής με χαρακτήρα περιπετειώδους φυγής, όπου η ταυτότητα του συλλογικού (παροντικού ή παρελθοντικού) παραμένει αδιάγνωστη, κυριαρχεί και στην εκδοτική αγορά των δεκαετιών του 1960 και του 1970, κατά τη διάρκεια των οποίων ο ιστορικός μυθιστοριογράφος μετατρέπεται από ταγό του έθνους σε διασκεδαστή του καταναλωτικού κοινού.

Η κατάργηση του συνόρου ανάμεσα σε φίλο και εχθρό

Εκείνο που πρωτίστως χαρακτηρίζει το νεότερο ιστορικό μυθιστόρημα, δείχνοντας με ποιον τρόπο επιστρέφει η σύγχρονη πεζογραφία στα συλλογικά μεγέθη, είναι η διάθεσή του να υπερβεί τη συνοριακή γραμμή την οποία χάρασσε άλλοτε ανάμεσα σε εχθρό και φίλο. Ο,τι φαντάζει στα μάτια των παλαιότερων ιστορικών μυθιστοριογράφων ως σφριγηλή και αρραγής ελληνική ενότητα απουσιάζει πανηγυρικά από τη συνείδηση των διαδόχων τους. Το ελληνικό σύμπαν θυμίζει στο έργο των διαδόχων έναν καθρέφτη πολλαπλών πολιτισμικών και φυλετικών αντανακλάσεων: έναν καθρέφτη μέσα στον οποίο έχουμε τη δυνατότητα να κοιτάξουμε το πρόσωπο του άλλου πέρα από διαχωριστικές ζώνες, ως αναπόσπαστο δικό μας κομμάτι, αλλά και (έχει σημασία) ως μια εντελώς διαφορετική και ξέχωρη (γεμάτη από ανεξερεύνητα στοιχεία) εμπειρία (Ρέα Γαλανάκη, Μάρω Δούκα, Αλέξης Πανσέληνος, Νίκος Θέμελης, Διαμαντής Αξιώτης). Σημειωτέον πως μια τέτοια εμπειρία κοιτάζει όχι μόνο προς την Ανατολή, που παύει να είναι ο ορκισμένος και προαιώνιος βάρβαρος, φορώντας κάποτε ακόμη και ιερατικά άμφια (Θεόδωρος Γρηγοριάδης), αλλά και προς τη Δύση, που σταματά να εκπροσωπεί τον ευγενή κυρίαρχο (Φραγκοκρατία) και μετατρέπεται σε οδό τεχνολογίας, τέχνης και επιστήμης ή φιλοσοφικής γνώσης και πολιτικής χειραφέτησης (Σώτη Τριανταφύλλου).

Τη διάκριση, όμως, μεταξύ εχθρού και φίλου υπερβαίνουν και οι μυθιστοριογράφοι που καταπιάνονται με τον Εμφύλιο, βάζοντας με σπάνιες εξαιρέσεις (Κώστας Βούλγαρης) στην άκρη την αλήθεια του Δημοκρατικού ή του Εθνικού Στρατού, για να ψάξουν τις παράπλευρες συνέπειες της σύρραξης στον παιδόκοσμο των δεκαετιών του 1940 και του 1950 (Βασίλης Μπούτος, Θανάσης Σκρουμπέλος, Μαρλένα Πολιτοπούλου, Γιάννης Ατζακάς), όπως και για να προβάλουν τα εμφυλιακά φαντάσματα στις αμέσως επόμενες δεκαετίες (Κώστας Ακρίβος, Βασιλική Ηλιοπούλου) ή σ' ένα εξαιρετικά δυσοίωνο και δύστροπο υπαρξιακό παρόν (Νίκος Δαββέτας).

Οι σύγχρονοι πεζογράφοι επιστρέφουν στην Ιστορία όχι για να αποκομίσουν κοσμοθεωρητικές βεβαιότητες και στέρεες ιδεολογικές ασπίδες, που θα υπερασπιστούν μια ξεκάθαρη πραγματικότητα, αλλά για ενοφθαλμίσουν στο σώμα της κάτι από το κλίμα ανοχής, σκεπτικισμού και διαρκούς αναθεώρησης της κατακερματισμένης, πολυπολικής και εκτυφλωτικά φυγόκεντρης εποχής τους. **

Ιστορία και μεταμοντερνισμός

Το ενδιαφέρον της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας για την Ιστορία δεν εκδηλώνεται πάντα με την εξωστρεφή μορφή του ιστορικού μυθιστορήματος, που επιστρέφει μέσω της ανακίνησης ή της αναζωπύρωσης του παρελθόντος στα μεγάλα συλλογικά διακυβεύματα της εποχής του. Πολλές φορές, οι σύγχρονοι πεζογράφοι διαλέγουν μια σαφώς πιο κλειστή φόρμα, η οποία χωρίς να στερεί από το συλλογικό την πρωταγωνιστική του θέση, προτιμά να το ανασυστήσει διά μέσου του εργαστηριακού και αυτοαναφορικού μεταμοντερνισμού της ιστορικής μεταμυθοπλασίας. Εχουμε εδώ συγγραφείς και έργα που δοκιμάζουν τα πιο διαφορετικά πράγματα: άλλοτε επιβιβάζονται στο όχημα της αρχαιολογικής φαντασίας, για να «πειράξουν» τα είδη της μυθιστορηματικής βιογραφίας και της μυθοπλαστικής αυτοβιογραφίας (Τάκης Θεοδωρόπουλος), άλλοτε στρέφονται στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό (Θωμάς Σκάσσης), για να ενοφθαλμίσουν την ολοζώντανη, σημερινή τους γλώσσα στις αρχειακές πηγές του και άλλοτε καταφεύγουν στην εθνική μανία του Μακεδονικού Αγώνα (Πάνος Θεοδωρίδης) ή στο πολιτικό μένος της βενιζελικής Κρήτης (Γιώργης Γιατρομανωλάκης) και των Βαλκανικών Πολέμων (Ελενα Χουζούρη), για να ανακατέψουν την ημερολογιακή και την επιστολική αφήγηση με το αστυνομικό μυθιστόρημα και την ιστορική παρωδία ή το ιστορικό δοκίμιο. Οπως κι αν οργανώνουν τη σκηνοθεσία τους, τα έργα της ιστορικής μεταμυθοπλασίας εμφανίζονται από την πρώτη στιγμή αποσυνδεδεμένα από τον εντοπισμό και την επιβράβευση της οποιασδήποτε ιστορικής αλήθειας, με πρώτιστο σκοπό τους το διακειμενικό και το σημασιολογικό-ερμηνευτικό παιχνίδι.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Ιστορία/Ιστορικά Γεγονότα
Λογοτεχνία