Έντυπη Έκδοση

Δίκαιη δίκη και ιερή αναλγησία

Στη ραστώνη των θερινών διακοπών, το ταχυδρομείο μού έφερε δύο φακέλους που με παρακίνησαν στις σκέψεις που διατυπώνω εδώ στη συνέχεια: Ο ένας περιείχε το πλήρες, όσο και συγκλονιστικό, κείμενο της νέας προσφυγής, που κατέθεσε ο φερόμενος ως «εν ακοινωνησία» μητροπολίτης Αττικής Νικόδημος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας εναντίον της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Πριν από δύο μήνες είχα απασχολήσει τη φιλόξενη τούτη στήλη με τις κακουχίες, στις οποίες επί δεκαετίες σύρεται ο γέροντας από τους άλλοτε εν Χριστώ αδελφούς του. Ο δεύτερος φάκελος προερχόταν από τον διεθνώς πιο τιμημένο Ελληνα νομοδιδάσκαλο και τεχνοκρίτη, τον καθηγητή Βασίλη Μαρκεζίνη, ο οποίος μου έστειλε φιλικά δύο από τα πολλά περισπούδαστα βιβλία του, από τα οποία το πρώτο, που ήδη απνευστί διάβασα, με προικοδότησε με πλήθος, όχι μόνο νέων γνώσεων, αλλά και σοβαρών δικαιικών και ηθικών προβληματισμών, μερικούς από τους οποίους, συναφείς με την πολύχρονη περιπέτεια του γέροντα Νικόδημου, θα προσπαθήσω να μεταφέρω με συντομία τώρα εδώ.

Θυμίζει, λοιπόν, ο καθηγητής Μαρκεζίνης στη σελίδα 135 του βιβλίου του «Το Καλό και το Κακό στην Τέχνη και στο Δίκαιο» ότι «η πτώση από τον Παράδεισο προκαλείται από την ανυπακοή σε μία και μοναδική εντολή»: την αποφυγή του απαγορευμένου καρπού! Και αναρωτιέται: «Πώς είναι δυνατόν η παραβίαση ενός και μόνου κανόνα να επισύρει τόσο σοβαρές συνέπειες», δηλαδή την έκτοτε αποπομπή από τον Παράδεισο σύμπαντος του ανθρώπινου γένους; Τάχα «δεν υπάρχει ένδειξη ότι η νεότητα (ή κάποια άλλη προσωπική κατάσταση) θα μπορούσε να παράσχει ελαφρυντικά ή να καταστήσει πιο ήπια την προαποφασισμένη τιμωρία;» (σελ. 137), κάτι που ευλόγως παρακινεί τον συγγραφέα στην αιχμηρή παρατήρηση ότι «η μεγάλη αυστηρότητα της θρησκευτικής δικαιοσύνης δεν θα επιδοκιμαζόταν εύκολα από τους σύγχρονους νομικούς», καθώς η επιβληθείσα τιμωρία «φαίνεται να μη λαμβάνει υπόψη της την ανάγκη της αναλογικότητας», με την πικρή παραδοχή ότι «στα βιβλικά κείμενα η τιμωρία εκφυλίζεται συχνά σε μια μορφή εκδίκησης», ιδίως εν όψει τού ότι, στις Δέκα Εντολές, «για τα αμαρτήματα των γονέων τιμωρούνται τα παιδιά, ακόμη και τα εγγόνια των αμαρτωλών»! Ο συγγραφέας παραθέτει στη συνέχεια ένα μεγάλο πλήθος από παραδείγματα αναλγησίας της λεγόμενης θείας δικαιοσύνης, με τη διακριτική επισήμανση (σελ. 146) ότι «σε όλα αυτά τα παραδείγματα, οι αποδεκτές σήμερα νομικές λύσεις έχουν απομακρυνθεί από τα αρχικά ηθικά δόγματα. Δεν ισχύει το ίδιο όμως σε τμήματα της χριστιανικής εκκλησίας ή της συντηρητικής ιουδαϊκής σκέψης, διότι η ανθρώπινη δικαιοσύνη, εν αντιθέσει με την εκκλησιαστική, έχει δείξει τη δέουσα ευλυγισία», ιδίως όμως δεν επιτρέπει να συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο οι οπωσδήποτε διακριτές ιδιότητες του μηνυτή, του εισαγγελέα και του δικαστή, κάτι που θα έπρεπε να γνωρίζει πρωτίστως ο άμεμπτος Θεός!

Αξιοπρόσεκτη είναι και η περαιτέρω αιχμηρή επισήμανση του Βασίλη Μαρκεζίνη (στην ίδια σελ. 146), αναφορικά με την «έλλειψη της έφεσης, ακόμη και θεωρητικά, εναντίον της θεϊκής ποινής». Ο συγγραφέας σαρκάζει, καθώς θέτει το ερώτημα της αιτίας για τον αμετάκλητο χαρακτήρα της καταδίκης σύσσωμου του ανθρώπινου γένους, εξαιτίας της ανυπακοής των πρωτόπλαστων, και προχωρεί στην αιχμηρή παρατήρηση (σελ. 147) ότι «στο πολύ μακρινό μέλλον, χάρη στην αυτοθυσία του Υιού (...) οι καταδικασμένοι θα κληθούν με τον ήχο των σαλπίγγων να παρουσιαστούν για να κριθούν ξανά. Αυτό όμως θα πάρει πάρα πολύ χρόνο. Πράγμα που σχεδόν σημαίνει ότι στο σύστημα της θεϊκής δικαιοσύνης ουδείς έχει την ευκαιρία να κάνει έφεση». Ούτε καν ο Υιός, παρ' όλο που (σελ. 137) «φαίνεται να ρέπει προς την υποστήριξη της υπόθεσης των παραστρατημένων. Αλλά δεν κατορθώνει να θέσει αυτό το ζήτημα, αν και παρών, κατά την εξοντωτική καταδίκη των πρωτόπλαστων και όλου του ανθρώπινου γένους από τον τιμωρό Θεό (...) Η πτώση από τον Παράδεισο είναι πλήρης και τελεσίδικη (...) Στο σύστημα της θεϊκής δικαιοσύνης ουδείς έχει την ευκαιρία να κάνει έφεση», και συνακόλουθα (σελ. 140): «επεισόδια θεϊκής ή εκ Θεού εμπνευσμένης δικαιοσύνης δεν προσφέρονται εύκολα στη σύγχρονη νομική ανάλυση, και ενδεχομένως πολύ λιγότερο εγκρίνονται»! Και τούτο, γιατί (σελ. 148) όσο ποταποί, απαίσιοι, κοινότοποι ή απλώς κακοί κι αν είναι, ο νόμος αντιμετωπίζει τους εγκληματίες του καλύτερα απ' ό,τι η θεϊκή δικαιοσύνη τους δικούς της. Σε αντίθεση, λοιπόν, προς τις εκκλησιαστικές παραδόσεις (σελ. 149) «η προσπάθεια για αντικειμενική κρίση δεν πρέπει να είναι απλώς αληθινή. Πρέπει επίσης να φαίνεται πως γίνεται έτσι, ώστε να είναι δίκαιη και αποτελεσματική, αποφεύγοντας πάση θυσία οποιαδήποτε ιδέα προσχεδιασμένης δίκης ή, όπως θα το έθεταν οι θεολόγοι, προκαθορισμού». Και τούτο, γιατί στους κόλπους της ανθρώπινης δικαιοσύνης, «η τιμωρία ενός εγκληματία θα επιβληθεί ύστερα από μια δημόσια δίκη που έχει διεξαχθεί με τους ορθούς κανόνες. Ο βαθμός ενοχής του αμαρτωλού θα συνυπολογιστεί και η τιμωρία του θα είναι ανάλογη με το έγκλημα. Η ποινή του θανάτου έχει καταργηθεί πλέον στις περισσότερες χώρες, ακόμη και στην περίπτωση της εθνικής προδοσίας, που είναι το πλησιέστερο ισοδύναμο του εγκλήματος του Αδάμ».

Μακριά από το βάναυσο τούτο σκοτάδι της ιουδαιογενούς «θείας δικαιοσύνης», πόσο πιο ελκυστικοί και ελπιδοφόροι ακούγονται οι υπέροχοι στίχοι του Αισχύλου στις «Ικέτιδες», όταν η Αθηνά συνάζει στον Αρειο Πάγο σοβαρούς δικαστές, που να σέβονται τον όρκο τους, και καθιδρύει μ' αυτούς το χρονικώς πρώτο δικαστήριο, «ως θεσμόν τον εις άπαντα χρόνον», με την όντως ιερή αποστολή να τέμνει με ορθοφροσύνη τις διαφορές και να μην πικραίνει τους νόμους, κάτω από την πίεση κακών επιρροών. Σ' αυτό το όντως ιερό δικαστήριο ο μητροκτόνος Ορέστης αθωώθηκε. Και ευλόγως, καθώς η δικαιοσύνη δεν εξαντλείται στην ψυχρή διαπίστωση της παράβασης κάποιου κανόνα δικαίου, οσονδήποτε αυστηρός και αν είναι αυτός, αλλά προκύπτει μέσα από μια σειρά θέσεων και αντιπαραθέσεων (ένα αδιάκοπο «ναι μεν αλλά»). Το στίγμα όμως της βάναυσης δίκης και της άδικης καταδίκης εξακολουθούν, ώς τις μέρες μας, να δίνουν οι 17 αιώνες, που συγκροτούν τη βαρβαρική άλωση μετά την κλασική ελληνική αρχαιότητα, καθώς αυτή έδυσε ήδη στα χρόνια του Θεοδοσίου. Μια άλωση, της οποίας πρώτο θύμα υπήρξε ο ίδιος ο Ιησούς, με το μοναδικό, όσο και όντως ιερό κήρυγμά του για τον Θεό, όχι ως αδυσώπητο τιμωρό, αλλ' ως αγαθή καταφυγή καθενός, και ιδίως κάθε παραστρατημένου ή ακόμη και απερίφραστα μοχθηρού, δίχως εξαίρεση ούτε καν των εξουσιολάγνων που ασχημονούν, επικαλούμενοι αναιδώς το άγιο όνομά του.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα