Έντυπη Έκδοση

Στη σκιά των γιγάντων με τα φώτα της ζωής τους

Λεονίντ Αντρέγιεφ

Η Σκέψη/ Ο Κυβερνήτης

μτφρ.: Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ

εκδόσεις Αγρα, σ. 208, ευρώ 15,50

Ο Λεονίντ Αντρέγιεφ (1871-1919) φέρει τον χαρακτηρισμό του «γνωστού άγνωστου» της παγκόσμιας λογοτεχνίας, καθώς το μνημειώδες έργο του παραμένει αναλογικά ανεξερεύνητο από μελετητές και κριτικούς. Ο ρώσος συγγραφέας αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση σπουδαίου δημιουργού που αν και γεύτηκε εν ζωή τη γλυκιά αίσθηση της αναγνώρισης, η λογοκρισία και ο μετέπειτα αποκλεισμός δεν του επεφύλασσαν ανάλογη συνέχεια, καταδικάζοντάς τον επί μακρό χρονικό διάστημα σε απαξίωση και λήθη. Τα θερμά σχόλια κοινού και κριτικών εκτόξευσαν τις πωλήσεις των έργων του και υποχρέωσαν ορισμένους να τον αποκαλέσουν -με μια δόση ομολογουμένως υπερβολής- επίγονο του Ντοστογιέφσκι και του Τσέχοφ. Η συγγραφική του πορεία τοποθετείται στο μεταίχμιο τεράστιων καλλιτεχνικών και ιστορικών ανατροπών. Επηρεάζεται και ανδρώνεται συγγραφικά από τον ύστερο ρομαντισμό, βιώνει την άνθηση του ρεαλισμού, ενώ το έργο του γίνεται προάγγελος του μοντερνισμού.

Οι λογοτεχνικοί «-ισμοί» ωστόσο δεν προέρχονται από παρθενογένεση και είθισται να αντανακλούν, παράλληλα με τα αρχέγονα - αναπάντητα ερωτήματα, κοινωνικοπολιτικές και ιστορικές εξελίξεις.

Ο ρώσος συγγραφέας γίνεται μάρτυρας κοσμογονικών αλλαγών και βίαιων συγκρούσεων, που εκτός από την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, σήμαναν την αμφισβήτηση και την οριστική κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος. Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών υπήρξε κοινή αίσθηση στις αρχές του 20ού αιώνα και ο Αντρέγιεφ, φύσει επαναστάτης και αντικομφορμιστής, αδημονούσε για τη θετική έκβαση των προδιαγραφόμενων γεγονότων. Τον Φεβρουάριο του 1917 οι εξελίξεις διέψευσαν τις προσδοκίες του και, συμμεριζόμενος τη γενική πεποίθηση ότι η διαφαινόμενη δημοκρατία λάμβανε τη μορφή ενός εν δυνάμει αναρχικού κλίματος, δεν δίστασε να κατηγορήσει ευθέως τον Λένιν. Η τελική επικράτηση του ρώσου ηγέτη οδήγησε τον δημιουργό στην αυτοεξορία, ενώ η εδραίωση του νέου καθεστώτος καταδίκασε το έργο του σε αφάνεια, το οποίο άρχισε να επαναξιολογείται μετά τον θάνατο του Στάλιν. Ο Φοίνικας ωστόσο άργησε να αναγεννηθεί από τις στάχτες του και παραμένει ενδεικτικό το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα το όνομα του Λεονίντ Αντρέγιεφ απουσιάζει από αρκετές λογοτεχνικές μελέτες.

Τα δύο ετερόχρονα διηγήματα του παρόντος βιβλίου συνοψίζουν τα κυριότερα χαρακτηριστικά της γραφής του δημιουργού και ανεξάρτητα από την ελάχιστη χρονική απόσταση που τα χωρίζει, φαντάζουν σαν δύο μακρινοί τόποι με αθέατα - κοινά μονοπάτια.

Σκέψη (1902) και Κυβερνήτης (1905) διαφοροποιούνται από τις αντίστοιχες ψυχολογικές διακυμάνσεις του συγγραφέα, όπου μια μακρά περίοδος κατάθλιψης, αλκοολισμού, εσωστρέφειας και έντονου σκεπτικισμού, μετριάζεται ή απαλείφεται από τον γάμο του και τη δημιουργία οικογένειας, από την εκπορευόμενη δηλαδή κοινωνική του επανένταξη. Ο φιλοσοφικός διαλογισμός, οι διαλεκτικοί ακροβατισμοί και η ψυχοπαθολογία του πρωταγωνιστή στο πρώτο διήγημα θέτουν στο περιθώριο τις κοινωνικοπολιτικές αναφορές - που δεν παύουν ωστόσο να διακρίνονται -, με τα στοιχεία της συγκεκριμένης συσχέτισης να τίθενται αντιστρόφως ανάλογα στον Κυβερνήτη.

Η Σκέψη αποτελεί ουσιαστικά το προσωπικό ημερολόγιο που φέρεται να συνέθεσε ο πρωταγωνιστής του διηγήματος όσο ήταν έγκλειστος σε ψυχιατρική κλινική και στο οποίο εξιστορείται ταυτόχρονα με το χρονικό της δολοφονίας που διέπραξε, το αντίστοιχο χρονικό της καταβύθισής του στην τρέλα. Οι συγκεκριμένες πληροφορίες παρέχονται στον αναγνώστη τηλεγραφικά και σε μορφή εγγράφου που εσωκλείουν οι ψυχίατροι προς τις δικαστικές αρχές, ενώ στη συνέχεια και μέχρι το τέλος του διηγήματος ακολουθεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση από το σημειωματάριο του δολοφόνου. Οι δικαστικές αρχές και οι ψυχίατροι καλούνται να αποφανθούν αν δικαιούται το ελαφρυντικό της ψυχικής νόσου ή αν προσποιείται. Στο ίδιο ερώτημα ωστόσο φαίνεται να περιδινείται και ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, που αδυνατεί ή αρνείται να αποδεχθεί την καταβύθισή του στην τρέλα. Ο ορθολογισμός του αντιμάχεται την επέλαση των άλογων ψυχοπαθολογικών μηχανισμών, που διαποτίζουν το διήγημα με μια γενικότερη αίσθηση αμφισημίας και αμφιβολίας, η οποία συνοψίζεται στην εξής διερώτηση:

«Δεν ξέρω και τώρα αν προσποιούμουν ότι ήμουν τρελός για να σκοτώσω ατιμωρητί ή αν σκότωσα γιατί ήμουν τρελός».

Παρότι ο πρωταγωνιστής αποκαλύπτει κατά διαστήματα την προσποιητή του παραφροσύνη, δεν πείθει τον αναγνώστη. Η παραδοχή του αιωρείται στο κενό, με το μοτίβο της προσποιητής ή μη τρέλας και της διάσπασης της ταυτότητας του υποκειμένου να μας θυμίζει έντονα τον Ερρίκο Δ' του Λουίτζι Πιραντέλο, έργο που έπεται περίπου δύο δεκαετίες από τη Σκέψη.

Ο Αντρέγιεφ εστιάζει στο χρονικό σημείο όπου η αιτιοκρατική θεώρηση συγκρούεται με το σκοτεινό εγώ και ο ορθολογισμός αντιμάχεται την ψύχωση· παρατηρεί εξεταστικά τη ροή αυτών των μετέπειτα ενωμένων και αξεδιάλυτων παραποτάμων, παρουσιάζοντας τη δίνη και τις ηχηρές αναταράξεις που προκαλεί η συγκεκριμένη σύμπλευση. Εχοντας μελετήσει από τα πρώιμα νεανικά του χρόνια τη «φιλοσοφία του ασυνείδητου» του Χάρτμαν και επηρεαζόμενος άμεσα από τη φιλοσοφία του Σοπενχάουερ και του Νίτσε, ο Λεονίντ Αντρέγιεφ αποτυπώνει στη Σκέψη την πολλαπλότητα και την ετερόκλιτη ιδιοσυστασία της ανθρώπινης φύσης. Αρωγοί στην αναψηλάφηση της ταυτότητας του υποκειμένου καθίστανται οι ραγδαίες εξελίξεις στον τομέα της ψυχολογίας και ειδικότερα οι ψυχαναλυτικές θεωρίες του Φρόιντ, που επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τους λογοτέχνες στις αρχές του 20ού αιώνα και αποτέλεσαν ένα από τα βασικά πεδία έρευνας του μοντερνισμού. Δεν θεωρούμε άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι την ίδια χρονιά που εκδόθηκε η Σκέψη, ο Τζόζεφ Κόνραντ έγραψε την Καρδιά του σκότους, έργο με διαφορετικούς σκοπούς και χώρο δράσης από τη Σκέψη, αλλά με πανομοιότυπα πεδία έρευνας (Αξίζει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο μυθιστόρημα αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για το αριστουργηματικό φιλμ του Φράνσις Φορντ Κόπολα Αποκάλυψη τώρα.)

Ο δολοφόνος στη Σκέψη εξιστορεί το χρονικό του εγκλήματος και εν είδει ψυχαναλυτικής συνεδρίας αναλαμβάνει ρόλο ψυχαναλυτή και ψυχικά ασθενούς, θέτοντας ο ίδιος τα ερωτήματα στα οποία καλείται να απαντήσει. Εχει διαπράξει ένα έγκλημα χωρίς ουσιαστικό κίνητρο και η συγκεκριμένη επίγνωση τον κατατρύχει, δοκιμάζει εκ νέου τα όρια της λογικής. Αμφισβητεί με μηδενισμό κάθε μορφή πνευματικής αυθεντίας, ενώ οι αυταπάτες μεγαλείου που εκδηλώνει, προέρχονται από την επίγνωση της ασημαντότητάς του, συναίσθηση που δεν διαθέτουν οι κοινωνικά ενταγμένοι, των οποίων η έπαρση αντλείται από την επαγγελματική και κοινωνική τους θέση. Αντιλαμβάνεται το σύνολο του ανθρώπινου γένους σαν έναν περιοδεύοντα θίασο, από τον οποίο αποστασιοποιείται. Προσεγγίζει την παραφροσύνη του με ορθολογικούς κανόνες, γεγονός που φανερώνει τα αξεδιάλυτα χαρακτηριστικά τους και καταδεικνύει ταυτόχρονα την παραπλανητική και απατηλή χρήση της λογικής, που φέρεται ικανή να καταστήσει αποδεκτό το πλέον νοσηρό και ψευδεπίγραφο. Τρέλα και λογική δεν οριοθετούνται και υπακούουν αποκλειστικά στον πλειοψηφικό κανόνα, στο νόμο των πολλών, όπου οι λίγοι, οι ξεχωριστοί, χαρακτηρίζονται περιθωριακοί, ιδιόρρυθμοι ή ακόμη και παράφρονες.

Η επίγνωση του πρωταγωνιστή θυμίζει έντονα τους χαρακτήρες του Γκόγκολ, η αυτοσυνειδησία των οποίων ακολουθούσε την παραφροσύνη και την εξαθλίωση. Φιλοσοφία και ψυχολογία ταυτίζονται και συλλειτουργούν στην αποκάλυψη των σκοτεινών διεργασιών του ασυνείδητου και την ίδια στιγμή που εξυμνούνται από τον συγγραφέα, επικρίνονται ως ημιτελείς γνώσεις, γεγονός που εντείνει τη σχετικότητα των παγιωμένων ηθικών κανόνων και προβάλλει την αδυναμία λόγου και λογικής. Ο πρωταγωνιστής χλευάζει τους ψυχολόγους και τον δολοφονημένο λογοτέχνη, ολοκληρώνοντας την αφήγησή του με τη λέξη «τίποτα», που φαντάζει να αντηχεί τα λόγια του Νταντόν:

«Ο κόσμος είναι χάος, το τίποτα έγινε ο Μεσσίας που του ταιριάζει».

Ο Κυβερνήτης, το δεύτερο διήγημα του βιβλίου, αντλεί τη δυναμική του από τα ρεαλιστικά πρότυπα της ρωσικής λογοτεχνίας, αλλά δεν παύει να τηρεί ορισμένες αποστάσεις, που αντιστοιχούν στον έντονο σκεπτικισμό του συγγραφέα, στην ανάλογη ψυχογραφία του πρωταγωνιστή και σε μια αίσθηση πεσιμισμού που απέχει σημαντικά από τη ρόδινη προοπτική που ευαγγελίζονταν οι στρατευμένοι δημιουργοί του σοβιετικού ρεαλισμού.

Η υπόθεση του Κυβερνήτη πιθανολογούμε ότι εμπνέεται από ένα ιστορικό γεγονός, το οποίο τυγχάνει να προηγείται έξι μόλις μήνες της συγγραφής του διηγήματος.

Στις 9 Ιανουαρίου 1905, ο στρατός εκτέλεσε αναίτια εκατοντάδες απεργούς εργάτες που όδευαν ειρηνικά προς τα ανάκτορα της Αγίας Πετρούπολης, προκειμένου να παραδώσουν υπόμνημα με αιτήματά τους στον τσάρο Νικόλαο. «Η αιματηρή Κυριακή», όπως παγιώθηκε στην ιστορική μνήμη, υπήρξε το πρελούδιο της επανάστασης και η απαρχή των διαρθρωτικών πολιτικών εξελίξεων.

Στη μυθοπλασία του διηγήματος, ο κυβερνήτης μιας μικρής επαρχιακής πόλης διατάσσει πυρ κατά των εξαθλιωμένων στασιαστών.

Με φόντο τις τραγικές συνθήκες διαβίωσης και την καταδυνάστευση των λαϊκών τάξεων κατά τη διάρκεια της προεπαναστατικής περιόδου, ο Λεονίντ Αντρέγιεφ εστιάζει στην ψυχολογία του κυβερνήτη και στο αίσθημα ενοχής που τον βαραίνει. Η αίσθηση αμφισημίας του πρώτου διηγήματος διατηρείται και αφορά την ειλικρινή ή προσποιητή μεταμέλεια του κυβερνήτη. Η προδιαγραφόμενη αντεκδίκηση του λαού αποτελεί κοινό μυστικό και γεννά την αμφιβολία για το κατά πόσον η μεταστροφή στη συμπεριφορά του πρωταγωνιστή -κυβερνήτη αποτελεί ένδειξη φιλανθρωπίας ή φόβου. Ο συγγραφέας αναδιφά στον ψυχισμό του αντιήρωα και ανασύρει στην επιφάνεια τον δυϊσμό της ιδιοσυστασίας του. Ο χαρακτήρας του στυγνού δικτάτορα απολείπει από τη διήγηση, καθώς ο κυβερνήτης, αμέσως μετά τη δολοφονία των εργατών, απεκδύεται υποσυνείδητα του αξιώματός του. Οι αγαθές προθέσεις και η ανάλογη μεταστροφή στη συμπεριφορά του δεν αίρουν ωστόσο τις οδυνηρές και μη αναστρέψιμες συνέπειες των πράξεών του, γεγονός που του αποδίδει μια σύμμικτη - υβριδική μορφή ήρωα και αντιήρωα.

Ο συγγραφέας αναπαριστά με ρεαλισμό τις συνθήκες διαβίωσης των λαϊκών τάξεων και υποδηλώνει τις ευθύνες του κυβερνήτη, ανασύροντας στην επιφάνεια τη συναίσθηση της ενοχής του και τη σιωπηλή αποδοχή της μετέπειτα δολοφονίας του από τον λαό. Η δολοφονία του, ο σωματικός του θάνατος, ακολουθεί τον αντίστοιχο εσωτερικό, την ψυχική του οδύνη, που λαμβάνει μορφή αυτοτιμωρίας και καθαρμού. Η μακροχρόνια εκμετάλλευση του λαού από την άρχουσα τάξη απολείπει τα ανθρώπινα - ατομικά χαρακτηριστικά των λαϊκών χαρακτήρων, που περιγράφονται χωρίς οντότητα και διακριτή παρουσία. Λαμβάνουν διάσταση εννοιολογική και μορφή απρόσωπη που, δολοφονώντας τον κυβερνήτη, καταδεικνύουν και ουσιαστικά αναπληρώνουν τη μεροληψία του νομικού δικαίου και την ανυπαρξία του αντίστοιχου μεταφυσικού. Η αυτοδικία τους συνοδοιπορεί με την ψυχολογική αυτοτιμωρία του κυβερνήτη, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα την έννοια της θείας δίκης. Ο Αντρέγιεφ, αν και εμπνέεται από την επικαιρότητα, αποτυπώνοντας το προεπαναστατικό κλίμα της εποχής, διατηρεί αισθητές αποστάσεις από τα κομματικά πρότυπα του σοβιετικού ρεαλισμού· πραγματοποιεί κυρίως μια διαχρονική-διαλεκτική προσέγγιση περί αυτοδικίας, αμαρτίας και εξιλέωσης, κοινωνικής δυσαρέσκειας και ηθικού ιδεαλισμού, ηθικής δράσης σ' ένα περιβάλλον ανηθικότητας και ανομίας.

Η εξαιρετική απόδοση του πρωτότυπου κειμένου υπογράφεται από την, αναγνωρισμένη μεταφράστρια και ποιήτρια, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, που μεταδίδει απρόσκοπτα την πολυσημία των δύο ετερόχρονων διηγημάτων.

Ο Λεονίντ Αντρέγιεφ έμελλε να βρεθεί στη δίνη της λογοκρισίας και να σταθεί στη σκιά των μεγάλων της ρωσικής λογοτεχνίας, όπως και των υπέρ το δέον προβεβλημένων συγγραφέων.

Η εσκεμμένη πνευματική συσκότιση και τα παιχνίδια των φωτοσκιάσεων δεν επισκίασαν τον Χρόνο, ο οποίος στο ατέρμονο διάνυσμά του διέσωσε το πνεύμα ενός λαμπρού δημιουργού. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου