Έντυπη Έκδοση

Με θαυμασμό και φθόνο

* «Σχολείο Γυναικών» του Μολιέρου Παλλάς - «Θέατρο πέρα από τα όρια»

Τα πάντα στο κατάμεστο «Παλλάς» θύμιζαν άλλες εποχές, όταν περιφερόμενοι γαλλικοί θίασοι παρουσίαζαν για δυο - τρεις παραστάσεις στο αθηναϊκό κοινό τα ρεσιτάλ τους, με έργα σύγχρονου ή κλασικού, πιο συχνά, ρεπερτορίου.

Ο Ντανιέλ Οτέιγ πρωταγωνίστησε στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Πιερ Βενσάν Ο Ντανιέλ Οτέιγ πρωταγωνίστησε στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Πιερ Βενσάν Δεν έλειπαν βέβαια οι αρπαχτές, και ήταν αρκετές. Υπήρχαν ωστόσο φορές που κοινό και κριτικοί έμεναν ενεοί μπροστά σε ένα θέατρο που στα μάτια τής τραυματικής εποχής τους έμοιαζε με επιβεβαίωση της δεύτερης, πνευματικής πατρίδας.

Αυτά για τότε. Γιατί καθώς στα μεταπολεμικά χρόνια το επίπεδο του θεάτρου μας ανέβαινε ολοένα -όχι σύμφωνα με μια τάχα μου αναγκαία ροπή προόδου, αλλά με δουλειά, αφοσίωση και το ελεύθερο πνεύμα ορισμένων- τα πράγματα σιγά σιγά άλλαξαν και, κάποτε, το ντόπιο θέατρο μπόρεσε να κοιτάξει το μητροπολιτικό του πρότυπο, αν όχι στα μάτια, τουλάχιστον με τους όρους του άξιου συνομιλητή.

Στο «Παλλάς», όμως, της περασμένης εβδομάδας, μπροστά στην παράσταση του «Σχολείου Γυναικών» δεν μπορούσαμε παρά να αισθανθούμε τα παλιά αισθήματα του θαυμασμού και του φθόνου. Οχι, τη φορά αυτή δεν ήταν η φεστιβαλική πρωτοπορία, ο θόρυβος της εικονοκλαστικής οπτικής ή οι ξέφρενες παρεμβολές στο κλασικό κείμενο, που μας έκαναν να αισθανθούμε έτσι. Ηταν το γεγονός ότι στη στιβαρή σκηνοθεσία του Ζαν-Πιερ Βενσάν του κλασικού έργου ανακαλύπταμε την ερμηνευτική βαρύτητα και τη δαντελωτή ελαφρότητα μιας σπάνιας βιρτουοζιτέ, την αίσθηση μιας κληρονομιάς που παραδίδεται από τους ειδικούς στους μαθητές τους.

Δεν είχαμε συχνά την ευκαιρία να χαρούμε τον Μολιέρο στη γλώσσα του -και δεν εννοούμε μόνο τα γαλλικά. Εννοούμε να τον χαρούμε στο ρυθμό και την ανάσα, στο στήσιμο και στο κοστούμι του, στο σωματικό υπαινιγμό και στο άφωνο θαυμαστικό που παρεμβαίνει ανάμεσα στις γραμμές κάθε λαϊκής κωμωδίας. Τα είδαμε όλα εκεί, στο παίξιμο του Ντανιέλ Οτέιγ και των λιγότερο γνωστών αλλά καθόλου κατώτερων ηθοποιών του θιάσου. Μας θύμισαν από κοινού ότι είναι δυνατόν ένα θέατρο πάνω στην ανθρώπινη γελοιότητα, μια φάρσα φτιαγμένη με αδρά υλικά, να αποτελέσει το στήριγμα του πιο καθαρού ανθρωπισμού.

Σύμφωνα με την υπόθεση, ο Αρνόλφος έχει εμμονή με το θέμα της μοιχείας των γυναικών. Για να αποφύγει ο ίδιος τα συζυγικά κέρατα επιλέγει την τετράχρονη Αγνή, την οποία εκτρέφει σαν ζώο, έγκλειστη στο μοναστήρι, προκειμένου να γίνει απολύτως «αθώα». Καταλήγει να κρατά στα χέρια ένα αλλοιωμένο υποκείμενο, ένα σχεδόν αυτιστικό πλάσμα, πνευματικό και ηθικό νάνο. Ο έρωτας όμως θα ξυπνήσει την ωραία κοιμωμένη, θα της δώσει κρίση και μια κάποια δόση πονηριάς. Και με τη βοήθεια της τύχης, του εκλεκτού της καρδιάς της και του εξ Αμερικής ερχόμενου από μηχανής θεού, η μικρή Αγνή θα βρει το δρόμο για την ελευθερία. Ελευθερία βέβαια μελαγχολική και κουτσουρεμένη. Ποιος αμφιβάλλει ότι το ερωτικό σώμα της, αφού βαλσαμώθηκε πρώτη φορά από τον πουριτανό Αλφόνσο, θα βαλσαμωθεί ξανά από τον υπερ-ιδεαλιστή σύζυγό της;

Ο Αρνόλφος ακολουθεί τη μοίρα των καλύτερων πλασμάτων του συγγραφέα του. Νικιέται, χωρίς να υποτάσσεται, δεν φεύγει αλλά διαφεύγει από τη σκηνή, κλείνοντας το έργο με άρση, με απρόσμενη συγκοπή και αποσιωπητικά... Το πρόσωπό του συνεχίζει να ζει ανάμεσά μας.

Το πλάσμα αυτό υπηρέτησε ο Ντανιέλ Οτέιγ. Το σύμπαν του Μολιέρου έγινε το φυσικό του περιβάλλον, η γιορτή της εκφραστικότητας και της κωμικής του φλέβας. Από τους υπόλοιπους ξεχώρισα τη Λιν Τιμπό, κυρίως για τον τρόπο που αποδίδει την εφιαλτική καθήλωση της Αγνής. Τα σκηνικά του Ζαν-Πολ Σαμπά προσφέρονται για ξέχωρη αναφορά: Ενας χάρτινος πύργος που στρέφεται γύρω από τον Αρνόλφο, ένα σύμπαν ναρκισσισμού και ιδεοληψίας, η αλαζονεία των ανθρώπων και η ανοησία τους. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική θεάτρου