Έντυπη Έκδοση

Η Χίσλοπ δεν ανακάλυψε τη Σπιναλόγκα

Οταν η λογοτεχνία βγαίνει στο γυαλί μπορεί να σπάσει τα ταμεία: αυτό τουλάχιστον περιμένουν οι παραγωγοί της σειράς «Το νησί» και το MEGA, που έχουν επενδύσει 4 εκατ. ευρώ στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Βικτόρια Χίσλοπ (Victoria Hislop) και είναι έτοιμοι να αρχίσουν τη Δευτέρα την προβολή του σε prime time zone με εξαιρετικά υψηλές προοπτικές.

Το βιβλίο αναφέρεται στην κοινότητα των λεπρών στη Σπιναλόγκα πριν από εβδομήντα χρόνια, στήνοντας έναν χορό μελλοθανάτων που αγκιστρώνονται με τρομακτική δύναμη στη ζωή, λατρεύοντας και την τελευταία της λεπτομέρεια. Το «Νησί» έχει φτάσει τα 2 εκατ. αντίτυπα σε πωλήσεις σε όλο τον κόσμο και έχει ξεπεράσει τα 150.000 αντίτυπα στην Ελλάδα, όπου κυκλοφόρησε το 2007 (μτφ. Μιχάλης Δελέγκος, εκδόσεις «Διόπτρα»).

Τοπίο ζόφου και κατακραυγής επί έναν σχεδόν αιώνα (λειτούργησε ως χώρος απομόνωσης των χανσενικών από το 1903 μέχρι το 1957), η Σπιναλόγκα (το Μακρύ Αγκάθι, όπως τη θέλει η ενετική της ονομασία), μπορεί να κάνει τώρα τον γύρο του πλανήτη μέσα από το μπεστ σέλερ της Χίσλοπ, η οποία θα εμφανιστεί σε πρωταγωνιστικό ρόλο μαζί με τον άντρα της στη σειρά του MEGA (στο τραπέζι έχει πέσει και μια πρόταση από τα στούντιο του Χόλιγουντ), αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που απασχολεί τη λογοτεχνία.

Δύο συγγραφείς της γενιάς του 1930, ο Θέμος Κορνάρος (1906-1970) και ο Γουλιέλμος Αμποτ (1906-2001), όπως και μια κάπως παλαιότερή τους, η Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962), έσπευσαν να γράψουν για το νησί όταν ο απόηχος από τον πόνο και την απόγνωση στις βορειοανατολικές ακτές της Κρήτης έφταναν μέχρι την Αθήνα. Οι χρονολογίες μιλούν από μόνες τους: το 1914 δημοσιεύεται η «Αρρωστη πολιτεία» της Καζαντζάκη, το 1933 η «Σπιναλόγκα» του Κορνάρου και το 1939 το «Γη και νερό» του Αμποτ. Η «Αρρωστη πολιτεία» και η «Σπιναλόγκα» κυκλοφόρησαν πρόσφατα σε κοινό τόμο από τις εκδόσεις Καστανιώτη, υπό τον κοινό τίτλο «Το νησί των σημαδεμένων», με επιλογικά σχόλια του Μάνου Λουκάκη, ενώ το «Γη και νερό» κυκλοφορεί από το 2003 από τις εκδόσεις «Πόλις», με προλεγόμενα του Κώστα Γεωργουσόπουλου και της Ελισάβετ Κοτζιά. Η «Αρρωστη πολιτεία» κυκλοφόρησε φέτος και σε ξεχωριστό τόμο από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», στη σειρά «Πεζογραφικές Επισημάνσεις» της Αγγέλας Καστρινάκη, με επίμετρο της Κέλλυς Δασκαλά.

Οργανωμένος κομμουνιστής από τα νιάτα του, ο Κορνάρος βιάζεται στη «Σπιναλόγκα» να καταγγείλει το σαθρό κοινωνικό σύστημα που έφτιαξε τον τόπο του μαρτυρίου.

Αγώνας εκ του μηδενός

Οι αδικίες των ταξικών διαχωρισμών και των υγειονομικών θεσμών έχουν για τον Κορνάρο την πρώτιστη ευθύνη για το δράμα που ζουν οι χανσενικοί στο απομονωμένο νησί, όπου τα πάντα (χώροι παραμονής, ιατρικές παροχές, τροφοδοσία) νοσούν έως θανάτου. Ο συγγραφέας δεν θέλει, παρ' όλα αυτά, να παραμερίσει το μέγεθος της παράνοιας που προκαλεί η ίδια η αρρώστια (οι εικόνες του εδώ είναι σπαρακτικές), όπως και την τεράστια προσπάθεια των ανθρώπων να αντλήσουν την ελπίδα τους από το πουθενά και να επιζήσουν κόντρα σε κάθε αντιξοότητα.

Μολονότι επίσης στρατευμένη πολιτικά, η Καζαντζάκη ακολουθεί στην «Αρρωστη πολιτεία» έναν πιο προσωπικό δρόμο προκειμένου να παραστήσει την αποικία του χαμού. Οι ήρωές της μοιάζουν στην αρχή εντελώς απελπισμένοι, ανίκανοι για την απαντοχή που καταφέρνουν να δείξουν οι ήρωες του Κορνάρου και πρόθυμοι να παραδοθούν χωρίς την παραμικρή αντίσταση στη μοίρα τους. Ενας έρωτας, όμως, θα δώσει ξαφνικά στην απελπισία τους μιαν αδιανόητη νότα χαράς και ανάτασης, ακόμη και την ώρα που όλα αρχίζουν να κατρακυλούν στο χάος (η ακροτελεύτια σκηνή με το ερωτευμένο ζευγάρι έτοιμο να εγκαταλειφθεί στην απεραντοσύνη της θάλασσας διαθέτει μια σπάνια δύναμη υποβολής, έχοντας αποκλείσει εκ των προτέρων την οποιαδήποτε αισθηματολογική ευκολία).

Αν εκείνο το οποίο κυριαρχεί στις νουβέλες του Κορνάρου και της Καζαντζάκη είναι η ερείπωση και η αθλιότητα των καταπληγιασμένων και μισοφαγωμένων μορφών των χανσενικών, σ' ένα περιβάλλον όπου η προσδοκία της λύτρωσης δεν καταφέρνει να πεθάνει παρά τον λυσσαλέο πόλεμο εναντίον της, στο «Γη και νερό» του Αμποτ η ίδια προσδοκία θα διοχετευτεί σ' έναν μανιασμένο αγώνα απόδρασης από το νησί. Κι όταν η απόδραση θα καταλήξει σε πικρή ουτοπία, οι άνθρωποι το μόνο που θα κάνουν θα είναι να καταφύγουν στη μνήμη του υγιούς βίου τους, που θα αποδειχτεί, αλίμονο, εξίσου δύστροπος και ανάλγητος με το άρρωστο παρόν.

Η δύναμη των ιδεών

Η διάθεση παραλυτικής εξίσωσης του άρρωστου παρόντος με το υγιές παρελθόν υπάρχει και στον Κορνάρο ή στην Καζαντζάκη, αλλά στο μυθιστόρημα του Αμποτ αποκτά ενδημικό χαρακτήρα. Μοναδική διέξοδος, το πάθος για των «ιδεών» την «πόλιν» (για τη δικαιοσύνη, την παιδεία και την έλλειψη ισότητας), που εξακολουθούν να συγκλονίζουν τους πρωταγωνιστές, δείχνοντας μία ακόμη φορά την άγρια προσκόλλησή τους στη ζωή.

Μιλώντας για τη Σπιναλόγκα, οι τρεις συγγραφείς δίνουν στην αφήγησή τους κι έναν συνολικότερο (σαφώς συμβολικό και αλληγορικό) τόνο, που ηχεί ιδιαιτέρως οικείος στα δικά μας αυτιά: ο κλειστοφοβικός χώρος του νησιού του ερέβους μπορεί να είναι ο χώρος του οιουδήποτε πολιτικού, κοινωνικού ή φυλετικού εγκλεισμού, ο περίγυρος και οι τοίχοι οιασδήποτε φυλακής για όσους αποκλίνουν και διαφέρουν από τη συμφωνημένη νόρμα και την κοινής αποδοχής αξία. *

Το υπέρτατο δικαίωμα στο σεξ

Ο έρωτας αποτελεί το άλφα και το ωμέγα τόσο για το «Νησί» της Χίσλοπ όσο και για τα έργα των Κορνάρου, Καζαντζάκη και Αμποτ. Σε ό,τι αφορά τους Ελληνες συγγραφείς, δεν πρόκειται, όπως ίσως θα περίμενε κανείς, για έναν λυρικοδραματικό και ρομαντικό έρωτα, που κινείται ανάμεσα σε παρούσες σκιές και μελλοντικούς τάφους, αλλά, αντίθετα, για μια συνεχή έκρηξη και περιπέτεια του σώματος.

Αντί να καμφθεί από την επέλαση της αρρώστιας και τον φόβο του αφανισμού, το σώμα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να ανεβάσει στο φουλ τις ερωτικές του επιδόσεις και να τρυγήσει μέχρι την τελευταία ρώγα τον καρπό της ηδονής. Φτασμένοι στα όρια του σύμπαντος, δύο βήματα από την Αχερουσία, υποψήφιοι νεκροί αλλά ακόμη ζωντανοί, οι άνθρωποι που αλωνίζουν πάνω-κάτω τη Σπιναλόγκα δεν εννοούν να παραιτηθούν από το υπέρτατο δικαίωμα στο σεξ, το οποίο και θα ασκήσουν ποικιλοτρόπως: σε μισογκρεμισμένα σπίτια και λερά κρεβάτια, σε θαλασσινές σπηλιές και σκιερές γωνίες, σε φανερές περιπτύξεις και σε κρυφές συναντήσεις.

Από το ντοκιμαντέρ του Ζ.-Ν. Πολέ «L' ordre» Από το ντοκιμαντέρ του Ζ.-Ν. Πολέ «L' ordre» Κάθε καινούργιο βήμα προς την άβυσσο είναι για τους εγκλείστους του νησιού κι ένα καινούργιο βήμα προς τον έρωτα: μια παθιασμένη αγκαλιά, ένας ένδοξος γύρος πριν από τον βέβαιο τερματισμό, μια γενναία ζαριά στο σκοτάδι που δεν έχει πάψει να καταυγάζεται από το φως. Η ηθική που χάνεται, όταν τα κοινωνικά ταμπού δεν έχουν πια κανένα νόημα; Οι απαγορεύσεις που καταρρέουν όταν η τάξη και η πειθαρχία δεν είναι πια σε θέση να προφυλάξουν κανέναν;

Κάτι περισσότερο: η θέληση για ακατάβλητη πάλη με τον θάνατο, η έξοδος του Διγενή από το μυθικό του τοπίο και η ακριτική του μάχη ενάντια στην καθημερινή σήψη και φθορά μέχρι τελικής πτώσεως.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία