Έντυπη Έκδοση

ΜΑΡΙΟ ΒΑΡΓΚΑΣ ΛΙΟΣΑ Ο ΠΕΡΟΥΒΙΑΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΟΥ ΦΕΤΙΝΟΥ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

«Η λογοτεχνία είναι μια πράξη μη υποταγής»

«Η λογοτεχνία, ακόμη κι αν ο συγγραφέας δεν το συνειδητοποιεί, δεν είναι αναγκαστικά μια πολιτική πράξη, αλλά μια πράξη μη υποταγής απέναντι στη ζωή και την Ιστορία. Αν επινοούμε κόσμους, σημαίνει πως ο κόσμος έτσι όπως είναι δεν μας αρκεί. Υπάρχει κάτι επαναστατικό στη μυθοπλασία: προκαλεί επιθυμίες, ορέξεις για πράγματα που δεν τα έχουμε στον πραγματικό κόσμο. Οταν ολοκληρώνουμε την εμπειρία της ανάγνωσης ενός μεγάλου βιβλίου, είμαστε ευαισθητοποιημένοι απέναντι σε όλες τις ατέλειες και μετριότητες του πραγματικού κόσμου.

«Είμαι φιλελεύθερος γιατί πιστεύω στην πολιτική ελευθερία, αλλά όχι όμως και στον δογματισμό των οικονομολόγων» «Είμαι φιλελεύθερος γιατί πιστεύω στην πολιτική ελευθερία, αλλά όχι όμως και στον δογματισμό των οικονομολόγων» Το μυθιστόρημα είναι η πηγή κάθε κριτικής απέναντι στον κόσμο και στην κοινωνία. Διαφορετικά, γιατί τάχα όλα τα δικτατορικά καθεστώτα στήνουν συστήματα με σκοπό τη λογοκρισία της λογοτεχνίας; Επειδή δεν την εμπιστεύονται. Και έχουν δίκιο. Χωρίς τα καλά βιβλία που έχω διαβάσει, θα είχα μια πολύ πιο περιορισμένη θεώρηση του κόσμου».

Ο 74χρονος Περουβιανός, Μάριο Βάργκας Λιόσα, ο επί σειρά ετών υποψήφιος για το Νομπέλ Λογοτεχνίας, κατάφερε φέτος να το αποκτήσει, είκοσι έξι χρόνια μετά τη βράβευση, με Νόμπελ πάλι, του άσπονδου φίλου του, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

Σε μια συνέντευξή του που έδωσε στο περιοδικό «Νουβέλ Ομπσερβατέρ», λίγες ημέρες πριν από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της Σουηδικής Ακαδημίας, ο Βάργκας Λιόσα μιλά για τις πολιτικές του απόψεις και για τη λογοτεχνία:

«Ο συγγραφέας είναι ένας υπεύθυνος πολίτης. Οφείλει να συμμετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η ηθικά σωστή λύση δεν είναι να λέει: η πολιτική είναι βρώμικη, και γι' αυτό μένω κλεισμένος στα βιβλία μου. Οχι, είναι πολύ κυνικό, πολύ επιπόλαιο. Γι' αυτό ακριβώς ασχολούμαι με τη δημοσιογραφία. Με βοηθά πολύ να είμαι σε επαφή με την Ιστορία που γράφεται μέρα με τη μέρα. Αγαπώ τη λογοτεχνία πάνω από όλα, αλλά όχι την ιδέα του απομονωμένου συγγραφέα, αποκομμένου από τον υπόλοιπο κόσμο. Τα μισά από τα μυθιστορήματά μου δεν θα μπορούσα να τα είχα γράψει χωρίς τη δημοσιογραφική μου πείρα από τα ρεπορτάζ και τα χρονογραφήματά μου. Δεν πρέπει να είμαστε αφελείς και να πιστεύουμε πως ο συγγραφέας είναι προικισμένος με μια θεϊκή δύναμη. Οχι, ο συγγραφέας σφάλλει, πλανάται. Ωστόσο, υπάρχει ένας χώρος όπου μπορεί να προσφέρει κάτι. Είναι φοβερό πόσο πολύ καταστρέφουν οι πολιτικοί τη ζωντανή γλώσσα, η οποία γίνεται στο στόμα τους κοινοτοπίες, μια χυδαία γλώσσα.

Η νέα λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία

Είναι οπαδός του οικονομικού φιλελευθερισμού;

«Θα ήθελα να εξηγήσω αυτόν τον χαρακτηρισμό. Είμαι φιλελεύθερος γιατί πιστεύω στην πολιτική ελευθερία, αλλά όχι όμως και στον δογματισμό των οικονομολόγων. Ο φιλελευθερισμός είναι ένα δόγμα ευέλικτο και για εμένα αντιπροσωπεύει πρωτίστως την τόλμη -να αναγνωρίζεις την πιθανότητα του λάθους σε ό,τι υποστηρίζεις-, την ιδέα της συνύπαρξης μέσα στην ελευθερία, δηλαδή τη βασική αρχή της δημοκρατίας. Και ιδιαίτερα, μια άμυνα απέναντι στη βία. Κάθε δογματισμός είναι πηγή βίας. Ιδιαίτερα για μια ήπειρο όπως η Λατινική Αμερική όπου η παράδοση στη βία -πολιτική, ιδεολογική- είναι τρομακτική. Ωστόσο, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια βελτίωση. Με εξαίρεση την υπό κατάρρευση δικτατορία, στην Κούβα, την αρκετά τραγική περίπτωση της Βενεζουέλας του Τσάβες και της Νικαράγουας, υπάρχουν αλλού δεξιές ή αριστερές κυβερνήσεις που παίζουν το χαρτί της δημοκρατίας. Στη Χιλή υπάρχει ένα δεξιό καθεστώς, χωρίς όμως να τίθεται σε κίνδυνο η δημοκρατία. Στην Ουρουγουάη κυβερνά ένα αριστερό καθεστώς, με ηγέτη έναν παλαιό Τουπαμάρο, χωρίς να απειλείται η δημοκρατία. Είναι σημαντική πρόοδος, γιατί παλαιότερα η Δεξιά και η Αριστερά δεν ήταν δημοκρατικές, ούτε η μία ούτε η άλλη. Η Δεξιά πίστευε στους στρατιωτικούς και η Αριστερά στην επανάσταση.

Τα μεγάλα προβλήματα, σήμερα, στη Λατινική Αμερική είναι η διαφθορά και η βία, που συνδέονται με τη διακίνηση ναρκωτικών. Στην Κεντρική Αμερική, στην Κολομβία, στο Περού τα ναρκωτικά είναι παντού. Και αντιπροσωπεύουν μια τόσο σημαντική οικονομική εξουσία ώστε το κράτος δεν μπορεί να την ανταγωνιστεί. Τα ναρκωτικά μπορούν να πληρώσουν καλύτερους μισθούς από ό,τι το κράτος σε υπαλλήλους και πολιτικούς. Οι διακινητές ναρκωτικών έχουν αναπτύξει πανέξυπνους τρόπους με τους οποίους εκμεταλλεύονται την παγκοσμιοποίηση. Βρίσκονται παντού, μπορούν να μετακινηθούν, να αλλάξουν τόπο κατοικίας, να μετατρέψουν τις μεγάλες "επιχειρήσεις" τους σε μικρές αποκεντρωμένες μονάδες. Κάναμε τα πάντα για να τους πολεμήσουμε, εκτός από την αποποινικοποίηση των ναρκωτικών. Πιστεύω πως μια μέρα θα συμφωνήσουν οι χώρες παραγωγής ναρκωτικών ουσιών και οι χώρες κατανάλωσης για την αποποινικοποίησή τους, έτσι ώστε η εγκληματικότητα που συνδέεται με τα ναρκωτικά να εξαφανιστεί. Σπαταλούμε τεράστια ποσά για την καταπολέμησή τους, αλλά αν αυτά τα ποσά χρησιμοποιούνταν για την πρόληψη και τη φροντίδα θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικά».

«Στην παλαιά γενιά των Λατινοαμερικανών συγγραφέων κοινός παρονομαστής -και κοινοτοπία, επίσης- ήταν ο "μαγικός ρεαλισμός", η φαντασία, ένας φανταστικός κόσμος πολύ απομακρυσμένος από την πραγματική ζωή. Η νέα γενιά επιστρέφει στο ρεαλισμό, όμως σε έναν ρεαλισμό εμπλουτισμένο με την επεξεργασία της μορφής του κειμένου. Ο ρεαλισμός τους λίγο έχει να κάνει με εκείνη τη στενή θεώρηση των πραγμάτων, περιορισμένη, σχεδόν αποκλειστικά, στην κοινωνική και πολιτική προβληματική που χαρακτήριζε όλη τη ρεαλιστική λογοτεχνία στο παρελθόν.

Εχω γράψει ένα δοκίμιο για τον Γκαρσία Μάρκες και ένα άλλο για τον Ονέτι. Θαυμάζω πολύ τον Μπόρχες, έναν από τους πιο αυθεντικούς συγγραφείς της εποχής μας. Αυτή η γενιά έκανε μια επανάσταση στην αφήγηση στην ισπανική γλώσσα. Αλλαξε ριζικά τον τρόπο γραφής ιστοριών. Ζήσαμε αυτή την εμπειρία με μεγάλο ενθουσιασμό. Είχαμε την εντύπωση πως η Λατινική Αμερική άλλαζε επειδή άλλαζε η λογοτεχνία. Ηταν κι αυτό κάπως αφελές, αλλά πιστεύαμε πως η λογοτεχνία θα είχε τέτοια επιρροή ώστε θα μετασχημάτιζε την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Κάποια δεδομένη στιγμή είχαμε την αίσθηση πως ο υπόλοιπος κόσμος μάς αναγνώριζε από τη λογοτεχνία μας. Πριν, η λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία δεν υπήρχε παρά μόνο σαν κάτι εξωτικό».

Οι δύο αντίπαλοι

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα είναι ο έκτος Λατινοαμερικανός συγγραφέας που τιμάται με το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας. Γυναίκα ήταν η πρώτη συγγραφέας από τη Λατινική Αμερική που κέρδισε αυτό το βραβείο, το 1945: η Χιλιανή Γκαμπριέλα Μιστράλ. Ακολούθησε, το 1967, ο Γουατεμαλέζος Μιγκέλ Ανχελ Αστούριας, το 1971 ο Χιλιανός Πάμπλο Νερούδα, το 1990 ο επίσης Χιλιανός Οκτάβιο Πας. Το 1982 ήρθε η σειρά του Κολομβιανού, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες -γνωστού ως «Γκάμπο»-, «αντίπαλου» σε πολιτικό και λογοτεχνικό επίπεδο του Βάργκας Λιόσα, του τελευταίου -έως σήμερα- στη σειρά αυτών των περιζήτητων βραβείων.

Η σχέση Λιόσα και «Γκάμπο»

Στη δεκαετία του '60 οι δύο συγγραφείς υπήρξαν στενοί φίλοι και οι πρώτοι εκπρόσωποι της λατινοαμερικάνικης γενιάς του «boom», της λογοτεχνικής έκρηξης.

Ο Βάργκας Λιόσα είναι σπάνια περίπτωση αριστερού Λατινοαμερικάνου συγγραφέα που απομακρύνθηκε από τον Φιντέλ Κάστρο, ήδη από το 1968, και στη συνέχεια σιγά σιγά και από άλλα κομμουνιστικά ή επαναστατικά καθεστώτα, και από τότε αφιερώθηκε στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εναντιώθηκε στις αριστερές ιδεολογίες και τους φανατισμούς.

Αντίθετα, ο Γκαρσία Μάρκες γίνεται φίλος του Κάστρο και ποτέ δεν έχει εκφραστεί δημόσια κατά του σοσιαλισμού: παραμένει ένας σιωπηλός και επίμονος ιδεολόγος. Η φιλία μεταξύ των δύο αντρών διατηρείται έως το 1976 και σπάει για λόγους ερωτικού, λογοτεχνικού και πολιτικού ανταγωνισμού.

Ο συγγραφέας τού «Εκατό χρόνια Μοναξιά» συμβόλιζε την υπερίσχυση του μύθου, το αιματηρό και μαγικό φολκλόρ των ιθαγενών, τον αγώνα του λαού ενάντια στους Αμερικανούς. Είχε κυρίως διαδώσει σε ολόκληρο τον κόσμο ένα ύφος, τον περίφημο «μαγικό ρεαλισμό».

Ο Βάργκας Λιόσα, αντίθετα, δεν είναι ένας δημιουργός της γλώσσας, αλλά ένας μαέστρος της αφήγησης. Συχνά υπερασπιζόταν την προτίμησή του για την αφήγηση και την καθαρή έκφραση: «Υπάρχουν συγγραφείς, οι αφηγήσεις των οποίων αλλοιώνονται τελικά με τη δικαιολογία μιας σχηματικής ανάπτυξης ή της δημιουργίας μιας γλώσσας. Δεν ανήκω σε αυτή την κατηγορία. Εμένα με παθιάζει η ιστορία, και αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο σε ένα μυθιστόρημα είναι η ιστορία, που φαίνεται να έχει δική της ζωή, που δεν έχει κανενός είδους εξάρτηση». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Στη στήλη
Σημείο συνάντησης