Έντυπη Έκδοση

Μετά το Mega ήρθε και το κράτος

Το «Νησί» όπου στοίχειωσε ο ανθρώπινος πόνος για μισό αιώνα και ρήμαξε η εγκατάλειψη, η Σπιναλόγκα της Κρήτης, θα ξαναζωντανέψει ως μνημείο πολιτισμού. Την επόμενη διετία θα γίνουν από το υπουργείο Πολιτισμού εκτεταμένα έργα ανάδειξης των μεσαιωνικών οχυρώσεων και των κτισμάτων, στα οποία έζησαν από το 1904 μέχρι το 1957 οι εκτοπισμένοι λεπροί.

«Υπάρχουν πυρήνες κτισμάτων που σώζονται από τον οικισμό της Βενετοκρατίας, κτίσματα της πρώιμης Τουρκοκρατίας και ευτελή κτήρια που κατασκευάστηκαν κατά τη λειτουργία του Λεπροκομείου από τους ίδιους τους ασθενείς», λέει ο έφορος της 28ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και πρόεδρος της Επιτροπής ανάδειξης των οχυρώσεων Χανίων, Μιχαήλ Ανδριανάκης. «Δεν επεμβαίνουμε στα κτήρια της δεκαετίας του '30 και του νοσοκομείου. Προτεραιότητα έχουν τα παλαιότερα».

Οι επεμβάσεις θα γίνουν με αυτεπιστασία από τις υπηρεσίες του ΥΠΟΠΤ και κονδύλια του ΕΣΠΑ, ύψους 2,5 εκατ. ευρώ. Ετσι, θα ξαναδούμε πώς λειτουργούσαν τα ερειπωμένα σήμερα σπίτια και καταστήματα, αλλά και τα τείχη του ενετικού φρουρίου, που σώζονται σε καλή κατάσταση, αν εξαιρέσει κανείς το τμήμα που καταστράφηκε με δυναμίτιδα το 1939 όταν ανοίχτηκε η σημερινή περιμετρική οδός.

Επειγόντως ρεύμα

Ο λόγος της κινητοποίησης του ΥΠΠΟΤ έχει ασφαλώς σχέση και με την αύξηση της επισκεψιμότητας τον τελευταίο καιρό τής Σπιναλόγκας, λόγω του βιβλίου της Βικτόρια Χίσλοπ «Το Νησί», που μεταφέρθηκε και στη μικρή οθόνη.

Ωστόσο, έχουν γίνει ήδη, στο πλαίσιο του Β' και Γ' ΚΠΣ, πολλά έργα αναστήλωσης κάποιων κτισμάτων, όπως ενός καφενείου, ενός φούρνου, μιας μικρής αγοράς για τους ασθενείς. Εκκρεμεί ο ηλεκτροφωτισμός -ώς τώρα οι εργοταξιακές ανάγκες καλύπτονται με γεννήτριες.

Την ηλεκτροδότηση έχει αναλάβει η εταιρεία Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα, στη δικαιοδοσία της οποίας ανήκει το νησί. Η γ.γ. του ΥΠΠΟΤ, Λίνα Μενδώνη, προτίθεται όταν ολοκληρωθούν τα έργα να ζητήσει να περιέλθει η συνολική διαχείριση του νησιού στο υπουργείο Πολιτισμού, στην ευθύνη του οποίου είναι ούτως ή άλλως όλα τα μνημεία. Σκέφτεται επίσης «η ταβέρνα, το μανάβικο και άλλα κτίσματα της εποχής του Λεπροκομείου να δοθούν σε κοινή χρήση, σε συνεργασία με το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων. Ετσι, ο χώρος θα αποκτήσει ξανά ζωή με τρόπο διδακτικό, καθώς θα σημειώνουμε πως λειτουργούσε και ως εξορία λεπρών».

Η Σπιναλόγκα (spina=αγκάθι, longa=μακρύ), όπως την βάφτισαν οι Ενετοί, ή αρχαία Καλυδωνία, παρόλο που είναι πανέμορφη έτσι όπως προβάλλει σαν πέτρινο καράβι στην είσοδο του κόλπου της Ελούντας, βόρεια του κόλπου Μιραμπέλλου (Ν. Λασιθίου), παραμένει στη συνείδησή μας ως «το νησί των καταραμένων».

Ομως, η «έρευνα έχει φέρει στο φως σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, που μαρτυρούν την κατοίκηση της ευρύτερης περιοχής ήδη από τη μινωική εποχή», επισημαίνει η αρχαιολόγος Γεωργία Μοσχόβη, που υπογράφει τον οδηγό της «Σπιναλόγκας» (εκδ. ΤΑΠΑ). «Κατά τους ιστορικούς χρόνους αναπτύχθηκε η πόλη-κράτος Ολούς, μια από τις 100, κατά τον Ομηρο, αρχαίες πόλεις της Κρήτης, μεγάλο τμήμα της οποίας βρίσκεται σήμερα βυθισμένο στα νερά του κόλπου». Διέθετε ιερό, οργανωμένο λιμάνι και δικό της νόμισμα κατά την ελληνιστική εποχή. Τότε πιθανότητα κτίστηκαν και τα τείχη της, που ενσωματώθηκαν αργότερα στην ενετική οχύρωση. Από τα αρχαία τείχη σώζεται ένα μικρό μόνο τμήμα, στα βόρεια.

Η Ολούς, κατά τη ρωμαϊκή και παλαιοχριστιανική περίοδο, γνώρισε μεγάλη ακμή. Εξ ου και οι δύο παλαιοχριστιανικοί ναοί που έχουν βρεθεί. Οι επιδρομές των Αράβων, στα μέσα του 7ου αιώνα, έσπρωξαν τους κατοίκους της Κρήτης στην ενδοχώρα. Η Ολούς ερημώθηκε μέχρι τα τέλη του 16ου αιώνα, όταν οι Ενετοί αναβάθμισαν το λιμάνι της Σπιναλόγκας και έχτισαν το φρούριο που βλέπουμε σήμερα. Επί Τουρκοκρατίας, στο πρώην ενετικό στρατόπεδο εγκαταστάθηκαν οικογένειες. Εμποροι και ναυτικοί ήταν, όλοι μουσουλμάνοι. Γι' αυτό, όταν άρχισαν οι επαναστάσεις η ανασφάλεια τους έσπρωξε στην προσφυγιά.

Οι λεπροί έδιωξαν τους μουσουλμάνους

Ο τόπος άρχισε να ερημώνει. Είχαν μείνει 272 μουσουλμάνοι οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το νησί όταν το 1904 έφτασαν οι πρώτοι 251 λεπροί. Αρχικά κατοίκησαν στα σπίτια του τουρκικού οικισμού. Κι επειδή κάθε λεπρός έπρεπε να ζει στον δικό του χώρο, διώροφα παλιά σπίτια χωρίζονταν, ανοίγονταν είσοδοι στους επάνω ορόφους. Οι κανόνες διαβίωσης ήταν γεμάτοι απαγορεύσεις. Μόνο το προσωπικό του Λεπροκομείου (γιατρός, επιστάτης, λογιστής, πέντε νοσοκόμοι, απολυμαντής, ιερέας, οκτώ λεμβούχοι, δέκα πλύστρες κ.ά.) είχαν το δικαίωμα να προσεγγίζουν το νησί, όπως και συγγενείς ασθενών κατόπιν αδείας. Απαγορευόταν το ψάρεμα σε ακτίνα 200 μέτρων από το νησί και η προσέγγιση σκαφών πλην της υπηρεσιακής λέμβου. Απαγορευόταν να σταλεί για πλύσιμο ο ρουχισμός εκτός νησιού. Επιτρεπόταν η επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο μέσω επιστολών που απολυμαίνονταν. Απαγορευόταν να παντρεύονται, ωστόσο κάποιοι όχι μόνο παντρεύτηκαν αλλά έκαναν υγιή παιδιά τα οποία είτε υιοθετήθηκαν είτε μεγάλωσαν με συγγενείς.

Η πολιτεία πρόσφερε σε κάθε ασθενή ημερησίως 200 δράμια ψωμί, 20 λεπτά για τρόφιμα και 8 λεπτά για ένδυση, υπόδηση και κλινοσκεπάσματα. Ενα μικρό παζάρι στηνόταν έξω από την κεντρική πύλη του φρουρίου. Οι ασθενείς πλήρωναν με τη μεσολάβηση του φύλακα κι αφού τα χρήματα είχαν απολυμανθεί. Υπήρχαν καφενεία που λειτουργούσαν οι ίδιοι.

Το νησί άρχισε να εγκαταλείπεται με την ανακάλυψη του φαρμάκου που αντιμετώπιζε την αρρώστια. Οι ασθενείς άρχισαν να αποθεραπεύονται και να επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους. Το 1957 σταμάτησε η λειτουργία του Λεπροκομείου και η πολιτεία μετονόμασε το νησί σε Νέα Καλυδωνία. Κανείς όμως δεν ξέχασε τη Σπιναλόγκα . *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Υπουργείο Πολιτισμού