Έντυπη Έκδοση

Ο Θεός υπάρχει στην αμφιβολία

Δύο μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν πρόσφατα, το ένα μιας καταξιωμένης γαλλίδας συγγραφέως και κριτικού λογοτεχνίας και το άλλο ενός νέου έλληνα πεζογράφου, θίγουν θεολογικά ζητήματα, διερευνώντας ανευλαβώς τα όρια της πίστης, την ισχύ της αμφιβολίας και τις ανεπάρκειες της νόησης.

Laurence Cosse

Η απόδειξη

μτφρ.: Ρένη Παπαδάκη

εκδόσεις Πόλις, σ. 272, ευρώ 15

«Η πίστη μου μού απαγορεύει να δεχθώ πως μπορεί ποτέ να παρουσιαστεί απόδειξη ύπαρξης του Θεού. Ο Θεός μου δεν είναι αντικείμενο προς επαλήθευση, ο Θεός είναι αγάπη. Η πίστη μου δεν είναι γνώση, είναι αποδοχή. Είναι ζήτημα εμπιστοσύνης, όχι υπολογισμού». Παρακινδυνευμένος ο παραπάνω ισχυρισμός, διά στόματος ενός ηγούμενου, στον βαθμό που ενδέχεται να εκληφθεί ως ασεβής. Διότι είναι ποτέ δυνατόν ένας ιερωμένος να αρνείται, έστω και σε δυνητικό επίπεδο, την απόδειξη ύπαρξης του Θεού, όταν το ίδιο το ιερατικό του αξίωμα την προϋποθέτει;

Οι κληρικοί στο μυθιστόρημα της Λοράνς Κοσέ, αντιμέτωποι με αυτό το ανείκαστο ενδεχόμενο, που γίνεται τον Μάιο του 1999 πραγματικότητα υπό τύπον ενός εξασέλιδου χειρογράφου, αντί να εκστασιαστούν από ευφορία για την επαλήθευση της πίστης τους, ριγούν από τρόμο. Οι πιο ευσεβείς επειδή συνθλίβονται από την οδύνη της μεταμέλειας για την ελλιπή τους, όπως περίτρανα καταδεικνύει η έκπληξή τους, εμπιστοσύνη απέναντι στον Κύριό τους. Οι λιγότερο ευαίσθητοι, επειδή αντικρίζουν ήδη το φάσμα της ανεργίας. Σ' έναν κόσμο όπου ο Θεός θα έχει φανερωθεί στους ανθρώπους και το χάος της δημιουργίας θα εκδιπλωνόταν μπροστά τους ολόφωτο, τι έργο θα έμενε στη θεολογία να επιτελέσει; Η «απόδειξη» σήμαινε «το τέλος του δογματικού μονοπωλίου για τα ουράνια ζητήματα». Οι πιο τολμηροί πάλι θεωρούν πως τίποτα δεν θα αλλάξει επί της ουσίας, ίσως μόνον η ένταση της συνείδησης ή της ασυνειδησίας.

Υπάρχουν ασφαλώς ανάμεσα στους ιερείς και ορισμένοι δεισιδαίμονες που θεωρούν την «απόδειξη» προάγγελο τού τέλους του κόσμου. Ο πατέρας Λε Ντανζολέ, λόγου χάριν, του οποίου η προνοητικότητα τον απέτρεψε να διαβάσει το ουρανόπεμπτο χειρόγραφο, από ιερέας μετατρέπεται σε Κασσάνδρα, διαβλέποντας απειράριθμα δεινά να ενσκήπτουν σ' έναν κόσμο όπου ο Θεός αδιαμφισβήτητα θα υπήρχε. Εδώ και είκοσι αιώνες, συλλογίζεται, παλεύει το ανθρώπινο γένος να συγυρίσει το σπίτι του και «η τάξη αυτή θα καταστραφεί εκ θεμελίων!» Βέβαια, η ανησυχία του δεν μοιάζει εντελώς αποκαθαρμένη από ιδιοτέλεια, καθώς εκείνο που κυρίως φοβάται είναι μήπως χάσει την αίσθηση της πραγματικότητας, μιας πραγματικότητας που ασφυκτιούσε από επείγουσες μέριμνες, όπως γεύματα, συναντήσεις και τηλεοπτικές εμφανίσεις.

Οι πολιτικοί λόγω θέσης μπορούν να παραμερίσουν τη μεταφυσική αγωνία για να ασχοληθούν με την πρακτική πλευρά του ζητήματος. Παρά τον θεσμικό διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, οι κρατικοί λειτουργοί συμμερίζονται την ανησυχία του κλήρου, αντιλαμβανόμενοι και εκείνοι τις ολέθριες συνέπειες της διακυβέρνησης του κόσμου από το υπέρτατο Καλό. Η ταπεινοφροσύνη και η αρετή, σύμφυτες με την αποδοχή της αδιάψευστης ύπαρξης του Θεού, δεν φαίνεται να ευαγγελίζονται τίποτε το παραδείσιο για τις κοινωνίες, και δη τις πιο αναπτυγμένες. Το σύστημα δικαίου θα παροπλιστεί, η οικονομία θα γνωρίσει πρωτοφανή ύφεση, ο στρατός θα αποκτήσει αίφνης μια οξύμωρη διάσταση, οι αξίες του φιλελευθερισμού θα λιμνάσουν, το λάιφ στάιλ θα καταλήξει στο πυρ το εξώτερον. Εν ολίγοις, οι κρατικοί θεσμοί θα καταρρεύσουν από την ανυπαρξία του Κακού, ενώ ο μη χριστιανικός κόσμος θα ξεσπαθώσει, έξαλλος για την ακύρωση της δικής του πίστης, ενάντια σε εχθρούς αποδυναμωμένους από την ευλάβεια.

Η Λοράνς Κοσέ χρησιμοποιώντας σαν θρυαλλίδα την κατάφαση στο μείζον αυτό ερώτημα, ενορχηστρώνει μια συναρπαστική κωμωδία. Τα σπαρταριστά επεισόδια εναλλάσσονται με ασθματικό ρυθμό, χωρίς να κρύβουν τις καλά ακονισμένες αιχμές της οπτικής τής συγγραφέως, η οποία κρατώντας απόσταση ασφαλείας από ηθικολογίες και σοβαροφανείς στοχασμούς, βρίσκει επακριβώς τον στόχο του σαρκασμού της. Στο μυθιστόρημα άγιοι και αμαρτωλοί υποφέρουν από θνητότητα. Σε όποια πλευρά της πίστης και αν στέκονται, κατανοούν πως ο Θεός υπάρχοντας εξέθετε σε κίνδυνο το τελειότερο δημιούργημά του, το οποίο, όπως και να το κάνουμε, συνεχίζει να έχει αρκετές ατέλειες. Κληρικοί και πολιτικοί, πιστοί και άπιστοι, συναιρούν τις προσωπικές τους τραγωδίες στον θρήνο για τη διακύβευση της υποκειμενικότητάς τους. Η «απόδειξη» προσέδιδε στην ελευθερία της βούλησης ένα ανυπολόγιστο βάρος, καθιστώντας τη δοκιμασία ασύλληπτη για τις αντοχές του ανθρώπου, ακόμα και υπό το παραινετικό βλέμμα του Δημιουργού του.

Συντετριμμένος από την αποδεδειγμένη ύπαρξη του Θεού, ο πατέρας Λε Ντανζολέ πενθεί την εποχή της δυσπιστίας και της αμφισημίας, όταν οι άνθρωποι μπορούσαν ακόμη να αποζητούν απαντήσεις, όταν επίσης μπορούσαν να αυταπατώνται για τη δύναμη της θέλησής τους και να χαίρονται με τις επιδόσεις αλλά και τα μαρτύρια της διανοίας τους. «Η αμφιβολία γύρω από την ύπαρξη του Θεού ήταν η μόνη βιώσιμη λύση για την ανθρωπότητα». Είθε να μην επέλθει ποτέ αυτός ο αόριστος.

Αλέξανδρος Ντερπούλης

Το νησί κάτω από την ομίχλη

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 592, ευρώ 21,10

«Η θρησκεία δεν είναι αντικείμενο έρευνας και διατριβών. Δεν υπάγεται σε κανένα κανόνα λογικής και εγκεφαλικής διεργασίας». Υπό αυτή την έννοια, ο αρχιμανδρίτης Δανιήλ, που πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Ντερπούλη, εμφανίζεται πλημμελώς θρησκευόμενος. Η υπόστασή του είναι περισσότερο γήινη παρά ένθεη, στο μέτρο που ο ίδιος προτιμά να ερευνά παρά να πιστεύει. Η απαρέγκλιτη τήρηση των εκκλησιαστικών κανόνων δεν απορρέει από την ανάγκη σφυρηλάτησης του θρησκευτικού του αισθήματος και διάδοσης του λόγου του Θεού, αλλά από τη ματαιοδοξία του και συγκεκριμένα από την απαντοχή του μητροπολιτικού θώκου. Τις Κυριακές της παιδικής του ηλικίας, όταν ένας παπάς του κατηχητικού τον «κατηχούσε» εκ συστήματος στις αδήριτες εντολές της σάρκας, είχε την ευκαιρία να αναπτύξει ενδελεχώς τον σκεπτικισμό του αναφορικά με την προστατευτική σκέπη της Εκκλησίας. Επιβαρύνοντας έτι περαιτέρω την ιδιοπροσωπία του ήρωά του, ο Ντερπούλης μας πληροφορεί ότι προτού δοκιμαστεί στον μοναστικό βίο, είχε θητεύσει στην ιατροδικαστική, ενασχόληση που, όπως ήταν επόμενο, δεν άφησε αλώβητη την ευσέβειά του. Αν στην επιστήμη αποζητούσε τα αίτια του θανάτου, στη θρησκεία επαφίεται το κοσμικό κομμάτι του εαυτού του με την προσδοκία της εξιλέωσης. Ομως αυτή η ισορροπία δεν είναι πάντα αδιατάρακτη, καθώς τα μυστήρια της επίγειας ζωής αναστατώνουν τον Δανιήλ, ενώ η υπόσχεση της μεταθανάτιας ελάχιστα τον ευφραίνει.

Με όση τέχνη και αν υποδύεται τον αφοσιωμένο ιερωμένο, δείχνοντας κατανόηση στις μεταφυσικές παρακρούσεις του ποιμνίου του, ο Δανιήλ τις στιγμές που στέκεται απογυμνωμένος απέναντι στον εαυτό του, παραδέχεται πως, τουλάχιστον στη δική του περίπτωση, η πίστη χρειάζεται την υποστήριξη της λογικής. Και ήταν οι επιτεύξεις ακριβώς της σκέψης του που του επέτρεπαν να διακονεί επιτυχώς τα αναπόδεικτα αξιώματα της θρησκείας. «Κανένα γεγονός που εναντιώνεται ή αντιτίθεται στην όποια προσωπική κρίση του καθενός δεν μπορεί να ιδωθεί, να εξηγηθεί και τελικώς να γίνει αποδεκτό ως πραγματικό, υπό το κράτος του φόβου και της αμφιβολίας για την πιθανή ύπαρξή του».

Ο Ντερπούλης πλάθει επιτήδεια τη μορφή του κεντρικού ήρωα, για να τον ρίξει κατόπιν στη δίνη ενός πολύνεκρου θεολογικού θρίλερ με σκηνικό χώρο τη Σαντορίνη. Ενα νησί που δεν θυμίζει σε τίποτα τον τουριστικό προορισμό, αλλά αναδύεται ζοφερό στις σελίδες, σαν ένας τόπος «της φωτιάς, της τέφρας και της λάβας», ο χώρος υποδοχής της Κόλασης. Εκεί οδηγεί ο συγγραφέας τον ήρωά του τη Μεγάλη Σαρακοστή του 1927 ως απεσταλμένο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, για να πιστοποιήσει την ομαλή μετάβαση από το παλαιό στο νέο ημερολόγιο. Ωστόσο, ο Ντερπούλης δεν εξιστορεί θρησκευτικές έριδες, καθώς τον απασχολεί πρωτίστως ο συσχετισμός ανάμεσα στους γόρδιους υπαρξιακούς κόμπους και τις πεπερασμένες δυνατότητες της αντίληψης. Γι' αυτό αποδίδει πολύ μεθοδικά τα αλλεπάλληλα πλήγματα που καταφέρει η θρησκοληψία των ντόπιων στον ορθολογισμό του Δανιήλ, υποχρεώνοντάς τον να κατανεύσει εντέλει στο παράδοξο, αναγνωρίζοντας την περιοδική κατίσχυσή του επί της πραγματικότητας. Υπό ένα πρίσμα, η πίστη εκφράζει την παραδοχή της μερικής ήττας της νόησης απ' ό,τι την υπερβαίνει και μαζί την παρηγορεί.

Οταν η ομίχλη, ο καπνός και η θανατερή μυρωδιά του θειαφιού σκεπάσουν ολοσχερώς το νησί, προφυλάσσοντας τα κρίματα και τους δαίμονες της τοπικής κοινωνίας, ο Δανιήλ διαπιστώνει ότι απέναντι σ' αυτό το κλειστό σύμπαν η δική του πραγματικότητα στερούνταν κάθε πιθανή απόδειξη, γινόταν αναπόδεικτη, απλησίαστη συνεπώς από την έλλογη σκέψη και ο ίδιος γινόταν και πάλι θνητός, ανυπεράσπιστος. Η τελική του επιλογή, μακριά από το χρέος της ιεροσύνης, εστιαζόταν πλέον στο υποκείμενο της πίστης και όχι στην προάσπιση μιας μονοσήμαντης έκφανσής της. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου