Έντυπη Έκδοση

Με το μικρό όνομα Ζυράννα

Ερχόταν από την πόλη του Βορρά. Τη Θεσσαλονίκη. Φορούσε τζιν και είχε τα μαλλιά πιασμένα πίσω. Μια καρφίτσα φαινόταν στο φως. Μπήκε στο δωμάτιο της οδού Πανός 17 με τον Σωτήρη. Εγραφε μουσική.

Κινήθηκε πάνω-κάτω στο δωμάτιο και πήγε στην κουζίνα να φέρει ποτήρια. Είχαν φτάσει με το τρένο. Σταθμός Λαρίσης. Οπως στις ταινίες. Φθινόπωρο του 1973. Η Αθήνα κοιμόταν.

Αυτή ήταν η πρώτη μου συνάντηση μαζί της. Δεν ήξερα ότι έγραφε. Ποτέ δεν μας μίλησε γι' αυτό. Ακόμα κι όταν ήρθε στο πάρτι -με τον χορευτή δημοτικών χορών με το σπασμένο χέρι-, ατελείωτα πάρτι γίνονταν σ' αυτό το δωμάτιο, που ο Τσαρούχης το είχε ονομάσει - το μεγαλύτερο σαλόνι της Μέσης Ανατολής!

Πρώτα κάναμε ραδιόφωνο. Εγινε η φωνή του ραδιοφώνου. Τρίτο Πρόγραμμα επί Μάνου Χατζιδάκι. Δεύτερο Πρόγραμμα επί Σοφίας Μιχαλίτση. Δημοτικά και ρεμπέτικα. Μέριλιν Μονρόε, Ρόζα Εσκενάζι. Ζενέ με Πόλυ Πάνου. Τενεσί Ουίλιαμς, Φασμπίντερ με Καίτη Γκρέυ. Και Μπιτλς με τους Γιάννη Λένον, Παύλο Μακ Κάρντεϊ, Γιώργο Χάρισον, Ρίνγκο Σταρ. Και η Βραδυνή, τότε, -του Πάνου Αθανασιάδη- να μας βρίζει.

Μετά φόρεσε χαμηλές μπότες και μοβ φορέματα και σέρβιρε ποτά. Στα τρόλεϊ την άφηναν, ως πνεύμα, χωρίς σάρκα δηλαδή -η σάρκα της ισχνή πάντα, ανύπαρκτη- να περνάει ελεύθερα. Αέρας λογιζόταν για τους διαβάτες και τους θεατές των οδών, πλην των ζητιάνων, των σαλών, των αγίων αυτής της πόλης.

Αλλαζε σπίτια -όλα πτωχικά, δηλαδή παλάτια τέχνης- όπως άλλαζε μπλούζες ή καλσόν. Μάζευε τα πράγματα σε κουτιά από γάλα και σακούλες πλαστικές και όπως η Λάσκαρη, η Χέλμη, η Φόνσου, στο σινεμά, κι έδειχνε, στο τρίκυκλο, το νέο σπίτι.

Απλωνε στις εταζέρες, στο σερβάν, στις εσοχές των τοίχων και πάνω σε κρεβάτια, που δεν χρησιμοποιούσε, τα μικροαντικείμενα. Κούκλες, κύκνους, γυάλινες σφαίρες, μια κουκουβάγια, δώρο της θεάς Αθηνάς· έναν Αδωνι, δώρο της θεάς Αφροδίτης· ένα ζαρκάδι, δώρο της θεάς Αρτέμιδος· έναν άγιο Σεβαστιανό, δώρο του νεκρού Τόνι...

Τ' αγόρια την αγαπούσαν· τα κορίτσια τη ζήλευαν. Πάντα τα κορίτσια ζηλεύουν. Ομως αυτή περπατούσε στον δρόμο και άνοιγαν οι πόρτες, το πλήθος έκανε τόπο να περάσει. Οι νέοι τη θεωρούσαν μεγάλη, και οι γριές, νέα. Αυτή είχε βρει έναν τρόπο να διαφεύγει. Επρεπε να διαφεύγει. Πάντα, για να μένει μόνη. Αυτή και ο θάνατος. Τον κοιτούσε στα μάτια. Προσπαθούσε να τον ξεγελάσει. Να τον κάνει να ξεχάσει τον ρόλο του. Πολλές φορές το πέτυχε. Για μέρες δεν πεθαίνει κανείς στην πόλη! Ολοι οι άρρωστοι έγιναν καλά! Περπατούσαν. Ετρωγαν. Ομως αυτός όταν συνερχόταν και φορούσε το σακάκι του και κατέβαινε τα σκαλιά να φύγει, όλα γύριζαν όπως πριν.

Απελπιζόταν. Καθόταν στην καρέκλα και άρχιζε να γράφει. Ατελείωτα χαρτιά. Ατελείωτες πένες. Μελάνια από όστρακα. Μελάνια από σουπιές. Μελάνια από μαύρα φίδια. Μελάνια από κοράκια. Εδενε τα χειρόγραφα. Αλλαζε τίτλο. Υπότιτλο. Και παρέδιδε το νέο γραφτό της.

Οι λύκοι αγριεύονταν. Ακούς εκεί να μας περιγράφει σε ιδιωτικές στιγμές! Ελεγαν στις οικογενειακές τους συναντήσεις στο δάσος. Ηθελαν να την κάνουν κοκκινοσκουφίτσα στο έργο τους, αλλά αυτή είχε τόση δουλειά και σιωπή που δεν καταλάβαινε από παιχνίδια.

Ζυράννα Ζατέλη είναι το όνομά της. Οι λύκοι στο πέρασμά της ανοίγουν δρόμο. Και τα φίδια. Και τα παιδιά της πόλης.

Μπαίνει ελεύθερα στο Καταφύγιο θηραμάτων.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Στη στήλη
Σάββατο