Έντυπη Έκδοση

Ψάχνει σωσίβιο η παγκόσμια αγορά

Δύο χρόνια πέρασαν από το διεθνές χρηματοπιστωτικό κραχ και η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να... χάνει λάδια.

Η ανάκαμψη μετά την πρωτοφανή ύφεση του 2008-2009 ελαττώνει ταχύτητα τους τελευταίους μήνες, ενώ οι προοπτικές για καλύτερες ημέρες μετριάζονται.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΟΟΣΑ, η ανάπτυξη των 32 πιο ανεπτυγμένων οικονομιών του κόσμου παρέμεινε αμετάβλητη το β' τρίμηνο, στο 0,7%. Δύο από τις τρεις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, επιβράδυναν κάθετα τους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τους τρεις πρώτους μήνες της χρονιάς και... φλερτάρουν επικίνδυνα με μια δεύτερη ύφεση και αποπληθωρισμό.

Οι ΗΠΑ δεν δείχνουν ικανές όπως σε άλλες περιόδους κρίσεων να βγάλουν τον πλανήτη από την κρίση μέσω της αύξησης της εγχώριας κατανάλωσης που θα τονώσει την παγκόσμια ζήτηση. Ο ίδιος ο πρόεδρος Ομπάμα ομολόγησε πρόσφατα ότι «θα χρειαστούν κάποια χρόνια για να βγει η χώρα πλήρως από την ύφεση... χρόνος για να ξαναδημιουργηθούν 8 εκατ. θέσεις».

Από την άλλη πλευρά η υψηλότερη ανάπτυξη σε Ε.Ε. και ευρωζώνη στο β' τρίμηνο δεν αφήνει περιθώρια για ιδιαίτερη αισιοδοξία, αφού οφειλόταν σχεδόν αποκλειστικά στους εκρηκτικούς ρυθμούς της Γερμανίας. Χάρη στην υποτίμηση του ευρώ κατά 10% από την αρχή της χρονιάς και την ώθηση που προσέφερε στις εξαγωγές της, η Γερμανία πέτυχε τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης (2,2%) από την ενοποίηση της πριν από 20 χρόνια. Η κεντρική της τράπεζα αναβάθμισε πρόσφατα τις εκτιμήσεις της και ευελπιστεί πλέον σε άνοδο του ΑΕΠ κατά 3% για φέτος. Την ίδια στιγμή όμως αρκετοί εταίροι της στην Ε.Ε. ταλανίζονται από τα αυστηρά προγράμματα λιτότητας που εφαρμόζουν για τη μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους και είτε παραπαίουν στην οικονομική στασιμότητα είτε βυθίζονται σε ύφεση -όπως η χώρα μας- ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τις προοπτικές μιας μελλοντικής Ευρώπης δύο ταχυτήτων.

Η στενή εξάρτηση της γερμανικής οικονομίας από τις εξαγωγές (υπεύθυνες για το 40% του ΑΕΠ) την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη στις εξελίξεις στο διεθνές εμπόριο και τις αναδυόμενες αγορές.

Από την άλλη πλευρά, η Κίνα είδε στο προηγούμενο τρίμηνο το ονομαστικό της ΑΕΠ να ξεπερνάει το αντίστοιχο της Ιαπωνίας, φέρνοντας την ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία του πλανήτη στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης. Ωστόσο η προοπτική να είναι αυτή η ατμομηχανή που θα βγάλει την παγκόσμια οικονομία από τη στασιμότητα δείχνει για την ώρα απίθανη.

Η Κίνα μπορεί να είναι ήδη η μεγαλύτερη εξαγωγική δύναμη στον κόσμο, η μεγαλύτερη σε μέγεθος αγορά αυτοκινήτου και η πρώτη παραγωγός χάλυβα, όμως με κατά κεφαλήν εισόδημα μόλις 3.800 δολάρια -δέκα και πλέον φορές χαμηλότερα από το αντίστοιχο των ΗΠΑ- και 105 εκατ. πολίτες της να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας δεν μπορεί από μόνη της να τονώσει τη ζήτηση στην παγκόσμια οικονομία.

Οι συνολικές καταθέσεις στην πολυάνθρωπη χώρα αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια, επειδή οι κινεζικές επιχειρήσεις κερδίζουν και αποταμιεύουν περισσότερο. Την ίδια στιγμή όμως η κατανάλωση των νοικοκυριών είναι χαμηλή, επειδή η πλειονότητα του κόσμου κερδίζει πολύ λίγα από το εισόδημα που δημιουργείται στην οικονομία. Χωρίς την ανατροπή αυτής της ισορροπίας είναι σαφές ότι τα σχέδια βίαιης αστικοποίησης των 700 και πλέον εκατομμυρίων Κινέζων της υπαίθρου και η δημιουργία ακόμη 100 πόλεων με πληθυσμό μεγαλύτερο του ενός εκατομμυρίου στην ενδοχώρα της θα αργήσουν να αποφέρουν αποτέλεσμα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Οικονομία
Με λέξεις-κλειδιά
Διεθνείς αγορές και Χρηματιστήρια