Έντυπη Έκδοση

Η γυμνή αλήθεια δύο ηπείρων

Ως αντικείμενο ερωτισμού, βίας, καταπίεσης, διαμαρτυρίας, εμπορευματοποίησης, ως πολιτική αλληγορία ή επιλογή, κι ακόμα ως ηδονοβλεπτικό στόχο ή «κρέας» σε τσόντα, είδε το γυμνό ανθρώπινο σώμα η έβδομη τέχνη.

Ο πληθωρικός αισθησιασμός της Αντζελα Μολίνα στο «Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου» Ο πληθωρικός αισθησιασμός της Αντζελα Μολίνα στο «Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου» Το είδε όμως και να δοξάζεται μέσα στη θεία φύση του, το ύμνησε, το πρόσφερε στα μάτια εκατομμυρίων θεατών από την αρχή του σινεμά χαρίζοντάς τους την απόλυτη αισθητική απόλαυση. Η «Ιστορία του γυμνού στον κινηματογράφο» του Γιάννη Σολδάτου, που κυκλοφορεί τώρα από τις εκδόσεις «Ψυχογιός», παρουσιάζει αναλυτικά όλες τις πτυχές.

Το τελικό αποτέλεσμα της δουλειάς του Σολδάτου δείχνει αναπόφευκτα τη σύγκρουση: ανάμεσα στον αμερικανικό συντηρητισμό με την τρέχουσα χριστιανική του ηθική και στο σινεμά των δημιουργών της Ευρώπης. Αυτό είναι ένα πρώτο σκέλος με όλα όσα συμπαρασύρει σε επίπεδα προπαγάνδας: ενός κατεστημένου από τη μια και ελευθερίας από την άλλη, εντυπωσιασμού σε αντιδιαστολή με τη λιτότητα του ωραίου, γαργαλήματος του χαμηλού υπογαστρίου στην πρώτη περίπτωση, εκρηκτικού ερωτισμού αλλά και υψηλής αισθητικής στη δεύτερη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι από το 1912 ήδη στις ΗΠΑ εμφανίζονται οι πρώτες άτεχνες μικρής διάρκειας πορνογραφικές ταινίες, που το κοινό προμηθευόταν διά αλληλογραφίας ή τις έβλεπε στα πορνεία και τα πανηγύρια (αργότερα σε μία από αυτές θα πρωτοεμφανιζόταν η Μέριλιν Μονρόε). Αλλά τι ειρωνεία: στη χώρα όπου γυρίζονται τα πρώτα πορνό, το γυμνό καταδικάζεται στην πυρά, την ίδια στιγμή που η Γηραιά Ευρώπη το αναδεικνύει ως έργο τέχνης. Ομως αυτή με τη σειρά της αναγκάζεται να αυτολογοκριθεί, προκειμένου οι ταινίες της να παιχτούν στην άλλη όχθη του Ατλαντικού.

Κυνήγι μαγισσών

Πράγματι με την ανάπτυξη της βιομηχανίας του κινηματογράφου στις ΗΠΑ, τα ιδιωτικά βίτσια έπρεπε να αναδειχτούν σε δημόσιες αρετές. Είναι η εποχή του Ουίλ Χ. Χέις, που το 1922 αναλαμβάνει ως πρόεδρος του συλλόγου των παραγωγών και διανεμητών ταινιών. Είναι αυτός που μπροστά στους σοβαροφανείς πατέρες της κινηματογραφικής βιομηχανίας θα διακηρύξει: «Το δυναμικό των κινηματογραφικών ταινιών για την ηθική επιρροή και μόρφωση είναι απεριόριστο. Επομένως η ακεραιότητά τους πρέπει να προστατευτεί, όπως ακριβώς προστατεύουμε την ακεραιότητα των παιδιών μας και των σχολείων μας». Το αποτέλεσμα ήταν ένα πρώτο κυνήγι μαγισσών (θα ακολουθούσε αργότερα εκείνο του γερουσιαστή Μακάρθι) και το ψαλίδισμα κάθε «ανήθικης» σκηνής. Παράλληλα, οι μεγιστάνες του κινηματογράφου εξαπέλυσαν μια στρατιά από ντετέκτιβ που, χρησιμοποιώντας κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο, σκάλισαν τον βούρκο του Χόλιγουντ προγράφοντας 117 ηθοποιούς.

Ετσι, πολύ απλά βασίλεψε η λογική του Σεσίλ Ντε Μιλ αλλά και των μιούζικαλ. Αναρίθμητοι μηροί και υποψία στήθους, μέσα από βιβλικά ή εύπεπτα θέματα. «Είμαι υπέρ της λογοκρισίας. Μ' έχει κάνει πλούσια», είχε πει σαρκαστικά η Τζιν Χάρλοου. Οι θαυμαστές της γνώριζαν μέσα από τις φήμες που άφηναν να διαδίδονται οι διαφημιστές των στούντιο πως έβαφε ξανθό το αιδοίο της, όμως δεν είχαν δει ποτέ το στήθος της.

Στην Ευρώπη τα πράγματα ήσαν σίγουρα διαφορετικά, αν μη τι άλλο περισσότερο ήπια. Το 1932 ο Γκούσταβ Μαχάτι γύρισε στην Τσεχοσλοβακία την «Εκσταση», ένα μέτριο μελό, που θα έμενε όμως στην ιστορία του κινηματογράφου από τα γυμνά της Αυστροεβραίας, μετέπειτα διάσημης σταρ, Χέντι Λαμάρ. Η ταινία ήταν η πρώτη που απαγορεύτηκε στις ΗΠΑ, πόσω μάλλον που η πρωταγωνίστρια υποδυόταν οργασμό. Ντυμένη πάντως, η Λαμάρ έκανε καριέρα στην Αμερική.

Πολύ νωρίτερα, πάντα στην Ευρώπη, είχαν γυριστεί αριστουργήματα, όπου το γυμνό αναδεικνυόταν ως έργο τέχνης. Η «Κόρη των Θεών» (1914) του Γκόρντον Εντουαρτς με την Ανέτ Κέλερμαν είναι ένα παράδειγμα. Αλλά και στην Ελλάδα το 1931 ο Ορέστης Λάσκος γυρίζει το «Δάφνις και Χλόη» (1931) βασισμένο στο βουκολικό ειδύλλιο του Λόγγου. Οι δύο πρωταγωνιστές, ο Απόλλων Μαρσύας και η ελληνοαμερικανίδα χορεύτρια Λουκία Ματλή, εμφανίζονται γυμνοί στη λίμνη της Βουλιαγμένης. Είχε προηγηθεί το 1931 ο Αχιλλέας Μαδράς με το «Μάγο της Αθήνας» όπου η σύζυγός του Φρίντα Πουπελίνα εμφανιζόταν γυμνόστηθη.

Στη δεκαετία του '30 ως εξαίρεση υπάρχει μια ευρωπαϊκή χώρα που κάτω από ειδικές συνθήκες το γυμνό θεοποιείται. Είναι η Γερμανία, όπου με αφορμή την Ολυμπιάδα του 1936 η Λένι Ρίφενσταλ υμνεί την Αρία φυλή παρουσιάζοντας γυμνούς αθλητές και αθλήτριες. Μερικά χρόνια αργότερα, ενώ το γυμνό παραμένει ταμπού στην Αμερική, στις ταινίες του Χόλιγουντ οι εκπρόσωποι των «εξωτικών» φυλών εμφανίζονται στην οθόνη γυμνόστηθες. Η μεγάλη λευκή φυλή είναι εκείνη που οφείλει να φοράει σουτιέν. Και τι σουτιέν! Στην «Παράνομο», που προβλημάτισε ιδιαίτερα τη λογοκρισία, η Τζέιν Ράσελ φορά έναν στηθόδεσμο που κατασκεύασε γι' αυτήν ο Χάουαρντ Χιουζ. Ως γνώστης της αεροναυπηγικής... απογείωσε το στήθος της.

Και η Ελλάδα; Ακολουθούσε κατά πόδας τις επιταγές της αμερικάνικης κινηματογραφίας, δεμένη άλλωστε πίσω από το άρμα της συμμάχου αλλά και με ευρωπαϊκά μοντέλα. Στις δεκαετίες του '50 και το '60 η Αλίκη Βουγιουκλάκη ποζάρει όπως και η Μπαρντό. Μόνο που η τελευταία ήταν γυμνή. Βλέπουμε ακόμα το γυμνό να εισβάλλει «ντυμένο», βέβαια, με μπικίνι στις κωμωδίες του εμπορικού κινηματογράφου ή στα μιούζικαλ του Δαλιανίδη. Ο Δαλιανίδης ανοίγει το χορό του μαύρου σουτιέν με ηρωίδα του τη Λάσκαρη. Εχουν προηγηθεί ο Κούνδουρος και ο Κακογιάννης, δίνοντας μαθήματα ερωτισμού μέσα από τη «Μαγική πόλη», τον «Δράκο» και τη «Στέλλα».

Παράλληλα, η Ευρώπη ζει την εποχή των μεγάλων δημιουργών. Το 1951 στο «Καλοκαίρι με τη Μόνικα» ο Μπέργκμαν υμνεί το γυναικείο σώμα, ενώ το 1960 ο Φελίνι πέραν του ερωτισμού της Εκμπεργκ τολμά κι ένα πρώτο στριπτίζ στη «Γλυκιά ζωή». Ενα χρόνο αργότερα ο Αντονιόνι θα δώσει την ερωτική του «Νύχτα», ενώ ο Γκοντάρ θα λατρέψει με τη σειρά του το γυναικείο σώμα στη Γαλλία, αφού ακόμα κι εκείνος ενέδωσε -κινηματογραφικά- στην Μπαρντό.

«Η απελευθέρωση του σώματος είναι το πρώτο βήμα για την απελευθέρωση της κοινωνίας. Ενας σοσιαλισμός με ανθρώπινο ΣΩΜΑ (προσοχή: όχι πρόσωπο) είναι η πρωταρχική συνθήκη για την πλήρη απελευθέρωση του ατόμου», έγραφε το 1979 με αφορμή τα «Μυστήρια του οργανισμού» του Ντούσαν Μακαβέγεφ ο Βασίλης Ραφαηλίδης (ένας από τους πολλούς που ανθολογούνται στο βιβλίο). Ομως ήταν ένας Ιταλός που δημιούργησε μία από τις περισσότερο πολιτικές ταινίες όλων των εποχών χρησιμοποιώντας ως αλληγορία το γυμνό ανθρώπινο σώμα, πάνω στο οποίο ο φασισμός βυσσοδομεί. Στο «Σαλό», ταινία για την οποία ο Παζολίνι κατηγορήθηκε από μια στείρα αριστερά, ο σκηνοθέτης έδειξε με τον πληρέστερο τρόπο το τέρας που γέννησε πριν ξεψυχήσει (;) ο φασισμός στην Ιταλία.

Το μικρόβιο του Χόλιγουντ

Να πει κανείς πως ενώ στην Ευρώπη συνέβαινε αυτή η επανάσταση που έφερνε κοντά το γυμνό με την πολιτική, η Αμερική ομφαλοσκοπούσε; Ή έλυνε τα υπαρξιακά της προβλήματα; Θα ήταν άδικο. Γυρίστηκαν μεγάλες ταινίες, οι οποίες όμως δεν μπόρεσαν να αποφύγουν το «μικρόβιο» του Χόλιγουντ. Ταινίες καταγγελίας, όπως ο «Νονός» ή άλλες που καταδίκαζαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ («Αποκάλυψη τώρα»), προτιμούσαν ντυμένους τους πρωταγωνιστές τους, μπόλικο αίμα και πολλά ειδικά εφέ. Η λογική της ταινίας για όλη την οικογένεια παρέμενε, σπάζοντας σε ελάχιστες περιπτώσεις, όπως στα «Μάτια ερμητικά κλειστά» του Κιούμπρικ. Η πλειοδοσία του γυμνού στην Αμερική ανήκει στα πορνό.

Ηδη από τη δεκαετία του '80 το γυμνό απομυθοποιήθηκε στην Ελλάδα όπως και αλλού. Γίναμε ανεκτικότεροι; Μπορεί. Γεγονός είναι πως το αβγό του φιδιού πάντα ενεδρεύει. Γιατί εκείνοι που βλέπουν τσόντες θα είναι οι πρώτοι που θα πάρουν στο χέρι τους ξανά το ψαλίδι της λογοκρισίας. Και πιθανότατα θα κόψουν πλάνα από μια επόμενη «Ευδοκία», όπου η πολιτική συνδέεται με το γυμνό σώμα για να δικαιώνει τη δουλειά του Αλέξη Δαμιανού. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Κινηματογράφος