Έντυπη Έκδοση

Η αμφισβήτηση του συστήματος και η απάτη του «ηθικού καπιταλισμού»

Καταμεσής της χρηματοπιστωτικής κρίσης, απέναντι στην ασυδοσία των μεγάλων τραπεζών, οι ηγέτες των καπιταλιστικών χωρών χτυπούσαν τη γροθιά στο τραπέζι. Οι πιο τολμηροί ανάμεσά τους επικαλούνταν μια ηθικοποίηση του καπιταλισμού, φοβούμενοι τη βαθύτερη αμφισβήτηση του συστήματος. Εκτοτε, εξαφανίστηκαν οι υποσχέσεις. Εμεινε μονάχα η εξαπάτηση.

Μήπως έχει φτάσει ο καιρός να ηθικοποιήσουμε τον καπιταλισμό; Στην κορύφωση της κρίσης το ερώτημα διατυπώθηκε από τους ηγέτες μας, με επικεφαλής τον Νικολά Σαρκοζί, έναν δηλαδή, από εκείνους που προηγουμένως είχαν παραδοθεί στην απερίσκεπτη απολογία του φιλελευθερισμού, ο οποίος υποτίθεται πως αντιπροσώπευε το (ευτυχές) «τέλος της Ιστορίας». Διατυπωμένη με αυτόν τον τρόπο, η ερώτηση ενέχει κάποιες παγίδες: αν πρέπει να τον ηθικοποιήσουμε, αυτό σημαίνει ότι ο καπιταλισμός είναι ανήθικος· αν μπορούμε να το κάνουμε, αυτό συμβαίνει επειδή στις δομές του δεν είναι εγγενώς ανήθικος. Μόνο οι ακρότητές του αμφισβητούνται. Η ανηθικότητα, όμως, είναι συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού, αντίθετα με την αντίληψη πως μέσα από την οικονομία δημιουργεί μια πραγματικότητα η οποία διαφεύγει της ηθικής.

Ο υπερ-φιλελεύθερος οικονομολόγος Φρίντριχ Χάγεκ είχε ήδη διατυπώσει αυτή την ένσταση τον 20ό αιώνα(1): μόνο μια ηθελημένη ατομική συμπεριφορά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως δίκαιη ή άδικη - κάτι ανάλογο δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε ένα κοινωνικό σύστημα που, ως τέτοιο, δεν επιδιώχθηκε από κανέναν. Αυτό ωθεί τον Χάγεκ να απορρίψει την ίδια την έννοια της «κοινωνικής δικαιοσύνης», η οποία κηρύσσεται παράλογη, αφού κρίνει αυτό που δεν προσφέρεται προς κρίση: «Δεν υπάρχει κριτήριο μέσω του οποίου θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε αυτό που είναι "κοινωνικώς άδικο", επειδή δεν υπάρχει το υποκείμενο από το οποίο θα μπορούσε να διαπραχθεί αυτή η αδικία(2)», γράφει λόγου χάρη. Σε εκείνο το σημείο βλέπει επίσης ένα υπόλειμμα ανθρωπομορφισμού, το οποίο προβάλλεται στην απάνθρωπη (με την έννοια της απρόσωπης) πραγματικότητα των ανθρώπινων προθέσεων· αυτός ο ανθρωπομορφισμός εμψύχωσε το σοσιαλιστικό ρεύμα και την αξίωσή του να αναδιανεμηθεί με δίκαιο τρόπο ο πλούτος και τα μέσα παραγωγής. Η αντίληψη του Χάγεκ εκβάλλει λοιπόν σε έναν πλήρη αμοραλισμό όσον αφορά το πεδίο της οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας, και μάλιστα σε μια μορφή κυνισμού ο οποίος εκ των προτέρων προσφέρει στον εαυτό του τα μέσα για να συγκαλύψει το κακό που εκτρέφει, εφόσον το αρνείται θεωρητικά, αφαιρώντας του κάθε διανοητική βάση(3).

Αυτό το επιχείρημα πρόσφατα ανασύρθηκε από την αφάνεια χάρη στον Αντρέ Κοντ-Σπονβίλ, στο βιβλίο του «Είναι ηθικός ο καπιταλισμός;»(4), του οποίου η επιτυχία στα ΜΜΕ, ακόμη κι αν το περιεχόμενό του εκλήφθηκε από την ανάποδη εξαιτίας της κρίσης, όντως αντικατοπτρίζει τη δυναμική της φιλελεύθερης ιδεολογίας. Διακρίνοντας την κοινωνική ζωή σε κατηγορίες, τουτέστιν την επιστημονικο-τεχνική, τη νομικο-πολιτική, την ηθική και την προσωπικά ηθική (την οποία ορίζει μέσω του έρωτα), τοποθετεί την οικονομία στην πρώτη: «Η ηθική είναι εντελώς άσχετη για να περιγράψει ή να εξηγήσει οποιαδήποτε διαδικασία εκτυλίσσεται σε τούτη την πρώτη κατηγορία. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για την οικονομία, η οποία αποτελεί κομμάτι της», βεβαιώνει(5).

Η ηθική εμφανίζεται, έτσι, να κατέχει μια εξωτερική θέση, με τον καπιταλισμό να τοποθετείται εκτός του πεδίου της: ούτε ηθικός ούτε ανήθικος, αλλά πέραν της ηθικής. Οχι πως η ηθική δεν μπορεί να υπεισέλθει -δεν βρίσκουμε πλέον κανέναν να υποστηρίξει μια τόσο ριζοσπαστική θέση. Δεν έχει τη δυνατότητα, όμως, να το κάνει παρά μόνο οριακά, διαμέσου της πολιτικής και του δικαίου, για να μετριάσει τις ζημιές, χωρίς να μπορεί ούτε (κυρίως) να πρέπει να ματαιώσει τους σκοπούς του. Ο καπιταλισμός μπορεί να είναι άδικος, αναγνωρίζει, εντούτοις, ο συγγραφέας, όπως η φύση όταν μοιράζει ταλέντα στους ανθρώπους, σίγουρα όμως όχι ανήθικος - και συνεπώς δεν οφείλει να αλλάξει θεμελιωδώς(6).

Αυτός ο τύπος επιχειρηματολογίας δεν συντελεί απλώς στην αθώωση του καπιταλισμού για τις αξιοσημείωτες ζημιές που έχουμε μπροστά στα μάτια μας -και άρα συγκαλύπτει ιδεολογικά τους εμπαιγμούς του- αλλά επιπλέον τροφοδοτεί και έναν γενικευμένο κυνισμό απέναντι στην πολιτική, αφαιρώντας της κάθε ισχυρή ηθική φιλοδοξία. Η δικαιολόγησή του στηρίζεται σε ένα μείζον σφάλμα, ολοφάνερο στον Κοντ-Σπονβίλ και παρόν σε όλους τους υπέρμαχους του καπιταλισμού: την ενσωμάτωση της οικονομίας στην κατηγορία της επιστήμης και της τεχνικής, οι οποίες όντως είναι ηθικά ουδέτερες. Ξεχνάει, έτσι, όσα τις χωρίζουν θεμελιακά από αυτόν.

Η επιστήμη και η τεχνική (στις οποίες η οικονομία ολοφάνερα προσαρτήθηκε) δεν είναι παρά μέσα (εργαλεία) και μόνο η κοινωνική χρήση τους μπορεί να κριθεί. Ετσι, μια καινούρια τεχνική παραγωγής που αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας δεν είναι αφ' εαυτού της φορέας ανεργίας και άρα κακή· αντιθέτως, επιτρέπει τη μείωση του χρόνου εργασίας και άρα του ανθρώπινου μόχθου: μπορούν να παραχθούν τα ίδια σε λιγότερη ώρα με τους ίδιους εργαζόμενους. Ή, επιπλέον, δίνει τη δυνατότητα να ανταμειφθούν καλύτερα οι μισθωτοί χάρη στα κέρδη από την παραγωγικότητα. Η αξία της έγκειται, λοιπόν, στον τρόπο που τη χρησιμοποιούμε.

Αντίθετα -και αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα του Καρλ Μαρξ, αυτού του ξεχασμένου από τις επίσημες οικονομικές θεωρίες μέχρι την πρόσφατη κρίση- η οικονομία συγκροτείται από πρακτικές μέσω των οποίων κάποιοι άνθρωποι (οι καπιταλιστές) συμπεριφέρονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο απέναντι σε άλλους ανθρώπους (τους εργάτες και τους μισθωτούς εν γένει): εκμεταλλευόμενοι αυτούς, υποβάλλοντάς τους σε εφιαλτικές επαναλαμβανόμενες ρουτίνες, απολύοντάς τους με το πρόσχημα της ανταγωνιστικότητας ή βάζοντάς τους να αντιπαρατεθούν ο ένας στον άλλον μέσω της κουλτούρας του αποτελέσματος ή μέσω νέων κανόνων της διοίκησης, οι οποίοι γνωρίζουμε στη συνέχεια σε ποιο βαθμό δημιουργούν πραγματικά αφόρητα βάσανα στην εργασία(7).

Ευρύτερα -καθώς εδώ διακυβεύεται η ισχύς της πολιτικής- εκείνο που πρέπει να αμφισβητηθεί είναι το πρότυπο της πραγματικότητας που έχει αποδοθεί γενικά στην οικονομία: μια πραγματικότητα αντικειμενική και απόλυτη, που κηρύχθηκε ανεξάρτητη από τους ανθρώπους (ενώ οι ίδιοι τη δημιουργούν) και υποτάχθηκε σε αμείλικτους νόμους, ανάλογους με αυτούς της φύσης, τους οποίους βεβαίως δεν είμαστε σε θέση να κρίνουμε: δεν ασκούμε κριτική στο νόμο της πτώσης των αντικειμένων εξαιτίας της βαρύτητας... έστω και αν περιστασιακά μπορεί να μας προκαλέσει πόνο! Αυτό το διανοητικό «παράγωγο» έχει όνομα: οικονομισμός. Αυτός δεν συνίσταται μόνο στην ανύψωση της οικονομικής δραστηριότητας σε πρωταρχική αξία που υποτάσσει σε αυτήν όλες τις άλλες, αλλά και στη θεώρηση πως αυτή δημιουργείται από διαδικασίες που υπεξαιρέθηκαν από την ευθύνη της πολιτικής.

Ωστόσο, πρέπει να κατανοήσουμε πως, έστω κι αν υπάρχουν αρκετοί νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας, ανήκουν αυστηρά στην εσωτερική δομή ενός συστήματος παραγωγής που κυριαρχείται από την ατομική ιδιοκτησία· μπορούν να αλλάξουν κατεύθυνση και, κατ' αρχήν, ακόμη και να καταργηθούν αν αλλάξουμε το σύστημα. Σε αυτούς, λοιπόν, πρέπει να δούμε τους κανόνες λειτουργίας ενός συγκεκριμένου τύπου οικονομικής οργάνωσης (ο οποίος δεν αποτελεί το τέλος της Ιστορίας) που εγκαθιστούν μια ιδιαίτερη μορφή πρακτικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, έχοντας όντως πρακτική υπόσταση. Θεσμοθετήθηκαν (μέχρι και σε παγκόσμιο επίπεδο πλέον) και άρα μπορούν να τροποποιηθούν. Κάτι που σημαίνει πως οι αποκαλούμενοι «νόμοι της οικονομίας» εμπίπτουν ευθέως στη δικαιοδοσία της ηθικής, όπως οτιδήποτε αφορά την πρακτική.

Γι' αυτό και η ίδια η «οικονομική επιστήμη» δεν θα μπορούσε να γίνει αμιγής επιστήμη, αποκαθαρμένη από αξιακές κρίσεις: όπως οι κοινωνικές επιστήμες εν γένει, και από την ίδια τη φύση του αντικειμένου της (εφόσον εμπλέκονται άτομα), καθιερώνει αξίες, τουλάχιστον σιωπηρά· συλλαμβάνει την ανθρώπινη δραστηριότητα και προσανατολίζει την ανάλυση της πραγματικότητας προς αυτή ή εκείνη την κατεύθυνση, την οποία μπορούμε να επιδοκιμάσουμε ή όχι.

Ο αμερικανός οικονομολόγος Αλμπερτ Οτο Χίρσμαν το υπέδειξε πολύ σωστά, υπογραμμίζοντας τη διαπλοκή, συχνά ασυναίσθητη, της οικονομικής επιστήμης και της ηθικής. Παρατήρησε πως «η ηθική (...) έχει τη θέση της στο επίκεντρο της εργασίας μας, υπό την προϋπόθεση πως οι ερευνητές των κοινωνικών επιστημών είναι ηθικά ζωντανοί(8)»· διατυπώνει λοιπόν την ευχή να γίνουν οι ηθικές έγνοιες κατηγορηματικά και ενσυνείδητα αντιληπτές από την κοινωνική επιστήμη - συναντώντας τον Μαρξ, όταν εκείνος αποφαίνεται στα «Χειρόγραφα του 1844» πως η οικονομία είναι «μια αυθεντική ηθική επιστήμη, η πιο ηθική από όλες τις επιστήμες(9)».

Η ηθική οφείλει να εφαρμοστεί σε όλους και άρα στις κοινωνικές σχέσεις στην ολότητά τους, τουτέστιν στην πολιτική ζωή (με τη στενή έννοια των θεσμών), την κοινωνική (πάντα με τη στενή έννοια των κοινωνικών δικαιωμάτων) και την οικονομική. Ομως, αν και η ηθική ξεκίνησε για τα καλά να κυριαρχεί στα δύο πρώτα πεδία από τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη το 1789 μέχρι εκείνη του 1948, αξιώσαμε να σταματήσει μπροστά στις θύρες της οικονομίας. Αυτό το «απαγορεύεται» είναι που πρέπει να άρουμε όταν αρχίσουμε να μιλάμε για μια ηθική πολιτική που ταυτόχρονα θα είναι μια ηθική οικονομία, δηλαδή μια πολιτική που υλοποιεί τις αξίες της ηθικής έως το πεδίο της οικονομίας.

Και για ποιες αξίες και για ποια πολιτική μιλάμε; Η απάντηση μπορεί να εξαχθεί από τη διατύπωση του Ιμάνουελ Καντ, η οποία καταλήγει στην κοινή αίσθηση περί ηθικής: το κριτήριο της οικουμενικότητας είναι αυτό που επιτάσσει να σέβεσαι τον άλλον, να μην τον εκμεταλλεύεσαι σαν αντικείμενο και να προάγεις την ανεξαρτησία του. Εχοντας απαλλαγεί από κάθε μεταφυσικό ή θρησκευτικό υπόβαθρο, ο Καντ απαιτεί να τερματίσουμε την πολιτική κυριαρχία (εν μέρει υλοποιήθηκε μέσω των δημοκρατικών θεσμών), την κοινωνική καταπίεση (εν μέρει επιτεύχθηκε μέσω των δικαιωμάτων που το εργατικό κίνημα κατάκτησε μετά τον 19ο αι.), εξίσου όμως και την οικονομική εκμετάλλευση: αυτό, σε μεγάλο βαθμό, απομένει να κατακτηθεί.

Βασικά, η ηθικοποίηση του καπιταλισμού αποδεικνύεται, με απόλυτη ακρίβεια, ανέφικτη, αφού αυτός είναι εξ ορισμού ανήθικος, καθώς τίθεται στην υπηρεσία μιας πλούσιας μειοψηφίας η οποία εκμεταλλεύεται σαν εργαλείο τη μεγάλη μάζα των εργαζομένων, αρνούμενη την ανεξαρτησία τους.

(1) Βλ. ειδικότερα Friedrich Hayek, «Law, Legislation and Liberty» («Δίκαιο, νομοθεσία και ελευθερία», γαλλ. μτφ.: «Droit, legislation et liberte», Presse Universitaire de France, 3 τόμοι, 1980-1983).

(2) Ο.π., 2ος τόμος, σελ. 94 της γαλλικής έκδοσης.

(3) Ερωτηθείς για τις επιπτώσεις του φιλελευθερισμού στους ανθρώπους, ο Χάγεκ μπόρεσε να πει, αναφερόμενος στα ενδεχόμενα θύματα: «Κρίμα, τι να κάνουμε;».

(4) Andre Comte-Sponville, « Le capitalisme est-il moral?», Albin Michel, Παρίσι, 2004, επανέκδοση 2009.

(5) Ο.π., 2η έκδοση, σελ. 78.

(6) Ο.π., σελ. 238-239.

(7) Βλ. ιδιαιτέρως τα άρθρα του Cristophe Dejours και του Jean-Pierre Durand στο «Actuel Marx», τ. 39, «Nouvelles alienations» («Νέες αλλοτριώσεις»), Παρίσι, Μάιος 2006.

(8) Albert Ο. Hirschman, «L'Economie comme science morale et politique» («Η οικονομία ως ηθική και πολιτική επιστήμη»), Gallimard-Seuil, Παρίσι, 1984, σελ. 109.

(9) Ο Μαρξ, μετά τη νεανική περίοδό του, δεν θεωρητικοποίησε αυτή τη διαπλοκή: αποτελεί ένα κενό του έργου του.

* Φιλόσοφος. Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του «L'ambition morale de la politique. Changer l'homme?» («Η ηθική φιλοδοξία της πολιτικής. Να αλλάξουμε τον άνθρωπο;»), L'Harmattan, συλλογή «Raison Mondialisee», Παρίσι, 2010.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Le Monde diplomatique
Οικονομική κρίση